"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ: Τα πρώτα «γράμματα» (Αρθρο στη μνήμη του εξαιρετικού ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ που έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή 4/12/2024 )

 


Του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Δε δίστασα για 60 χρόνια που διακονώ τον κοινό λόγο να γίνω δυσάρεστος
. Αλλά και εγώ και η γενιά μου είχαμε εκ των γεγονότων του βίου μας αυτό το δικαίωμα. Γεννήθηκα μέσα στην περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά. Ο πατέρας μου είχε γυρίσει με τα πόδια από την Αλμυρά Λίμνη της Μικράς Ασίας μετά την επώδυνη ήττα της εκστρατείας. Πήγα στο σχολείο, τότε δεν υπήρχαν νηπιαγωγεία, σε μια επαρχιακή κωμόπολη το 1943, με τους Γερμανούς να λυσσάνε για την επερχόμενη ήττα. Ο πατέρας μου εκπαιδευτικός, η μητέρα μου απλή οικοκυρά και με τα δυο παιδιά της τότε είχαν, με την απόσπαση του πατέρα, καταφύγει στη γενέτειρα της μητέρας, με πεθαμένο τον δάσκαλο πατέρα της και μητέρα με επώδυνο καρκίνο κατάκοιτη. Ο αδελφός της μητέρας μου, αγρότης, ενημερωμένος αντάρτης σε ομάδα που κυνήγησε από τα βουνά και τα χωριά του τόπου του τους κατακτητές.

Το ωραίο σχολείο, το Δημοτικό της κωμόπολης, από τα πέτρινα αριστουργήματα που είχε γεμίσει την Ελλάδα ο υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου την περίοδο 1928 – 1932.  

Ο πατέρας μου και το σύνολο των συναδέλφων του στο Γυμνάσιο ήταν ενταγμένοι στην Αντίσταση, κρύβοντας μαθητές, λειτουργώντας συσσίτια και οργανώνοντας σχολικές εκδηλώσεις που τόνωναν το ήθος και τον πατριωτισμό. Ο αντάρτης θείος μου είχε παντρευτεί μέσα στην Κατοχή μια δασκάλα που είχε καταφύγει στα μέρη εκείνα, αφού είχε χάσει τη δουλειά της. Είχε σπουδάσει στη Γερμανία πριν τον Χίτλερ παιδαγωγικά και είχε με μια ελληνίδα ειδικό εισαγάγει στην εκπαίδευση τις μεθόδους Ντεκρολί και τη γερμανική εκπαιδευτική εμπειρία. Εγώ, πριν πάω στην πρώτη δημοτικού, με την καθοδήγηση και τη μεθοδικότητα της θείας μου, είχα διδαχθεί τη γνώση με «βιβλίο» διδασκαλίας τη Φύση.

Σε μια επαρχιακή κωμόπολη ο βίος των οικόσιτων ζώων, ο φυτικός πλούτος και ο έναστρος ουρανός ήταν πρόσφορη και αποκλειστική γνώση. Παραστάθηκα στη γέννα της φοράδας, στη σφαγή του χοίρου, έκανα το τραπέζι του σαλονιού της γιαγιάς (που άνοιγε μόνο γιορτάδες μέρες) τροφείο για μεταξοσκώληκες. Η μάνα μου με κάθιζε δίπλα της στον αργαλειό, την παρακολουθούσα στο ζύμωμα του ψωμιού, στο φούρνισμα στον φούρνο της αυλής, έμαθα πώς γινόταν το πράσινο σαπούνι, πώς έμπαινε στα καλούπια και πώς ετοιμάζονταν ο φούρνος για να δεχθεί τα ταψιά. Υπήρχε και μελίσσι στο κτήμα και μαζί με τις θείες και τη μάνα μου φορέσαμε τα καλύμματα της κεφαλής, όταν το μελίσσι έφευγε από την κυψέλη και, καπνίζοντάς την, το γυρίζαμε στον χώρο του.

Οι πάπιες, οι χήνες, τα κουνέλια είχαν τον τόπο τους στη μικρή αυλή και βέβαια οι κότες προμήθευαν αυγά και κρέας και ο κόκκορας ήταν το ξυπνητήρι μας. 

Οχι, δεν είναι ειδυλλιακή η ζωή του αγρότη. Δεν μπορεί κανείς, αν δεν το γνωρίσει, τι τραγικό είναι το γεγονός μιας καταρρακτώδους βροχής, ένα πρώιμο χιόνι ή μια παρατεταμένη ξηρασία για τις καλλιέργειες. Ενα χαλάζι καταστρέφει καρπούζια, πεπόνια, μήλα, αχλάδια και πρόωρα ρημάζει τις ελιές που γίνονται χαμάδες σκόρπιες γύρω από τη ρίζα, μειώνοντας την εμπορική αξία των ελαιών της κάδης και την ποιότητα του λαδιού.

Η μάνα μου, σπουδαία υφάντρα, με μύησε σε όλη τη διαδικασία, από το κούρεμα του αρνιού, το πλύσιμο του μαλλιού, τη δημιουργία της κλωστής με την ανέμη και το σφοντύλι, το πέρασμα στον αργαλειό και ύστερα τη βαφή στα μεγάλα καζάνια. Δεν ήταν πλούσιο το σπίτι της γιαγιάς και των θείων μου. Ηταν, όμως, όπως όλα τα σπίτια της υπαίθριας Ελλάδος, ένας ολόκληρος οργανισμός παραγωγής αγαθών, από το ψωμί ως τα λουκάνικα, τις χυλοπίτες και τις πίτες ως τα χαλιά και τα σεντόνια, το λάδι, το κρασί, τα γλυκά του κουταλιού, το μαλλί και τις κλωστές ως και τα πλεκτά φορέματα. Φόρεσα για χρόνια πολλά ως την εφηβεία μου αρβυλάκια και μποτάκια από το δέρμα του χοίρου που κι αυτός, εκτός από το κρέας και το δέρμα, εξασφάλιζε στο νοικοκυριό το λίπος, θεμέλιο της μαγειρικής. Αφήνω τα λουκάνικα και το δέρμα για τις αρβύλες και τα πέδιλα. Ακόμα και τις ουρές που γίνονταν μυγοσκοτώστρες. Ξύδι, οινόπνευμα, ιώδιο, γάλα, αυγά, άντερα υπήρχαν στο κατώι και μόνο ειδικά προϊόντα, όπως η μελάσα, η ποτάσα, το αλάτι, το πιπέρι αναζητούσαμε στην αγορά. Ολα αυτά τα γνώριζε ένα παιδί της εποχής, ακόμη και αδιάφορο.

Πρωτοδίδαξα σε νυχτερινό γυμνάσιο εμποροϋπαλλήλων και θυμάμαι...

 

ΒΙΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: «Η ψυχολογία των μαζών»

 

Tου ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Η γενιά μου μεγάλωσε μέσα στη φρίκη του Εμφυλίου. Ο πατέρας μου, φιλόλογος, βρέθηκε εξόριστος στη Σκιάθο, ο θείος μου καταδικάστηκε σε θάνατο και αργότερα, σε άλλη πολιτική κατάσταση, πήρε χάρη. Ο νονός μου, με μεγάλο κατάστημα στο κέντρο της πόλης, όχι μόνο ξέκοψε την καλημέρα με τον πατέρα μου, αλλά όταν η μάνα μου, με τον πατέρα ήδη εξόριστο, πήγε να τον βρει να του ζητήσει βοήθεια, της είπε να μην ξαναπλησιάσει το μαγαζί του, γιατί τον εκθέτει. Ούτε ο πατέρας μου ούτε ο θείος μου ήταν μαρξιστές, ούτε οργανωμένοι ούτε θεωρητικοί. Στην πλούσια βιβλιοθήκη που κληρονόμησα από τον πατέρα μου βρήκα και διάβασα την «Ψυχολογία των όχλων» του Λε Μπον.

Νομίζω πως σήμερα δεν θα στεκόταν σοβαρά για συζήτηση το πόνημα του Λε Μπον και αναφέρομαι, όχι στην καίρια καταγραφή της συμπτωματολογίας, αλλά στα κοινωνιολογικά, ψυχολογικά, ιδεολογικά συμπεράσματα. Εκείνο που έχει να διαπιστώσει κανείς είναι το ιστορικό φαινόμενο που διατυπωνόταν στον τίτλο του έργου. Η ψυχολογία των μαζών. Τις τελευταίες μέρες είμαστε και στον τόπο μας μάρτυρες τέτοιου φαινομένου, πώς φανατικές ορδές επελαύνουν, σκορπώντας μίσος, καταστροφή, ακόμα και θάνατο. Και δεν έχεις τίποτε άλλο να διαπιστώσεις, παρά πως για άλλη μία φορά στην ιστορία του ανθρώπου, του ανθρώπινου ζώου, η βία, και μάλιστα η μαζική βία, είναι πάγιο, θα έλεγα, συστατικό του πολιτισμού ή όπως αλλιώς ονομάζουμε τις συμπεριφορές των ανθρώπινων ομάδων στην πορεία τους μέσα στον χρόνο.

Οταν ο έξοχος Ηράκλειτος μάς πλούτισε με τη σοφία του, ξέρουμε πως «πατήρ πάντων πόλεμος» και πόλεμος στη ριζιμιά μας κλασική ιστορία σημαίνει σύγκρουση των πόλων, των άκρων, των αντιθέτων. Και είναι πάλι ηρακλείτεια η διαπίστωση πως η αρμονία προέρχεται από τη σύγκρουση των αντιθέτων: «εκ των διαφερόντων η αρμονία», από δυνάμεις που έχουν διαφορετική φορά, κατεύθυνση. Θα ήταν αβασάνιστη η άποψη πως ο άνθρωπος ως είδος είναι προορισμένος να συγκρούεται με αιτίες των αντίθετων τάσεων, θέσεων, αιτίων, απόψεων.

Οι περισσότεροι στοχαστές στην ιστορία των ανθρώπινων δράσεων από τη Θεογονία (σύγκρουση θεών) έως τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες του Ομήρου καταθέτουν τη βεβαιότητα χωρίς αστερίσκους πως ο άνθρωπος είναι ως είδος προϊόν αντιθέσεων και ως εκ τούτου γίνεται και λειτουργεί ως μια ύπαρξη αντιφατική, εριστική, αιρετική, αρνητική, αγωνιστική. Για πολλά χρόνια είχαμε ως αποδεικτικό υλικό αυτής της ανθρώπινης κατάστασης τη γραπτή ιστορία και όσα μας εφοδίαζε η λαϊκή μούσα είτε σε αφηγήσεις είτε σε θεσμούς. Τώρα έχουμε στη διάθεσή μας πλήρη χαρτογράφηση των ανθρώπινων συγκρούσεων ύστερα από την οργάνωση και διαχείριση γνώσεων από την Κοινωνική Ανθρωπολογία και τη Λαογραφία, τις λατρείες και την ποίηση ακόμη και των απομονωμένων λαών στα βάθη των δασών, των σπηλαίων στους τέσσερις ορίζοντες.

Ζήσαμε τις τελευταίες μέρες ορδές ανθρώπινων όντων με ρόπαλα, πέτρες, σχοινιά, στειλιάρια, σουγιάδες να εφορμούν εναντίον άλλων ορδών. Εν ονόματι, Θεέ και Κύριε, μιας αθλητικής ομάδας. Και αυτό είναι το φαινόμενο που πρέπει ξανά και ξανά να αναλυθεί από τους θεωρητικούς και τους πολιτικούς της εποχής μας. Αυτοί οι φανατισμένοι άνθρωποι έχουν εθνική ταυτότητα, ανήκουν σε θεσμική κουλτούρα, έχουν, έστω περιορισμένη, αλλά πάντως ιδεολογική και ηθική, παράδοση, μετέχουν στις πολιτισμικές κατακτήσεις του σύγχρονου ανθρώπου, έχουν επαφή με την τυπογραφία, το σινεμά, την τηλεόραση, το βίντεο, τις τηλεπικοινωνίες, τα μέσα κυκλοφορίας (επιβάτες μαζικών, ποικίλων μέσων και ιδιωτικών), και όμως εκδηλώνουν τα βίαια ένστικτά τους, όπως ακριβώς τα περιγράφουν ο Ομηρος και η «Μαχαμπαράτα».

Ολα αυτά τα έξαλλα νεανικά πλήθη έχουν να επιδείξουν πιστοποιητικά εγκύκλιας εκπαίδευσης, επαγγελματικής και σπάνια, αλλά διαπιστωμένα, και πανεπιστημιακής. Αυτός ο εργάτης εργοστασίου, ο υπάλληλος γραφείου ή εμπορικού οίκου, ο πριν από λίγους μήνες ένστολος υπερασπιστής των θεσμών και της ασφάλειας του κράτους του, ο ακροατής και θεατής των μέσων μαζικής ενημέρωσης και συχνά ποιητικής παιδείας (πολιτικές αναλύσεις, κοινωνικές ερμηνείες, καλλιτεχνικές τάσεις, φιλοσοφικές θεωρίες) με ένα καδρόνι στο χέρι, με ένα τούβλο, μια ζωστήρα, ένα σφυρί και βέβαια όλη την γκάμα εγχειριδίων, μαχαιριών ορμούν εναντίον ανάλογα οπλισμένων αντιπάλων ή αντιπαρατάσσονται στις ένοπλες αστυνομικές δυνάμεις.

Η διαφορά ανάμεσα σε έναν Πέρση, Εβραίο, ερυθρόδερμο και στον σημερινό επιδρομέα είναι ...

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: «Εικόνα και Λόγος»

 

Του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ποιος είπε, χωρίς να το πολυσκεφτεί, πως η φωτογραφία είναι μια νεκρή εικόνα της ζωής;  

Πάντα κοιτώντας μια φωτογραφία στο παλιό οικογενειακό άλμπουμ ή ένα βιβλίο στα παλαιοπωλεία που διαθέτουν χιλιάδες φωτογραφίες, σε περιοδικά ή, αν είσαι φίλος των συγγραφικών εκθέσεων, θα έχεις, πιστεύω, μέσα σου συχνά ομολογήσει πως οι φωτογραφίες και κινούνται και ομιλούν και ακούνε.

Αρκεί να έχεις εκείνη την ειδητική ικανότητα, που λένε οι ψυχολόγοι, δηλαδή μια έκτη αίσθηση που ακούει και παρατηρεί πως σε κάθε εικόνα, ζωγραφική ή φωτογραφική, υπάρχει δυνάμει μια «ζωντάνια», πάντως την αίσθηση ότι αυτό που αποτύπωσε ο φακός είναι μια απειροελάχιστη στιγμή ακινησίας, πριν και μετά την κίνηση. Αλλά μέσα στη στάση που αποτυπώνεται στο φιλμ και στο χαρτί της φωτογραφίας υπάρχει «ο νους» της κίνησης. Νιώθεις πως το πρόσωπο που φαίνεται να ακινητεί στοχάζεται και φροντίζει αυθόρμητα μηχανικά να πραγματοποιήσει το άλλο βήμα.

Κάθε φωτογραφία είναι η ζωή εν στάσει κι όχι, όπως συνήθως νομίζεται, μια νεκρή ζωή. Γιατί υπάρχουν οι απαισιόδοξοι θεατές των φωτογραφιών που πιστεύουν πως οι φωτογραφίες είναι μια υπόμνηση της ακινησίας του θανάτου.  Εικόνες ακινητούσας ζωής, από την καθημερινότητα, τις γιορτές και τις επετείους, από νεογέννητα παιδιά της φαμίλιας, από παππούδες πριν από την αναχώρηση, από ανθρώπους με μια βαλίτσα στο χέρι, περιμένοντας το τρένο ή την ώρα που δένει το πλοίο, πέφτει η γέφυρα και ετοιμάζεται να επιβιβαστεί ο πατέρας, είτε για να πάει ταξίδι με επιστροφή ή στην εξορία ή στη φυλακή της Αίγινας ή στην Αφρική για να μπορέσει να εξασφαλίσει το μέλλον των παιδιών του, ή ακόμη και στα ευρωπαϊκά σκλαβοπάζαρα της απελπισμένης μετανάστευσης ως εργάτες της σύγχρονης τερατώδους βιομηχανίας.

Εχω περάσει ώρες πολλές με φωτογραφίες, ακόμη και 100 ετών, σε παλαιοπωλεία της οδού Ηφαίστου και έχω μέσα μου συγκρατήσει μικρές τραγωδίες ξενιτιάς, απώλειας, ευτυχίας, πένθους και γιορτής. Ενα οικογενειακό άλμπουμ είναι μια ιστορία της μείζονος οικογένειας από τους προπαππούδες έως χθες σε νεκρές στιγμές μιας ζωντανής ιστορίας.

Οι σκέψεις αυτές ήρθαν και ξαναεπιβλήθηκαν στη σκέψη, απολαμβάνοντας ένα έξοχο βιβλίο με τον σημαίνοντα τίτλο «Ελεγείες» (Εκδόσεις Μετρονόμος), με φωτογραφίες του Βασίλη Κολτούκη και κείμενα του φίλου Γιώργου Μανιώτη, σημαίνοντα ευαίσθητο συγγραφέα έντονων εμπειριών. Συγκεντρώθηκαν 70 φωτογραφίες και απέναντι βρίσκεται ένα ποίημα, εμπνευσμένο από αυτές. Προσοχή! Δεν πρόκειται για μια ποιητική περιγραφή, μια πιστή σε άλλη τέχνη απόδοση κάποιων φωτογραφικών στιγμών. Οχι! Είναι μια μετάβαση σε άλλο χώρο, συνοδεία μιας συναισθηματικής, γνωσιολογικής και ουσιαστικής στιγμής.

Ο φωτογράφος, επαγγελματίας στην τέχνη της φωτογραφίας, έχει ταξιδέψει στον κόσμο και έχει αποτυπώσει, πρώτα στο αρνητικό, ύστερα στο χαρτί, ό,τι ο φακός του αποτύπωσε, περιδιαβάζοντας μέσα στη φύση, στις πόλεις, στα δωμάτια, στα λιμάνια, στις αγορές σε Ανατολή και Δύση, στο φως της μέρας και στα φώτα της νύχτας. 

Και τι κάνει ο ποιητής;  

Ο,τι κάνει κάθε ποιητής, καταγράφει εν μέτρω και ρυθμώ τις εντυπώσεις του. Και για την ποίηση κάθε πραγματικότητα, φυσική, εικονική, φανταστική είναι υλικό που εμπνέει.

Ο ζωντανός Παπαδιαμάντης στο Μοναστηράκι ή ο Παπαδιαμάντης στη γνωστή φωτογραφία του στον υπαίθριο φωτογράφο στη Δεξαμενή της Αθήνας είναι για το μάτι του παρατηρητή ερεθίσματα για σκέψη και συναίσθημα. Οταν αντικρίζεις τη φωτογραφία του Αγγελου Σικελιανού μπροστά στο φέρετρο του Κωστή Παλαμά ή τη σύλληψη του Αλέκου Παναγούλη στη Γλυφάδα με το μαγιό από τους Εσατζήδες, τα συναισθήματα είναι ανάλογα, αν θέλετε ομόλογα, με τα συναισθήματα της ίδιας σκηνής στην πραγματικότητα. Οταν αντικρίζει κανείς το πτώμα του Λόρκα με το τραύμα στο μέτωπο που του «χάρισε» η ισπανική χούντα, δεν χρειάζεται άλλη εμπειρία στην αναζήτηση άλλης συγκίνησης των πραγματικών δεδομένων.

Σκέφτομαι συχνά, και δεν μπορώ να κάνω, όσο κι αν προσπαθώ, αφαιρέσεις, πώς ήταν ο κόσμος χωρίς φωτογραφίες, ταινίες, βίντεο. Τι τοπίο της Αττικής έβλεπε ο Σοφοκλής, ο Ρωμανός ο Μελωδός τι τοπίο της Μικράς Ασίας, ο Ρήγας τι τοπίο στα περίχωρα της Τεργέστης, τι τοπίο ο Διονύσιος Σολωμός, προσπαθώντας να κάνει ποίηση το Μεσολόγγι;

Ο Μανιώτης, μελετώντας τις φωτογραφίες του Κολτούκη, έκανε την ακινησία κίνηση. Εδωσε στα πρόσωπα ιδέες, συγκινήσεις, ακόμα και προθέσεις και όνειρα. Εφτασε να φέρει στο φως κρυμμένες επιθυμίες, αμαρτίες και εγκλήματα. Εχει συμβεί και η αντίστροφη πορεία, ένας φωτογράφος να φωτογραφίζει τοπία και ανθρώπους, εκκινώντας από τη συγκίνηση ή την εικόνα ή το αίσθημα ενός ποιήματος.  

Το ενδιαφέρον στα ποιήματα και στις εικόνες του Μανιώτη και του Κολτούκη βρίσκεται στο γεγονός πως...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ (ΝΕΟ)ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «Ρίζες σε χερσό χωράφι»

 

Του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Εχουν περάσει 60 χρόνια από την εποχή που δημοσίευσα δειλά – δειλά τις πρώτες ποιητικές και δραματολογικές μου προσεγγίσεις. Η πορεία όσων έχουν την ευκαιρία στον καιρό μας να εκθέσουν δημόσια τις απόψεις τους, τις ανησυχίες τους, τις φαντασιώσεις τους, τις απορίες τους, τις προκλήσεις και, γιατί όχι, τις επικλήσεις τους, εκκινεί από τον αυθόρμητο αυτοσχεδιασμό, συχνά από μια ανάγκη να δώσεις διέξοδο και να κριθείς από την ποιότητα ή τη σοβαρότητα των αποριών σου και των αδιεξόδων σου.

Ωρίμαζα σε μια δύσκολη, και για τη χώρα και για την οικογένειά μου, εποχή. Δεν ήταν μόνο τα οικονομικά αδιέξοδα (κάποια εποχή η οικοκυρά μητέρα μου βρέθηκε μόνη με τρία αγόρια, γύρω στα 12 πάνω κάτω, με πατέρα εξόριστο κι ύστερα κρυπτόμενο την εμφυλική Ελλάδα, δίνοντας ιδιωτικά μαθήματα), αλλά και πνευματικές παρωπίδες που ήταν οι εκπαιδευτικές συνθήκες της εποχής.

Δεν αγνοώ πως οι δάσκαλοί μας έκαναν ό,τι μπορούσαν για να μας εφοδιάσουν με εργαλεία. Οφείλω σε φωτισμένους δασκάλους την αγάπη μου προς τη λογοτεχνία, την ανάγνωση της πνευματικής κληρονομιάς της ανθρωπότητας, σε εποχή που, έξω από το σπίτι μας, γωνία σε σταυροδρόμι, υπήρχε φυλάκιο, όπου τις νύχτες βωμολοχούσαν συμπολίτες που επιστρατεύονταν να καιροφυλακτούν, μήπως μας επιτεθούν οι εσωτερικοί εχθροί, πολλοί από τους οποίους ήταν γείτονες και συγγενείς.

Ετσι, οι φωτισμένοι δάσκαλοι, κινούμενοι από το ένστικτο, μας όπλισαν με γερή γλωσσική αρματωσιά.  

Είχα αξέχαστους δασκάλους στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού που με εφοδίαζαν από τη δημόσια βιβλιοθήκη της Αταλάντης βιβλία με έργα του Παπαδιαμάντη, του Βιζυηνού έως το «Δίχως Θεό» του Τερζάκη και μου απαιτούσαν να τους παραδώσω πέντε σελίδες περίληψη των όσων διάβαζα. Ηταν μόλις είχαν εμφανιστεί στην αγορά τα BIC της πρώτης γενιάς και ξόδεψα δεκάδες, γράφοντας στην έρημη εμφυλιοπολεμική περίοδο σε μια Λαμία, έδρα μεγάλης στρατιωτικής στρατιάς που εκστράτευε προς το Καρπενήσι, κυνηγώντας συνέλληνες και γείτονες!

Δύο ήταν οι τρόποι να διοχετεύσουμε τη νεανική μας ορμή. Το κλωτσοσκούφι και τα βιβλία.  

Τα υπηρέτησα και τα δύο. Υπήρξα επιτυχημένος τερματοφύλακας της ομάδας της γειτονιάς και συνάμα ένας μανιακός αναγνώστης. Γιος φιλολόγου είχα στη διάθεσή μου μια πλούσια βιβλιοθήκη, από την οποία βέβαια έλειπαν τα σύγχρονα λογοτεχνικά κείμενα, Τερζάκης, Βενέζης, Αγγελος Βλάχος, Μυριβήλης, Γαλάτεια Καζαντζάκη και, φυσικά, Νίκος Καζαντζάκης, επισήμως απαγορευμένος ως επικίνδυνος άθεος και αριστερός!

Είχα δυο – τρεις συμμαθητές που, ακόμη και τώρα, επικοινωνούμε και με κάποιους συγγενέψαμε, που ανταλλάσσαμε βιβλία που δανειζόμαστε από τη δημοτική βιβλιοθήκη. Τότε άρχιζαν κι οι πρώτες δειλές απόπειρες να γράψουμε δικά μας κείμενα. Εγώ ποιητικά επικολυρικά με εκατοντάδες τετράστιχα που φωτισμένοι δάσκαλοι έφταναν να με εμπιστευθούν και σε εθνικές επετείους να τα απαγγείλω στις σχολικές γιορτές. Θα έπρεπε κάποτε να γραφτεί ένας δημόσιος έπαινος για τον ανώνυμο δάσκαλο που γαλούχησε γενιές στη λογοτεχνία, ελληνική και παγκόσμια. Σε μια εποχή που εκατοντάδες συμπολίτες και γείτονες ήταν στα ξερονήσια κάτω από τα μαξιλάρι μου υπήρχε Ντοστογιέφσκι, Στάινμπεκ, Καμύ, Μαρκ Τουέιν, «Ερωτόκριτος» και Καρκαβίτσας, «Πάπισσα Ιωάννα» και «Σκελετόβραχος».

Ως δάσκαλος αργότερα έθεσα ως πρώτο σκοπό της ζωής μου την προσπάθεια να ανακαλύπτω, να προβάλλω, να δημοσιοποιώ, έστω και πρωτόλεια, γραπτά μαθητών μου, να τα συστήνω σε εκδότες, να τα προωθώ σε δημοτικές βιβλιοθήκες και να διαθέτω κάθε μήνα  μια – δυο μέρες να πηγαίνω σε σχολεία, όπου υπηρετούσαν παλιοί μου συμμαθητές και να συζητώ με τα παιδιά, να συνιστώ βιβλία, να αναλύω βιβλία, αλλά και κινηματογραφικές ταινίες που θα παίζονταν στο σινεμά. Αν μάλιστα επρόκειτο στην επαρχιακή μας πόλη να υποδεχθούμε σοβαρό περιοδεύοντα θίασο, να αναλύω στους μαθητές τα έργα που θα παίζονταν και, όταν ο θίασος έφτανε, προκαλούσα ειδικές μαθητικές παραστάσεις σε ώρες σχολείου με την παρακολούθηση μαζικά των μαθητών.

Συχνά συντηρητικοί συνάδελφοι αντιδρούσαν και αποκαλούσαν δάσκαλο και μαθητές «θεατρίνους», αλλά ευτυχώς υπήρχαν επιθεωρητές και ανώτατοι υπάλληλοι του υπουργείου Παιδείας (υπουργείο Πολιτισμού δεν υπήρχε τότε) που, όχι μόνο το επέτρεπαν, αλλά απένειμαν και έντυπη επίσημη αναγνώριση της προσφοράς.

Ακόμη και σήμερα σε πρεμιέρες συναντώ εβδομηντάρηδες μαθητές μου που συνοδεύουν τα εγγόνια τους και σπεύδουν να με χαιρετήσουν και να αναφερθούν στις εφηβικές τους μυήσεις στο Εθνικό Θέατρο, στον Κουν, στο «Πειραϊκό Θέατρο» του Ροντήρη, στο Ηρώδειο και στην Επίδαυρο και στα υπαίθρια αμφιθέατρα του Αιγάλεω, της Νέας Μάκρης, της Νίκαιας, της Πετρούπολης, του Βύρωνα.

Μια εποχή χωρίς τηλεόραση, χωρίς βίντεο, χωρίς κασέτες και με βιβλία ακριβά και σπάνια στην επαρχία. Για να εφοδιάσω μαθητές μου με έργα του Σαίξπηρ στις αθάνατες μεταφράσεις του Ρώτα και του Καρθαίου έκανα παραγγελία στον «Ικαρο» και έστελνε όσα αντίτυπα παράγγελνα.  

Το δυστύχημα είναι πως τώρα...

 

ΠΑΣΧΑ - ΘΡΗΣΚΕΙΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ζαβολιές

Του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Το είχα κι άλλοτε σηµειώσει: θεολόγος καθηγητής πανεπιστηµίου επισκέπτης σε µοναστήρι στη Φθιώτιδα ξεναγείται από τον ηγούµενο στους χώρους της εγκαταβίωσης και της µοναστικής ζωής.  
 
Oταν φτάνουν στην τράπεζα όπου οι καλόγεροι τρώνε, ενώ ο καλλίφωνος ψάλλει συνήθως περί θανάτου κείµενα, ο ηγούµενος κοιτώντας κατάµατα τον καθηγητή τού λέει:

«Κύριε καθηγητά, από τότε που µας πληµµύρισαν οι θεολογικές σπουδές και πήξαµε στις δογµατικές και άλλες αναλύσεις, οι τοίχοι των µοναστηριών ορφάνεψαν από αγίους»!  
 
Τα ξανασκέφτηκα αυτά τα σκληρά λόγια, όταν αυτές τις ηµέρες των Αγίων Παθών, παρακολουθώντας από την τηλεόραση ή σε ναό τις ακολουθίες αισθάνθηκα να απαξιώνοµαι και τους διπλανούς µου να άχθονται όταν µεσούσης της ακολουθίας µε τα υπέροχα ποιητικά κείµενα και τη µουσική που µετουσιώνει, κάποιος ιεροκήρυκας διέκοπτε τη µυσταγωγία για να «αναλύσει» τα ευαγγελικά κείµενα. Με τη γνωστή νυσταλέα ρητορική τυπολογία, µια παφλάζουσα και επηρµένη φλυαρία άδειασαν στα κεφάλια των πιστών κοινοτοπίες, φοβικές απειλές, αηδέστατες αναλογίες µε αφελείς ερµηνείες των συµβόλων κ.τ.λ.

Θα τολµούσα να θέσω προς συζήτηση την εξής πρόταση.

Αν θεωρείται απαραίτητο το κήρυγµα, δηλαδή η εκλαΐκευση και η διδακτική (και δασκαλίστικη) ανάλυση των ευαγγελίων και των δογµάτων, γιατί δεν αφήνεται στην επιλογή των επιζητούντων. Ετσι όταν τελειώνει η λειτουργία ή η ακολουθία ή ο εσπερινός µετά το «δι’ ευχών» όσοι θέλουν από τους πιστούς ας παραµένουν και ο ιεροκήρυκας ας εκπληρώσει το καθήκον για το οποίο πληρώνεται.

Να δούµε πόσοι θα µείνουν!!

∆ιότι φοβάµαι πως...
 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΨΩΝΑΡΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Από την πηγή στο υδραγωγείο

 

Του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Αρχίζω αυτό το σημείωμα με μια υπενθύμιση, ώστε να μην παρεξηγηθούν όσα θα καταθέσω. Αποφοίτησα με άριστα από τη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, με δασκάλους τον Δημήτρη Ροντήρη και τον Γιάννη Σιδέρη. Παράλληλα, σπούδαζα στο Αθήνησι Φιλολογία και ειδικότερα Αρχαιολογία. Αργότερα, ως κριτικός πλέον (εδώ και 52 χρόνια) στο «ΒΗΜΑ» και στα «ΝΕΑ» δίδαξα σε όλες τις ιδιωτικές σχολές θεάτρου και στο Εθνικό Θέατρο, όπου χρημάτισα και διευθυντής της Σχολής. Αρα πιστεύω πως η θεατρική μόρφωση είναι εφόδιο για έναν ηθοποιό. Αλλά με μια βασική διαφορά σε σχέση με τις όποιες άλλες σπουδές. Οταν προσέρχεσαι στις εξετάσεις για την είσοδο σε μια πανεπιστημιακή σχολή (στη Νομική, στη Φιλοσοφική, στην Ανωτάτη Εμπορική, στο Φυσικό, στο Μαθηματικό κ.τ.λ.), δίνεις εξετάσεις σε μαθήματα που διδάχθηκες στο Λύκειο: Εκθεση, Αρχαία και Νέα Ελληνικά, Ιστορία ή Φυσική, Χημεία, Μαθηματικά κ.λπ.

Για να εισαχθείς σε μια Σχολή Τέχνης – Θέατρο, Μουσική, Χορός, Ζωγραφική – εξετάζεσαι, εκτός από την επάρκεια στη γλώσσα (με μια έκθεση ιδεών), και στην ικανότητά σου να ζωγραφίζεις, να χορεύεις, να παίζεις ένα μουσικό όργανο ή να τραγουδάς και να παρουσιάζεις έναν θεατρικό μονόλογο (αρχαίου δράματος και σύγχρονου παγκόσμιου θεάτρου).  

Για να ασχοληθείς με την Αρχαιολογία ή τα Χρηματιστηριακά ή τη Γεωπονία εισέρχεσαι σε μια ειδική σχολή με κριτήριο ότι έχεις καλά εφόδια από την εγκύκλια εκπαίδευση.

Οταν μπήκα στη Φιλοσοφική, δεν γνώριζα κατά πού έπεφταν τα μνημεία των Σουμερίων, ούτε τι ήταν η σαπφική στροφή, ούτε βέβαια τη μετρική του Οβιδίου. Οι εισαγωγικές εξετάσεις, και στην εποχή μου και τώρα, απαιτούν μια επαρκή γνώση των μαθημάτων που έλαβες στο Λύκειο. Με 18 στα Λατινικά ένας συμμαθητής εισέρχεται στα Νομικά, άλλος συμμαθητής στη Φιλοσοφική και άλλοι συμμαθητές στο Παιδαγωγικό Τμήμα. Για να γίνεις όμως δεκτός σε Ωδείο, σε Σχολή Καλών Τεχνών ή σε Δραματική Σχολή εξεταζόσουν σε ένα μουσικό όργανο ή τραγουδούσες μια άρια όπερας ή ένα τραγούδι δημοτικό ή του Χατζιδάκι και για να εισαχθείς σε Δραματική Σχολή, σε θεατρικό μονόλογο, δραματικό ή κωμικό. Επειδή η είσοδος σε όποια ανώτερη ή ανώτατη σχολή είχε κλειστό αριθμό εισακτέων, οργίαζε η φροντιστηριακή σπουδή, ώστε οι μαθητές να αναπληρώσουν κενά, να πλουτίσουν σε ύλη και να αποκτήσουν μια κάποια ενημέρωση.

Για να σπουδάσεις όμως θέατρο, μουσική ή εικαστικές τέχνες (Αρχιτεκτονική, Ζωγραφική, Γλυπτική, Χαρακτική) έπρεπε, κυρίως, να εξεταστείς στο σχέδιο ή στην ανάγνωση παρτιτούρας ή στην απόδοση ενός μονολόγου αρχαίου και νεότερου δράματος. Στις σχολές θεάτρου όπου υπήρχαν πολλές προσελεύσεις γινόταν μια πρώτη επιλογή με τους μονολόγους και όσοι επιλέγονταν, τους δινόταν η ευκαιρία να μελετήσουν με έναν συνεξεταζόμενο μια σκηνή από θεατρικό κείμενο που πρότεινε η σχολή. Αρα για τη σπουδή στις τέχνες, κυρίως στις παραστατικές, αλλά και στις εικαστικές, δεν αρκούσαν οι λυκειακές γνώσεις. Επρεπε να κριθεί και μια βασική γνώση της τέχνης που επιθυμούσε ο υποψήφιος να σπουδάσει. Εγώ, λ.χ., έδωσα εξετάσεις στον Ροντήρη, όντας φοιτητής στη Φιλοσοφική. Δεν ρωτήθηκα και δεν έπαιζε ρόλο στην επιλογή μου. Επαιξα Ευριπίδη (τον Πολυμήστορα από την «Εκάβη») και έναν μονόλογο από το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» του Σαίξπηρ. Αυτά βρήκα στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου.

Οι λυκειακές ή πανεπιστημιακές γνώσεις του υποψήφιου ηθοποιού δεν μετείχαν στη διαδικασία επιλογής σε δραματική σχολή.  

Παλιότερα ο Νέζερ (ο μέγας κωμικός που έπαιξε Μολιέρο μέσα στην Κομεντί Φρανσέζ στα ελληνικά!) είναι πρόβλημα αν ήξερε ανάγνωση. Εκανε πρόβες με τον υποβολέα. 

Η Κοτοπούλη, η Κυβέλη, η Παξινού, ο Μινωτής, ο Ηλιόπουλος, ο Φωτόπουλος δεν είχαν καμία θεατρική παιδεία. Και όλοι, κυρίως οι επιθεωρησιακοί πρωταγωνιστές (από τον Χατζηχρήστο ως τη Ρένα Ντορ).  

Αρα η σπουδή του θεάτρου είναι...

 

ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η γεωγραφία των ηθών

 

Toυ ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Οταν αναφερόμαστε συνήθως σε παγκοσμιοποίηση, εννοούμε την οικονομία, τους όρους και τις μεθόδους παραγωγής και διάθεσης και κατανομής των αγαθών. Και πράγματι, όχι μόνο ταξιδεύοντας στην Ευρώπη έως τον Βορρά, αλλά πλέον και στην Ασία και στην Αφρική και στην Αυστραλία οι νόμοι της αγοράς και γενικώς οι συναλλακτικές συνθήκες είναι ίδιες. Θρίαμβος του καπιταλισμού, χωρίς αμφιβολία.  

Ο Λένιν, όταν επικράτησε στη Ρωσία, δογμάτισε πως καθήκον του κράτους, όσον αφορά στην παραγωγή και τη διάθεση των αγαθών, ήταν να μιμηθούν οι καθυστερημένες αγορές της Ανατολής το αμερικάνικο μοντέλο της αγοράς. Και αυτή η πολιτική επιλογή έγινε ως τις μέρες μας κανόνας και της Ρωσίας του Πούτιν.  

Δείτε σε ποιους και με ποιους όρους ασκεί πολιτική. Βλέπετε εσείς να αντιπαραθέτει την Ορθοδοξία στον Προτεσταντισμό ή να συγκρίνει το ήθος του Ντοστογιέφσκι και των ηρώων του με τα ήθη του Δάντη ή, κυρίως, του Τένεσι Ουίλιαμς;

Η αγορά είναι πλέον ό,τι στην ιστορία των λαών ήταν ο βωμός, ο ομφαλός της πόλης. Σκέφτομαι αυτές τις μέρες πώς θα αντιδρούσε η γιαγιά μου στην Αταλάντη ή ο παππούς μου στην Υπάτη, όταν μάθαινε πως στη Φινλανδία, χώρα που στην κοινή συνείδηση συνδέεται με πρωτοποριακά ήθη και στους θεσμούς και στις ιδέες και κυρίως στον κώδικα συμπεριφοράς, σηκώθηκε θύελλα πολιτικών και ηθικών διαμαρτυριών, διότι η νεότατη (36 ετών) πρωθυπουργός, σε ιδιωτικό πάρτι, χόρεψε, κοινώς ξεσάλωσε, και μιμήθηκε ήθος που για τον κώδικα ηθικής των παραδόσεων της χώρας της και όλου του ευρωπαϊκού Βορρά θεωρούνται υπερβάσεις του μέτρου.

Ο καλοπροαίρετος παρατηρητής των ευρωπαϊκών ηθών θα βρισκόταν σε πλήρες αδιέξοδο να κατανοήσει πώς, σε μια κοινωνία, όπως όλες οι βορειοευρωπαϊκές, που εδώ και δεκάδες χρόνια έχει θεσμοθετήσει την ισότητα των φύλων, τη καθολική εκπαίδευση, ακόμη και των μεταναστών, έχει προσθέσει στην εκπαίδευση την επιστημονική πληροφόρηση των νέων για το σεξ και έχει απαλλάξει την παιδεία και την κοινωνική συμπεριφορά από τους φετφάδες της θρησκείας, πώς, λοιπόν, έφτασε να δημιουργήσει μέγα πολιτικό πρόβλημα, διότι σε ιδιωτικό πάρτι η νεαρά πρωθυπουργός χόρεψε, θέλετε, ξεσάλωσε.

Ζούμε σε μια χώρα που οι πολιτικοί μας, από την εποχή του Μακρυγιάννη, παρευρίσκονται στα πανηγύρια, χορεύουν στις πλατείες, συχνά πυροβολούν στις γιορτάδες μέρες στον γάμο του Καραγκιόζη. Πολιτικός που περιοδεύει και σε μέρες πανηγυριού δεν μετέχει στον λαϊκό εορτασμό πολύ γρήγορα θα ψάχνει να βρει την ψήφο του στην κάλπη. Ακόμη και οι χουνταίοι τον Απρίλιο του 1967, λίγο μετά το πραξικόπημα, το Πάσχα της χρονιάς εκείνης, βρέθηκαν στα λαϊκά πανηγύρια και χόρεψαν καλαματιανούς για να στηρίξουν, μέσω της κατάφασης των λαϊκών ηθών, την πολιτική τους απάτη.  

Θυμίζω για την ιστορία πως στην ευρωπαϊκή ιστορία η δυτική θρησκευτικότητα διασπάστηκε, όταν ο λαϊκός χαρακτήρας, ιδιαίτερα του Νότου του καθολικισμού, με τις λιτανείες, τις χορωδίες ψαλτών, τις περιφορές του Επιταφίου, ήρθε αντιμέτωπος με την εσωστρέφεια του Βορρά, αποτέλεσμα σαφώς και των κλιματικών συνθηκών.

Ενας κλάδος της λουθηρανικής απόσπασης από το Βατικανό κυριάρχησε στην Ελβετία και, ταυτίζοντας πολιτική και θρησκεία, δημιούργησε ένα κράτος, στο οποίο απαγορεύτηκε το γέλιο. Και μάλιστα την ίδια εποχή που οι πρωτοπόροι ανθρωπολόγοι όριζαν τον άνθρωπο ως το ζώο που γελά! Είναι ο Προτεσταντισμός που δογμάτισε, με κύριο πυρήνα τη «Θεία Χάριν», μια προίκα που δεν είχε ο πιστός, όπως στον Καθολικισμό και στην Ορθοδοξία, από τον βίο του και τον αγώνα του, αλλά είναι προνόμιο που του απονέμει ο Θεός εκλεκτικά. Αυτό το δόγμα πρυτάνευσε και στην ιστορία της Ζαν Ντ’ Αρκ που, κόντρα στο Βατικανό, συνομιλούσε απευθείας με την Παναγία!

Επανέρχομαι στην απροσδόκητη καθηκοντολογία των πρόσφατων γεγονότων στη Φινλανδία. 

Η νεαρή πρωθυπουργός, σε ιδιωτικό πάρτι που έκλεψαν τα δρώμενά της γλεντοκόποι ή προδότες κάτοχοι κινητών τηλεφώνων, χόρεψε σε εποχή πανδημίας, άρα και μαζικού πένθους. Οι απαντήσεις αυτής της ηθικής των κανόνων βρίσκονται...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τραγωδία και τραγούδι

Του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Οι έλληνες σοφοί, στα χρόνια που ακόμα το Γένος εδούλευε στον τούρκο κατακτητή, μελετώντας την ιστορία και, κυρίως, τα δημιουργήματα του Ελληνα ως μέλους της Κοινότητας και με έντονη την προσπάθεια να δηλώσουν και να αποδείξουν με έργα τη συνέχεια του Γένους, μια έμμονη και λογική επιθυμία και με τεκμήρια στέρεη υπόθεση, αναζήτησαν μέσα από έργα και τα ήθη της Τουρκοκρατίας τους αρμούς μιας συνεχούς πορείας από τον Ομηρο ως τα δημώδη άσματα των Ακριτών και των δούλων της τουρκικής εξουσίας.  

Ηδη από τον Ομηρο έχουμε μια σαφή εικόνα των πηγών του λυρισμού, πέρα από την επική ποίηση. Εκείνο που κυριαρχεί στην επαφή μας με τα ομηρικά έπη είναι ένας λυρισμός (άσμα με συνοδεία λύρας) που εκφράζει συναισθήματα ατομικά ή μαζικά, αλλά δημόσια, έτσι ώστε σε πολλές εκδηλώσεις του δήμου το άσμα συνοδεύεται από χορό. Τραγούδια του γλεντιού, του γάμου, του αποχαιρετισμού ή της υποδοχής των ξενιτεμένων συμπολιτών, μοιρολόγια και τραγούδια σε θρησκευτικές γιορτές που είχαν μια δημόσια μαζική παρουσία. Τα «εγκώμια» του Επιταφίου, τα αναστάσιμα άσματα και οι λιτανείες που γίνονταν για να ζητηθεί η θεία επέμβαση σε περίοδο λιμών, λοιμών, μαχαίρας κ.τ.λ.

Εκείνο που κάνει την ελληνική ποίηση να διαφέρει από την ευρωπαϊκή είναι καταρχάς ο τρόπος και το ήθος της επικοινωνίας της.  

Στην Ευρώπη, που δεν είχε τη μοίρα μιας πολύχρονης δουλείας, πολύ γρήγορα ο λυρισμός έφυγε από την ομάδα και έγινε ατομικό πνευματικό άθλημα. Πολύ γρήγορα στην Ευρώπη οι λαϊκοί χοροί πέρασαν στην έντεχνη μουσική δημιουργία και ο Μπαχ, π.χ., γράφει μενουέτα, ο Μότσαρτ ροντό, ο Μπετόβεν σουίτες.

Στα Βαλκάνια, κάτω από τον πέλεκυ του Ισλάμ και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, με παράδοση από τον Ομηρο χωρίς διακοπή έως τον 19ο αιώνα, κυριαρχεί στο δημώδες άσμα που, ιδιοφυώς, ονομάστηκε τραγούδι, από τη λέξη «τραγώδιον», λυρικό άσμα ενταγμένο μέσα στη φόρμα της τραγωδίας. Πράγματι, αν ανατρέξουμε στα κείμενα των τραγικών και του Αριστοφάνη θα συναντήσουμε σε κάθε στάσιμο ρυθμούς και κινήσεις του ποιητικού λόγου που πρότυπο έχουν ομαδική λυρική έκφραση και συνάμα χορευτική κίνηση. Από το χορικό της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή που υμνεί τον έρωτα ως τα ερωτικά τραγούδια του Πόντου, της Ηπείρου και της Κρήτης δεν υπάρχει διαφορά ούτε στο θέμα, ούτε στο ήθος, ούτε στην οικεία κίνηση εντός ενός αναγνωρίσιμου ρυθμού. Και παλιότερα εδώ είχα επισημάνει πως τα αφηγηματικά δημώδη άσματα που ονομάζονται Παραλογές δεν είναι τίποτε άλλο από παρακαταλογές, δηλαδή δημόσια άσματα που αφηγούνται σε μια ομήγυρη μια ιστορία με έντονα τα λαϊκά μοτίβα του θαυμαστού.

Ευρισκόμενος εδώ και λίγες μέρες και για δύο μήνες στην αττική εξοχή, ξαναγύρισα στην αυλή του χωριάτικου σπιτιού στην αγαπημένη ακρόαση του ραδιοφώνου. Και χάρηκα, όταν ξαναβρήκα εκπομπές από μανικούς γνώστες της ελληνικής παράδοσης του τραγουδιού που εξαντλούν όλο το εύρος της λυρικής περιπέτειας της γλώσσας μας και των μελωδιών της. Πολύτιμες εκπομπές που μας ξαναφέρνουν στη μνήμη και στο συναίσθημα σταθμούς της τραγουδιστικής εποποιίας. Λόγω του πρόσφατου θανάτου του Μίκη Θεοδωράκη πολύωρες εκπομπές διατρέχουν το πολύτιμο και βαθύρριζο έργο του αείμνηστου συνθέτη. Ετσι επαναφέρουν στη συνείδηση μεγάλες στιγμές που, δυστυχώς, αν έλειπαν αυτές οι ενθυμήσεις, ιδίως στα νέα παιδιά, θα άφηναν στο σκοτάδι τον μεγάλο γάμο ποίησης και μουσικής που κατόρθωσε μια γενιά δημιουργών από το 1945 ως το 1995, περίπου. Ο Μίκης Θεοδωράκης, και πριν και μαζί ο Μάνος Χατζιδάκις, όντως λειτούργησαν ως μουσικοί δάσκαλοι του Γένους και πάντρεψαν τη μεγάλη ποίηση με τη μουσική. Οπως το έκαναν ο Πίνδαρος, η Σαπφώ και, βέβαια, ο Ρωμανός ο Μελωδός και οι ποιητές του «Ερωτόκριτου» και της «Ερωφίλης».

Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε Σολωμό, Κάλβο, Παλαμά, Σικελιανό, Καρυωτάκη, Ρίτσο και, φυσικά, Ελύτη, Σεφέρη, Αναγνωστάκη, Κατσαρό, Βρεττάκο, Ελευθερίου. Από την άλλη μελοποίησε χορικά τραγωδιών (τις «Ικέτιδες», την «Ορέστεια», τους «Επτά επί Θήβας», τον «Προμηθέα Δεσμώτη» του Αισχύλου σε μεταφράσεις μου και την «Ηλέκτρα» και την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, τη «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη με μεταφράσεις μου και τις χρησιμοποίησε για λιμπρέτα των αντίστοιχων οπερών του).

Αλλά και ο Χατζιδάκις προηγήθηκε με μελοποίηση μεγάλων ποιητών, του Λόρκα. Ξαρχάκος, Λεοντής, Μαρκόπουλος, Κουρουπός και άλλοι έντεχνοι, λεγόμενοι, έδωσαν ρυθμό και μελωδικό κύρος σε μεγάλες ποιητικές συνθέσεις.

Δυστυχώς στους αχρείους καιρούς που ζούμε...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΨΕΥΤΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Περί του ψεύδους


Σήμερα Πρωταπριλιά και εορτάζεται το ψεύδος. 

Αλήθεια, τι εορτάζεται; 

Το πόσο σπάνια λέμε ψέματα και ως εκ τούτου θριαμβολογούμε για τις αλήθειες μας που απωθούν τα ψεύδη;  

Εορτάζουμε γιατί το ψεύδος τιμάται ως κυρίαρχο συστατικό της ηθικής, της πολιτικής, της προσωπικής μας ζωής;

Εν πρώτοις, καλό είναι να διαστέλλουμε το ψεύδος από τα λάθη και την πλάνη.  

Το λάθος, κυριολεκτικά εκ του «λανθάνω», όπως και η λήθη, είναι μια ξεχασιά, αυτή είναι η πρώτη σημασία του. Δεν κάνω, δεν λέω, δεν προβλέπω, δεν σχεδιάζω κάτι, επειδή έχω λησμονήσει μεθόδους, ιδέες, λύσεις, προοπτικές και ως εκ τούτου, χωρίς εφόδια, σκοντάφτω, παραπλανώμαι, αδικώ, βλάπτω και βλάπτομαι. 

Η πλάνη, πάλι, είναι άλλου είδους ελάττωμα. Σχηματίζω γνώμη, χωρίς να έχω πληρότητα πληροφοριών ή έχοντας συλλέξει λαθεμένες πληροφορίες. Η πλάνη είναι μια περιπλάνηση σε οδούς και χώρους που φαίνονται ότι είναι οι ζητούμενοι ή φαντάζουν και υπόσχονται ό,τι αναζητώ. Κοιτώ αλλού, ερμηνεύοντας όμοια ή ανόμοια σημεία.

Το ψεύδος είναι πράξη συνειδητή, με σκοπούς ποικίλους.  

Εν πρώτοις, ψεύδομαι για να καλύψω λάθη, παραλείψεις, πράξεις παράνομες, ανήθικες, ανόητες ή φαντασιώσεις. 

Ο ψευδόμενος δεν πλανάται, δεν λανθάνει, επιστρατεύει τη λογική του, το όποιο κύρος του, την κοινωνική του θέση, την αδυναμία του, τις επαγγελματικές του δεξιότητες ή την έλλειψη αποτελεσματικότητας στον χώρο όπου δρα για να αποφύγει συνέπειες, τιμωρίες, κριτική, θέση σε κάποια ιεραρχία και μελλοντικές προοπτικές σταδιοδρομίας. 

Το ψεύδος απαιτεί μεγαλύτερες ικανότητες, δεξιότητες, πειθώ, από την αλήθεια. Ο ψεύτης διαθέτει λεκτικό πλούτο, δεινότητα στον σχεδιασμό των πράξεών του, πειθώ, άρα και έντονη προσωπικότητα, αρνητική στο βάθος, αλλά πολύτιμη για να γεφυρώσει το ψεύδος μέσα σε παραπλανητικά τείχη και αληθοφανείς εντυπώσεις. 

Το ψεύδος μέσα στην οικογένεια ή στον επαγγελματικό μας χώρο βλάπτει σαφώς, αλλά στα όρια των απωλειών ή της ζημιάς που κάνει στα συγκεκριμένα πρόσωπα. Ψεύδονται οι πατέρες, οι μητέρες, τα παιδιά, οι παππούδες και οι γιαγιάδες, τα εγγόνια, οι συγγενείς και οι συνάδελφοι, οι γείτονες, ακόμη και ο επαγγελματίας της γειτονιάς που συναλλάσσεται με τους πελάτες της περιοχής του. Εκεί ισχύει το λαϊκό μότο πως ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται. Σαφώς η ψευτιά έχει προκαλέσει ζημιές ή έχει φέρει παράνομα κέρδη, αλλά ο τρόπος που διαχειρίζεται ο ψεύτης τα προϊόντα, υλικά ή ηθικά, του ψεύδους του κάποτε αποκαλύπτεται, αλλά και η ζημιά εξαντλείται στον στενό, οικογενειακό, κοινωνικό περίγυρο.

Το μέγα πρόβλημα είναι όταν η ψευτιά γίνεται σχεδόν θεσμικό στοιχείο της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής. 

Ο στρατηγός που ψεύδεται, όσον αφορά το αξιόμαχο των στρατιωτών του, ο πολιτικός που ψεύδεται, όσον αφορά την επάρκεια, την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των αμυντικών εξοπλισμών ή την ανάγκη και των επιθετικών, ο υπουργός Οικονομικών που παρουσιάζει εν γνώσει του προϋπολογισμό που εξασφαλίζει στην κρατική μηχανή την κάλυψη των τακτικών και των έκτακτων αναγκών, ιδίως σε καιρούς γενικότερης οικονομικής κρίσης, ο υπουργός και οι ειδικοί που επανδρώνουν τα ιδρύματα, κρατικά και ιδιωτικά, εκπαίδευσης, που διαβεβαιώνουν ψευδώς και εν γνώσει των συνεπειών την επάρκεια και τη σοβαρότητα των γνώσεων που οπλίζουν τους νέους για να αντεπεξέλθουν στις προκλήσεις, μορφωτικές και παραγωγικές, του μέλλοντος. Οι δάσκαλοι σε όλους τους κλάδους που συνειδητά αποφεύγουν την ενημέρωση πάνω στις μεθόδους και στα εργαλεία που ευρύνουν τις δεξιότητες και το εύρος, κυρίως των νέων γνώσεων και μεθόδων. Οι έμποροι σε όλο το ευρύ φάσμα των προϊόντων της αγοράς που δεν εξασφαλίζουν υψηλές ποιότητες εργαλείων, προϊόντων και μεθόδων, ώστε να τροφοδοτούν τις ανάγκες της κοινωνίας με ποιότητες που να βελτιώνουν τις συνθήκες ζωής της κοινότητας. Με ψευδή πληροφόρηση, ψευδείς υποσχέσεις, ψευδή τεκµηρίωση και απόκρυψη των πιθανών παρενεργειών ή ελλείψεων ή σφαλμάτων των προϊόντων βλάπτουν πολλαπλά την οικονομία, την υγεία, αλλά κυρίως την κρατική υπόληψη και την επαγγελματική πίστη.

Η πλάνη, το λάθος στη ζωή είναι συγγνωστά και διορθώσιμα, το ψεύδος είναι έγκλημα, όταν μάλιστα φορέσει το επίσημο ένδυμα της πολιτείας και γίνει εργαλείο αποπροσανατολισμού των πολιτών.  

Ετσι σήμερα που γιορτάζεται (!) το ψεύδος ας συνειδητοποιήσουμε πως...

 

ΑΝΘΡΩΠΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η ζήλεια ως ζωώδες ένστικτο

 

Του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Εχει σαφώς ενδιαφέρον, και ηθικό και κοινωνικό και ψυχολογικό, το φαινόμενο που απασχολεί τον τελευταίο καιρό και το δημόσιο και το ατομικό ενδιαφέρον. Οι γυναικοκτονίες, όπως τείνει να αποδεχθεί τον όρο η επικαιρότητα. Αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για συζυγοκτονίες, ανεξάρτητα αν είναι νόμιμες ή συντροφικές σχέσεις ανδρός και γυναικός.

Βεβαίως το σημαίνον είναι πως τα θύματα είναι κυρίως οι γυναίκες – σύντροφοι, με θύτες τους άνδρες. Επεσαν πολλοί να αναγάγουν το φαινόμενο σε πολιτικά αίτια, οικονομικά, αδιέξοδα, ανεργία, ακόμα και θρησκευτικά.

Σαφώς, αν ερευνήσει κανείς σε βάθος, ίσως και να παρατηρήσει στην αφετηρία και τέτοιου είδους αίτια. Αλλά κυρίως και παγίως το κυρίαρχο αίτιο είναι η ζήλεια. Και η ζήλεια είναι ένα βαθιά ριζωμένο στην ανθρώπινη ιστορία αίτιο. Αν ψάξει κανείς στις ρίζες της ανθρώπινης αφήγησης ο πρώτος μαρτυρούμενος από τις Γραφές φόνος στην αρχή της ανθρώπινης συμβίωσης έγινε από τον Κάιν και ήταν φόνος φθόνου και ζήλειας.

Στα μεγάλα ποιητικά κείμενα του πολιτισμού, είτε στα ομηρικά έπη, είτε στη Γραφή, είτε στη Μαχαμπχαράτα, είτε στα χρονικά των Βρετανών, είτε στις βορειοευρωπαϊκές σάγκες, παντού θα συναντήσουμε αποτρόπαια εγκλήματα με συζυγοκτονίες, μητροκτονίες, παιδοκτονίες, αδελφοκτονίες. Αλλά, συνήθως, επικρατεί η συζυγοκτονία, όπου η ζήλεια, το κατεξοχήν κτητικό, ολέθριο σύνδρομο οδηγεί γυναίκες ή άνδρες, συζύγους, στη δολοφονία του συντρόφου τους.

Αλλάζει συνήθως η μέθοδος. 

Οι γυναίκες οδηγούν στον Αδη τον σύζυγο, τις πιο πολλές φορές με δηλητήριο στο ποτό.

Οι άντρες προτιμούν το μαχαίρι και αργότερα το όπλο.

Η Κλυταιμνήστρα σκοτώνει τον Αγαμέμνονα στο λουτρό, όταν εκείνος επιστρέφει νικητής και τροπαιούχος από την Τροία, φέρνοντας μαζί του και την Κασσάνδρα, βασιλοπούλα της ηττημένης χώρας. Αλλά και η Κλυταιμνήστρα έχει κρυμμένο στον κοιτώνα της τον Αίγισθο, τον ξάδελφο του συζύγου της, παρηγοριά στη δεκάχρονη ερωτική μοναξιά της.

Ο Οθέλλος δολοφονεί τη Δυσδαιμόνα, πνίγοντάς την στην ερωτική τους κλίνη, από αφόρητη ζήλεια, υπακούοντας απατηλές ερωτικές της συνευρέσεις από τον ζηλόφθονο, απορριπτόμενο, ερωτευμένο Ιάγο.

Δεν χρειάζεται να επιστρατεύσω την παγκόσμια λογοτεχνία, ποίηση, πεζογραφία και θέατρο για να υπερασπιστώ την άποψη πως το κυρίαρχο αίτιο που οδηγεί έναν άνδρα ή μια γυναίκα να δολοφονήσουν τον νόμιμο ή τον παράνομο ερωτικά σύντροφο είναι η ζήλεια. Και η ζήλεια είναι πανάρχαιο αίτιο τέτοιου είδους εγκλημάτων πριν από την πολιτική ή την ταξική κοινωνική συμβίωση.

Δεν θα διαφωνούσα, βέβαια, αν κάποιος νηφάλιος συνομιλητής διαπίστωνε πως, σε συνθήκες κρίσης, όπως λ.χ. μια πανδημία, ένας πόλεμος, μια κλιματική καταστροφή, οι ανθρώπινες σχέσεις, και κυρίως οι οικογενειακές και ανάμεσά τους πλέον έντονες οι συζυγικές ή οι συντροφικές, παροξύνονται.

Η ανεργία είναι κυρίαρχο αίτιο εσωσυζυγικών ερίδων και μάλιστα τώρα που συνήθως και οι δύο σύζυγοι εργάζονται και ίσως βρεθούν και οι δύο στην ανεργία. Και όταν υπάρχουν μικρά παιδιά, η ένταση γίνεται σεισμική, και δικαίως.

Αλλά όσα κι αν είναι τα κοινωνικά και τα οικονομικά αίτια που προκαλούν τη συζυγική συμβίωση, αν υπάρχει αμοιβαία κατανόηση και βαθιά αγάπη προς τον ή τη σύντροφο, το πράγμα μπορεί να γίνει υποφερτό και η αλληλεγγύη κανόνας.

Υπάρχει, όμως, και η περίπτωση, στις συνθήκες της κρίσης να παρεμβληθεί η ζήλεια, είτε γιατί ο ένας από τους δύο βρίσκει διέξοδο ή, κυρίως, όταν ο ένας, βασικά ο άνδρας, αντιληφθεί πως η σύντροφος βρίσκει στηρίγματα και αισθηματική πλήρωση από εξωοικογενειακό παράγοντα.

Η ζήλεια ενέχει για τον ζηλεύοντα έντονη την αίσθηση μιας μειονεξίας. Οταν ο ή η σύντροφος βρίσκουν καταφύγιο και παρηγοριά ή, χειρότερα, πληρότητα στη συνύπαρξη με άλλο πρόσωπο, ο εγκαταλελειμμένος σύντροφος επιστρέφει στην αγέλη και συμπεριφέρεται σαν τον λέοντα που ξεσκίζει τη δραπέτιδα λέαινα.

Ο μεγαλοφυής Λόρενς Ολιβιέ, ο μεγάλος άγγλος ηθοποιός και σκηνοθέτης, όταν έκανε ταινία τον «Οθέλλο» και ο Ιάγος του εξιστορεί την απιστία της Δυσδαιμόνας (που είναι βέβαια ψευδής), όταν άκουγε τα περίτεχνα ψεύδη του σπιούνου, έπεσε στα τέσσερα, άρχισε να μπουσουλάει και να βγάζει κραυγές σαν πληγωμένο θηρίο.

Είχε ξαναγυρίσει ο μαύρος στρατηγός της Βενετίας στη ζούγκλα, στην έρημο, στην καλύβα της φυλής του από όπου τον απέσπασε ο αποικιοκράτης Ευρωπαίος. Ο εξημερωμένος, κυνικός Ιάγος απορεί για την αντίδραση, αφού πιστεύει πως, εφόσον του πήραν το ταίρι, καλά θα κάνει να πάρει κι εκείνος το ταίρι κάποιου άλλου!

Αν σήμερα η ειδησεογραφία μας αποκαλύπτει μιαν αυξημένη εγκληματικότητα και στην ενδοοικογενειακή βία, αν ψάξουμε στη ρίζα, θα ανακαλύψουμε...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Οι κολαούζοι


Σημεία των καιρών. Η αναζήτηση μάντρας, στέγης, ιδεολογικού, οικονομικού, κοινωνικού και αισθητικού καταφύγιου. Η μεγάλη και ποικίλη εκπαιδευτική μου πείρα με έχει εφοδιάσει με περιπτώσεις κυρίως νέων, που βγαίνοντας από το οικογενειακό μαντρί ή και από την ασφάλεια της οικογενειακής εστίας αναζητούν ένα χώρο, ομαδικό, ένα «ανήκειν», ένα απάγκιο, μια ασπίδα, ένα κέλυφος.
 
Η ψυχανάλυση μας έχει προικίσει με τεκμηριωμένες μελέτες για μια προσπάθεια του ατόμου που έρχεται στον κόσμο, τον ξένο και ερημικό μέσα από το σκοτάδι της μήτρας, να αποπειράται να βρει ένα οικείο, ανάλογο, ασφαλή χώρο για να χωθεί. 

Εγραφα παλιότερα πόσο με είχε εντυπωσιάσει σε μια συνέντευξή του ο σπουδαίος Ελληνας βιολιστής Λεωνίδας Καβάκος, που είχε ερωτηθεί ποια μουσική ακούει στην καθημερινότητά του και είχε απαντήσει ότι ακούει κάθε είδους μουσική, από Μπαχ έως ροκ, από κάντρι έως σειριακή και από ρεμπέτικα έως ιθαγενή ακούσματα Αφρικής, εκτός από τη μουσική που ο ρυθμός της αναπαράγει τον ρυθμό που ακούει ο μαιευτήρας όταν ακροάται στην ενδομήτρια ζωή του ένα έμβρυο. Και έλεγε πως αυτή την εικόνα του δίνουν νέα παιδιά στα ορθάδικα, που μέσα σ' ένα πλήθος ομοίων και στον ορυμαγδό των μεγαφώνων, μοναχικά μέσα στο χάος, έχουν ακουστικά στ' αυτιά και ακούνε αυτό το γκάπα-γκούπα των δύο τετάρτων.

Ή λοιπόν επιλέγει κανείς τη συμβολική επιστροφή στη μήτρα και στον αυτισμό, ή γίνεται άκριτος οπαδός με μόνο κίνητρο το «ανήκειν» κάπου, το πρόβλημα εν τέλει είναι το ίδιο.

Οι οπαδοί των γηπέδων, των μαζικών συναυλιών, των εντολών της μόδας, των ιδεολογικών ρευμάτων, οι προσήλυτοι των κομματικών μορφωμάτων, των θρησκευτικών σεχτών, των καλλιτεχνικών πρωτοποριών δεν διαφέρουν μεταξύ τους, αν η ένταξή τους στη μάντρα της ιδέας, της μορφής, τη ροπής ή του ειδώλου γίνεται άκριτα, συναισθηματικά και εξ αιτίας της έλλειψης προσωπικού έρματος και λελογισμένης ανάγκης. 

Ως εκπαιδευτικός έχω ζήσει περιπτώσεις μαθητών μου που ως προέφηβοι και έφηβοι μέσα σε τρία-τέσσερα χρόνια πέρασαν από το αναρχικό κίνημα σε θρησκευτική σέχτα και εν συνεχεία κατέληξαν συστηματικοί χαρτοπαίχτες σε λέσχες, τζογαδόροι και μανιακοί του κλαμπ των ραντιέρηδων.

Η καταφυγή στα ναρκωτικά και στα αναβολικά, είτε για να ξεπεραστεί η ανασφάλεια του πνεύματος είτε η απέχθεια για το σώμα, είναι ένα από τα τραγικά σύνδρομα της παγκοσμιοποιημένης εποχής μας. 

Ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι οδήγησαν εκατομμύρια νέους στον όλεθρο με τη μαζική υστερία εθνικισμού και ρατσισμού που καλλιέργησαν μετά το οικονομικό κραχ του Μεσοπολέμου, την ανεργία και την έκπτωση των ανθρωπιστικών αξιών μετά το μακελειό του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Σήμερα όμως θέλω να εντοπίσω το φαινόμενο σε κάποιους κολαούζους που πολώνονται γύρω από τυχάρπαστους, μικροαπατεώνες, πεποιημένα είδωλα, κακοχυμένα ξόανα, τενεκέδες ξεγάνωτους και τους λιβανίζουν, τους γλείφουν, τους περιφέρουν και τους πλασάρουν ως μεσσίες είτε της τέχνης, είτε της επιστήμης, είτε της πολιτικής, είτε του αθλητισμού.

Αυτοί οι κεκράχτες, οι καραμούζες, οι ντελάληδες, τα λαμόγια της πιάτσας απλώνουν στο παζάρι την πραμάτεια τους, που πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Για να εντυπωσιάζουν κυρίως τους ανερμάτιστους και ανέτοιμους από μια κούφια Εκπαίδευση νέους φορούν προσωπίδες εξωτικές, είτε φανταχτερές είτε φοβιστικές και γοητεύουν τα πλήθη με το πρωτόφαντο, το εξωφρενικό, το πρόσφορο στον εύκολο εθισμό.

Αυτοί οι κολαούζοι της όποιας μόδας γίνονται αισθητικά ή ιδεολογικά βαποράκια και μοιράζουν τζούρες μεταμοντερνισμού, κυνισμού, αναρχισμού, καλλιτεχνικού και επιστημονικού αχταρμά.

Είναι αυτός ο εσμός, που ήδη κάνει και στον τόπο μας επικερδή καριέρα, που κατέγραψε στο «Αξιον Εστί» ο Ελύτης με τους σκληρούς στίχους: 

ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΗΦΗΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Εμβόλια Αριστείας !

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Λαμία, σε μιαν εποχή (Κατοχή, Εμφύλιος) που, μέσα σε τρία – τέσσερα χρόνια, διπλασίασε τον πληθυσμό της
, αφού, κυρίως ο Εμφύλιος, οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους της υπαίθρου να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και την προκοπή τους (αγρότες, ποιμένες, έμποροι) και να βρουν καταφύγιο στις παρυφές της πόλης μας, στην αρχή σε παράγκες και σιγά σιγά σε πολυκατοικίες. 

Η πολυκατοικία ήταν άγνωστη στην ελληνική επαρχία έως το 1950. Ενας κάτοικος της υπαίθρου, έστω κι αν κατοικούσε σε αστικά κέντρα, είχε κυρίως ιδιόκτητη μονοκατοικία. Δημόσιοι υπάλληλοι (δικαστές, εκπαιδευτικοί, χωροφύλακες, εφοριακοί) έβρισκαν λίγα καταλύματα για να ενοικιάσουν. Αφήστε που πολλοί από αυτούς, όντας νέοι υπάλληλοι, παντρεύονταν ντόπιες κοπέλες (όπως ο φιλόλογος πατέρας μου) και ρίχνανε ρίζες στον τόπο.  

Δύσκολες εποχές με εξορίες, εκτελέσεις, πιστοποιητικά φρονημάτων, αλλά με μια ακόρεστη πείνα για γράμματα. Κι όλοι έχουμε από εκείνη την εποχή να ευγνωμονούμε ταμένους δασκάλους που άφησαν τη σφραγίδα τους στη ζωή μας, ακόμη και σε μερικούς από εμάς που αργότερα έκαναν ευδόκιμη θητεία στις Επιστήμες και στα Γράμματα. 

Εως τα ώριμα χρόνια μας ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ήταν μια άγρυπνη παρουσία στη σκέψη μας και σ’ αυτήν λογοδοτούσαμε κι αυτήν αισθανόμασταν πως έχαιρε με κάθε μικρό ή μεγάλο επίτευγμα ή θλίβονταν για γκάφες, αστοχίες και συμβιβασμούς. 

Ακόμα και σήμερα, όταν χρειάζεται να γράψω μια λέξη που έρχεται από την αρχαία γλώσσα, θυμάμαι τον δάσκαλο να τη γράφει με αραιά γράμματα στον πίνακα ή να τη διορθώνει, όταν εγώ ή κάποιος συμμαθητής μου την είχαν γράψει ανορθόγραφα.

Ακόμη και τώρα, γράφοντας χιλιάδες λέξεις την εβδομάδα, σταματώ μπροστά σε αυτές που έμαθα από τον δάσκαλο, σε μια εποχή που γενναιόδωρα η εκπαίδευσή μας θεώρησε τη συνέχεια της γλώσσας μας μέσα στους αιώνες και τίμησε κάθε λέξη, ακόμη και του Ομήρου, που μπορούσε να καλύψεις τις εκφραστικές μας ανάγκες.  

Αργότερα, ως δάσκαλος κι ο ίδιος, χρειάστηκε να πολεμήσω εκπαιδευτικές στρεβλές μεταρρυθμίσεις (τρομάρα τους) που αποξένωναν τους μαθητές μου από έξοχα κείμενα στην καθαρεύουσα. Οποιος Νεοέλληνας θέλει να έχει τα εφόδια να διεισδύσει στα ιδεολογήματα, τους θεσμούς και τα ηθικά προτάγματα, π.χ., του 19ου αιώνα, δεν είναι δυνατόν να το επιτύχει, χωρίς να μελετήσει Παπαρρηγόπουλο και Ραγκαβή. Τα Απομνημονεύματα του Ραγκαβή (πρέσβη, αρχαιολόγου, ιστορικού, μυθιστοριογράφου, θεατρικού συγγραφέα) είναι ανάλογα σε ποιότητα σκέψης και ύφος με τα Απομνημονεύματα του Τσώρτσιλ που βραβεύτηκε (πολιτικός ων) με το Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας!

Οφείλω την ανακάλυψη του Ραγκαβή στον αξέχαστο φίλο Κωστή Σκαλιόρα που κι αυτός τον είχε ανακαλύψει, όταν ρέκτης εκδότης είχε κυκλοφορήσει τα πολύτιμα άπαντα του Ραγκαβή με τη φωτοτυπική μέθοδο. Εκτοτε, όταν έμπαινα σε τάξη να διδάξω Ιστορία, γνώριζα τι είχε διαβάσει ο Δεληγιώργης, ο Δεληγιάννης, ο Τρικούπης, αλλά και ο Παλαμάς, ο Ξενόπουλος και ο ζωγράφος Λύτρας. Σήμερα ένας δάσκαλος, διδάσκοντας Σεφέρη και Ελύτη, είναι δυνατόν να μην τους συνδυάσει με τον Χατζηκυριάκο – Γκίκα, τον Μόραλη και τον Τσαρούχη; Και, βέβαια, με τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Μαρκόπουλο, τον Ξαρχάκο και τον Σπανό;

Με θλίψη και απελπισία βλέπω σήμερα να ναρκοθετούν την εκπαίδευση συνδικαλιστές, αντιτιθέμενοι στην πρόσβαση παιδιών του λαού σε δημόσια σχολεία που τα μυούν στην έρευνα, στα νέα συστήματα και στα νέα εργαλεία γνώσης, στα Πειραματικά και Πρότυπα Γυμνάσια και Λύκεια. Και ο διάβολος με βάζει να υποπτευτώ, μήπως λειτουργούν τέτοιες ενέργειες συνειδητά ή βλακωδώς ασυνείδητα στο να οδηγηθούν οι άριστοι μαθητές, οι διψώντες και πεινώντες για γνώση, στην ιδιωτική εκπαίδευση.  

Μετά την απόλυσή μου από τη Χούντα από τη δημόσια εκπαίδευση δούλεψα στην ιδιωτική. Και το Κολλέγιο και η Σχολή Μωραΐτη και άλλα εξίσου σημαντικά ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα είχαν προβλέψει να εκπαιδεύουν ΔΩΡΕΑΝ ταλαντούχα παιδιά που δεν είχαν την οικονομική ευχέρεια να πληρώσουν δίδακτρα. Διαστημικοί επιστήμονες, δικαστές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, καθηγητές Πανεπιστημίου, αρχηγοί κομμάτων, βραβευμένοι λογοτέχνες, διδάκτορες του Καίμπριτζ και του Χάρβαρντ, καθηγητές σε ξένα Πανεπιστήμια πέρασαν από τα χέρια μας και μας έκαναν υπερήφανους. Και αυτή τη στιγμή χαίρομαι μαθητές μου διευθυντές φεστιβάλ, μαέστρους, έξοχους εκδότες, μεταφραστές, ηθοποιούς, θιασάρχες και πρέσβεις. Κανένας δεν ήταν τέκνο ισχυρής οικονομικά οικογένειας. Οι περισσότεροι ήταν υπότροφοι λόγω αριστείας. 


Και έρχονται τώρα «δάσκαλοι» και αρνούνται στην Πολιτεία να δημιουργήσει συνθήκες, ώστε τα ταλαντούχα παιδιά να μη χάσουν την όρεξη για γνώση ή να μην αναζητήσουν σωσίβια της ευφυΐας τους στην ιδιωτική και στην ευρωπαϊκή εκπαίδευση.

Αλήθεια, αφού οι συνδικαλιστές στην εκπαίδευση αντιδρούν στην αριστεία, γιατί δεν αποφασίζουν να εκλέγονται, αντί με ψηφοδέλτια που επικρατούν οι περισσότεροι σταυροί, με κλήρωση ανάμεσα σε όσους επιθυμούν να εργαστούν στο συνδικάτο;! 

Αφού τόσο ενοχλούνται για την αριστεία και αποστρέφονται τα αμερικάνικα πρότυπα, όπου οι ιδιοφυείς νέοι επιδοτούνται από μεγάλες επιχειρήσεις, ας, και λόγω ιδεολογικών συγγενειών, μιμηθούν τα σοβιετικά πρότυπα που κλειστά σχολεία μόρφωσαν επιστήμονες και αστροναύτες, όχι μόνο Ρώσους, αλλά και Ελληνες, από τον Σεβαστίκογλου ως τον Κόκκαλη! Τρεις σημερινοί έξοχοι άνθρωποι του θεάτρου μας, η Κατερίνα Ευαγγελάτου, ο Δημήτρης Ημελλος και ο Στάθης Λιβαθινός, αρίστευσαν, σπουδάζοντας στη Ρωσία.

Αλλά, όπως διαβάσαμε πρόσφατα, οι συνδικαλιστές αντιδρούν και στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου. 

 Ο φιλόλογος πατέρας μου, που έφτασε ως τον βαθμό του Επίτιμου Λυκειάρχη, μια ζωή υπερηφανευόταν πως είχε αξιολογηθεί με άριστα, ακόμη κι όταν είχε γυρίσει από την εξορία και επαναπροσλήφθηκε με τα μέτρα επιεικείας του Πλαστήρα και αρίστευσε μάλιστα, με Επιθεωρητή ορκισμένο δεξιό, σε μια δύσκολη πολιτικά εποχή και επαρχία, στην Καλαμπάκα του 1953.

Ως ιδιωτικός εκπαιδευτικός ζήτησα με αίτησή μου να αξιολογηθώ και με επιθεώρηση σπουδαίος εκπαιδευτικός και με τίμησε με μια αναφορά του στην Περιφέρειά του ως παραδείγματος προς μίμησιν. Αυτά είναι τα εύσημά μου και οι μαθητές μου που ακόμα με τιμούν σε κάθε ευκαιρία. 

Τι άλλο να επιθυμήσει ένας δάσκαλος;

Υπήρχε άλλοτε, όχι πριν πολλά χρόνια, ο θεσμός της μετεκπαίδευσης των εκπαιδευτικών. Ο πατέρας μου είχε επιλεγεί, λόγω υψηλής βαθμολογίας, να παρακολουθήσει μαθήματα ως μετεκπαιδευόμενος στην Αθήνα το 1936. Είχε δασκάλους τον γίγαντα Νικόλαο Βέη, τον μεγάλο φιλόλογο Λορεντζάτο, τον μεγάλο ιστορικό Αμαντο, τον Σίμο Μενάρδο, τον λαϊκιστή, μέγα λεξικογράφο Σκάσση. Οταν πέτυχα να εισαχθώ στη Φιλοσοφική Σχολή, ο πατέρας μου με εφοδίασε με μια επιστολή και πήγα πίσω από του Φιξ στο σπίτι του Νίκου Βέη. Με υποδέχθηκε σε ένα σπίτι που είχε ακόμη και στους διαδρόμους βιβλία και θυμόταν τον πατέρα μου ύστερα 20 χρόνια. Με συμβούλεψε να μην αφήσω σελίδα βιβλίου αδιάβαστη, τίποτε άλλο!

Είχα τη χαρά να συνυπηρετήσω, και στη δημόσια και στην ιδιωτική εκπαίδευση, με εξέχουσες προσωπικότητες που εργάζονταν με πάθος για να εμπνεύσουν τους μαθητές τους στην αφοσίωση στη γνώση και στην κριτική της γνώσης. Μόλις έπεφτε στην αντίληψή μας ένα προικισμένο παιδί, είτε στο επιστημονικό πεδίο, είτε στο καλλιτεχνικό, το εφοδιάζαμε με βιβλία, μεθόδους και πρότυπα, ώστε να αριστεύσει και να διεκδικήσει μια θέση στην κλίμακα των πνευματικών και των επαγγελματικών αξιών.

Τα Πρότυπα και τα Πειραματικά Σχολεία δημιουργήθηκαν για...

 

ΔΙΕΘΝΗ ΝΕΟΤΑΞΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ και ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: «Ο μπαρμπα-Θωμάς εκπαιδεύεται»


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Toυ ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Απορώ, διαβάζοντας και στον δικό μας Τύπο, τις διαμαρτυρίες κάποιων αξιόλογων ελλήνων και ξένων ελληνιστών για την κατάργηση στην Αμερική, και μάλιστα στο διάσημο Πανεπιστήμιο Πρίνστον (το Πανεπιστήμιο όπου δίδαξε ο Αϊνστάιν και που πάνω από δέκα διατελέσαντες καθηγητές του έχουν τιμηθεί με Νομπέλ) της μάθησης, και ως εκ τούτου, της προϋπόθεσης γνώσης των αρχαίων ελληνικών και λατινικών, ακόμη και στις έδρες της διδασκαλίας των κλασικών σπουδών.  

Εν πρώτοις, να τολμήσω να ισχυριστώ, έχοντας γνώση του γεγονότος πως η φαιδρά περσόνα που κυβέρνησε μέχρι πρόσφατα τις ΗΠΑ είχε θερμούς οπαδούς και στο πανεπιστημιακό κατεστημένο. Η ανακοίνωση πως καταργείται η προϋπόθεση και εν συνεχεία η γνώση των κλασικών σπουδών για τους φοιτητές των κλασικών σπουδών (!) συνδέεται με την τρέχουσα, τερατώδη ιδεοληψία (δυστυχώς, όχι μόνο στις ΗΠΑ) της πολιτικής – τρομάρα της – ορθότητας. Τολμούν και απαιτούν από τους σπουδαστές κλασικών σπουδών να αποσκορακίσουν τις κλασικές γλώσσες, με το επιχείρημα πως είναι, λέει, ιδεολογικό ένδυμα του ρατσισμού. Ποιος το λέει αυτό;

Με μια επίσκεψη στην Τσάιναταουν και σε άλλες περιοχές μέσα στη Νέα Υόρκη και στις άλλες μεγάλες πόλεις, και δεν αναφέρομαι στον Νότο, θα αντιληφθεί κανείς τι σημαίνει ρατσισμός. Εξάλλου, το καθημερινό ειδησεογραφικό δελτίο όλων των δημοκρατικών κρατών έχει πλημμυρίσει με φόνους εγχρώμων συνανθρώπων μας από αμερικανούς αποφοίτους των κρατικών σχολείων. Εχετε ποτέ πληροφορηθεί τι έγραφαν και τι πίστευαν εκατομμύρια Αμερικανών για τον «αράπη» Ομπάμα και τι έψαχναν να βρουν για την καταγωγή του; Τώρα, για λόγους πολιτικής ορθότητας (έχουν χάσει πλέον τη σημασία τους οι λέξεις!) θεωρούνται ρατσιστικές οι δύο κλασικές γλώσσες.  

Θυμίζω απλώς εδώ πως, όταν ανακηρύχτηκε η Αμερικανική Δημοκρατία και ήταν να συνταχθεί το Σύνταγμά της, υπήρξε η πρόταση να είναι επίσημη γλώσσα του Κράτους η αρχαία ελληνική! Ρομαντική, σαφώς, τάση και σωστά ηττήθηκε από τα επικρατούντα αγγλικά (που βέβαια, κι ας μην το ξεχνούν οι νεόκοποι καθαριστές, τα αγγλικά ήταν η γλώσσα των ιμπεριαλιστών και των ανθρώπων που ξεζούμιζαν τον μόχθο και ξεπουλούσαν τον πλούτο των ιθαγενών!).

Δεν σκοπεύω, βέβαια, να αναφερθώ στα αυτονόητα, όπως και άλλοι που ασχολήθηκαν με το γελοίο αυτό φαινόμενο. Γνωρίζω πως, ακόμη και ως πρόσφατα, στην Ακαδημία Πολέμου των ΗΠΑ, από την οποία εξέρχονται οι προσεχείς ηγέτες της χώρας, διδάσκεται ως κύριο μάθημα η Ιστορία του Θουκυδίδη – και πώς αλλιώς, αφού οι θεμελιώδεις πολιτικές και πολιτιστικές έννοιες του δυτικού κόσμου που δανείστηκε για να στεριώσει η Αμερικανική Πολιτεία είναι ελληνικές και λατινικές, προίκα της ανθρωπότητας. Τα δύο κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία, το ένα έχει ελληνικό όνομα: Δημοκρατικό, το άλλο, λατινικό: Res Publica – Ρεπουμπλικανικό. Και στο διάσημο Πρίνστον διδάσκονται Φυσική, Βιολογία, Γεωγραφία, Χημεία, Φιλοσοφία, Φιλολογία, Ιστορία, Γεωμετρία, Ανθρωπολογία, Οικονομία: όλες αυτές οι επιστήμες με διεθνές όνομα ελληνικό!

Τι θα μπει να διδάξει ο καθηγηταράς στο Πρίνστον; 

Ποίηση, λυρισμό, έπος, τραγωδία, κωμωδία, σάτυρα (ελληνικό), σάτιρα (λατινικό), κριτική, επιστημολογία; Και τι, θα κρύψει από τους φοιτητές του την καταγωγή των ονομάτων των επιστημών που σπουδάζουν, αφού δεν είναι μόνο ονόματα, αλλά παράδοση μεθόδων, όρων, ορίων, θεωριών, με βάθος αιώνων ως την απαρχή τους στην Ελλάδα και το Λάτιον. 

Φοβάμαι πως και πέραν του Ατλαντικού, όπου φοίτησαν και δίδαξαν και δικά μας, απαξιωτικά της ιστορίας μας, φιντανάκια, η γλώσσα είναι, όπως ορίζεται από εξωνημένους «γλωσσολόγους», απλώς μέσο επικοινωνίας και όχι, όπως είναι, αξία, πνευματική κιβωτός μιας εποχής, μιας πορείας του ανθρώπου, μιας συσσωρευμένης μνήμης ενός λαού και συνάμα της ανθρωπότητας.

Διαβάζω πως θιασώτης του αποσκορακισμού των κλασικών γλωσσών από το Πρίνστον είναι αφροαμερικανός καθηγητής! Υπόθεση η περίπτωσή του αριστοφανικής κωμωδίας. Αφροαμερικανός διδάσκαλος της αρχαίας γραμματείας θεωρεί ρατσιστική γλώσσα τα ελληνικά, διδάσκοντας αγγλικά, μια γλώσσα που έκοβε τις γλώσσες των προγόνων του, όταν έφταναν δούλοι στις ακτές του Ειρηνικού!!  

Εξάλλου, αυτός ο συμπαθής, για την προσωπική του ιστορία, καθηγητής, απόγονος καταπιεσμένων Αφρικανών που ευνουχίστηκαν από τους ιμπεριαλιστές αποικιοκράτες, σπούδασε με καπιταλιστικά χρήματα, έγινε καθηγητής και διδάσκει σε γλώσσα των κατακτητών του μια κουλτούρα που του δίνει ψωμί, αλλά μισεί τη γλώσσα της! Αγιε Αριστοφάνη!

Αν, πάντως, όλοι αυτοί οι ερίφηδες θέλουν να δείξουν και λίγη επιστημονική τσίπα...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΘΟΛΟΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Κώστας Γεωργουσόπουλος για Λιγνάδη: «Η φτερού στην Επίδαυρο»

 

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΑΚΟΥ

Ο Λιγνάδης, το 2008, είχε ανεβάσει την κωμωδία «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη στην Επίδαυρο.

 Ο κριτικός θεάτρου και πρώην πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος είχε εξαπολύσει εναντίον της παράστασης και του Λιγνάδη προσωπικά, σφοδρή επίθεση από την στήλη του στην εφημερίδα Τα Νέα.

Ο Κώστας Γεωργουσόπουλος αφιέρωσε στην παράσταση 3 άρθρα (18,19 και 21 Ιουλίου 2008). Σε αυτά, μεταξύ άλλων, άφηνε πολλές αιχμές για το ήθος του νυν κατηγορούμενου για υποθέσεις κακοποίησης και βιασμών ανηλίκων. 

Σε αυτή την παράσταση έπαιζε και ο Κώστας Μαρκουλάκης.

Ακολουθούν ενδεικτικά αποσπάσματα
 

«Ποια ήταν η ‘ζωντάνια’ που έφερε στην Επίδαυρο ο ορκοπάτης φιλόλογος; Έφερε τον θλιβερό συγγραφέα εαυτό του, ως θεατρικό λαμόγιο παραπλάνησε το κοινό και μάλιστα το ανίδεο, το παραπλανημένο ήδη από την Αννίτα Πάνια, το απαίδευτο, το έρμαιο στην τηλεοπτική σαλαμούρα ότι θα δει Αριστοφάνη και του πλασάρισε το δικό του ανέμπνευστο, σαχλό, της πλάκας σενάριο που μόνο στις σχολικές παραστάσεις των αριστοκρατικών κολεγίων στις χριστουγεννιάτικες γιορτές συναντάς, διανθισμένο με γκέι ιδιόλεκτα των παρόδων της Ομόνοιας και της Κουμουνδούρου.»

«Βάσει καθορισμένου σχεδίου, με ορατή και δεδηλωμένη στρατηγική πήρε το πλέον φιλολογικό και περισπούδαστο σατιρικό και πολιτικό κείμενο, αποθέωση της δημοκρατίας των ιδεών, τους “Βατράχους” του Αριστοφάνη, όπου το ιδεολογικό αίτημα είναι ποιος ο σκοπός του θεάτρου, ποιος ο σκοπός της πολιτικής κριτικής, ποιος οφείλει να είναι ο ρόλος και η λειτουργία του πνευματικού ηγέτη μέσα σε μια συγκεχυμένη κυρίως εποχή και το μετέτρεψε σε μια δημόσια και φαντασμαγορική διαπόμπευση, μια χυδαία παρενδυτική μασκαράτα, έναν αισθητικό αχταρμά, όπου η ποίηση έγινε στιχάκια του κάρου.»

«Το σκώμμα και η ιερή, λαϊκή βωμολοχία, καλιαρντά δημοσίων λουτρών, ο ΑΓΩΝ, η ύψιστη λειτουργία της ουσίας της Δημοκρατίας, η ισηγορία, ο διάλογος, η ζύμωση ιδεών μέσα από την αντιπαράθεση επιχειρημάτων και την επίκληση αξιών έγινε ποδοσφαιρικό ντέρμπι με συμπεριφορές χούλιγκαν, συνθήματα των τριόδων, το έξοχο χορικό των Μυστών (ένα από τα λυρικά κατορθώματα του Αριστοφάνη που υποχρέωσε τους αρχαίους σχολιαστές να τον συγκρίνουν με τη Σαπφώ!) συνοδεύτηκε με παρωδία υμνολογίας που ευτέλιζε το ‘Αι γενεαί πάσαι’».

«Αγαπητοί αναγνώστες, το έγραψα και το Σάββατο, ο χαβαλές της Επιδαύρου, εξόδοις σου, δεν έχει να κάνει ούτε με τη θεατρική ιστορία, την παράδοση της αριστοφανικής ερμηνείας, με την αισθητική και τα ρέστα. 

Είναι...