"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι Πηνελόπες του νταλκά



Αν μπορεί κανείς να κρατάει αποστάσεις ασφαλείας και να παρακολουθεί την «πούλπα» που ξεβράζουνε καθημερινά τα πολυμέσα, βλέπει να βγαίνουν στον αφρό τα εθνικά μας ’σώψυχα, ένστικτα και συμπτώματα της ελληνικής παθολογίας.  


Τα τελευταία χρόνια αναδύθηκαν από τον πάτο κάτι ξεπερασμένοι τύποι τού «καραγκιόζ-μπερντέ», καρικατούρες και παροιμιώδεις χαρακτήρες.



Σε βασική κατηγορία αναδείχθηκαν οι τσαμπουκάδες κι οι νταήδες. Ο τύπος του ανέξοδου «γκιουλέκα» – μέχρι τα ύπατα αξιώματα, αυτοί. Οι «άντε ρε που θα μου πει εμένα η Μέρκελ, πρώτα να μου δώσει όσα μου χρωστάει κι ύστερα να μου ζητάει ρέστα». Μα όταν βρεθούνε αντιμέτωποι με τον αντίπαλο, είναι οι πρώτοι που την κάνουν γυριστή και το βάζουνε στα πόδια.



Κοντά σ’ αυτούς, οι βολεμένοι και τ’ αρπακτικά («περικοπές από αλλού, όχι από μας»). 


Αν ζούσανε στο ζωικό βασίλειο, θα ήταν οι θρασύτατες μαϊμούδες τού Μπαλί· κάστες προνομιακές κλειστών επαγγελμάτων, συντεχνίες της ηλεκτρικής συσκότισης, συνδικαλιστές και σωματεία κι όλο σχεδόν το σινάφι των πολιτικών – του ιδίου φυράματος κι αυτοί. Ό, τι προλάβουν να διασώσουν, στην αναμπουμπούλα.



Οι μόνοι αναλλοίωτοι στο χρόνο είναι οι αλλού ντ’ αλλού celebrities & gossip: αειθαλείς μέσα στο πλαστικό φιζίκ τους, εξακολουθούν παρά την κρίση να επιβιώνουν σαν τις κατσαρίδες παραμένοντας στον κόσμο τους. Εκεί που ήσαν πάντα δηλαδή. Κι ούτε πρόκειται να πάρουν μυρωδιά ό, τι κι αν γίνει. Σφραγίδες ενός αγοραίου μικροαστισμού μεταλαμπαδεύουν αενάως τις αξίες τής νεοδημοκρατικής, της πασοκικής και της συριζαίικης αισθητικής. (Συρρικνωμένοι μεν, αλλά τους συντηρεί το ενδιαφέρον πάντα του φιλοθεάμονος κοινού – α, ναι κι ο θαυμασμός του πρωθυπουργικού συμβούλου).



Ακολουθούν οι «απ’ την πόλη έρχομαι και στην κορυφή κανέλα» , μαθημένοι σε «συνεννόηση μπουζούκι» (και γλώσσα «idiot»)· μόνιμο επιχείρημα όλων αυτών –κι είναι πολλοί, ανάθεμά τους– τι έλεγε ο αντίπαλος πριν χρόνια, αλλά τι έχει πει κι τι ξελέει ο δικός τους όταν έρχεται στην εξουσία το ξεχνάνε αυτοστιγμεί. Εξού και η αδυναμία μας να συνεννοηθούμε σαν λαός και να βγάλουμε ένα συμπέρασμα.




Επονται «Οι Πηνελόπες τού νταλκά»: 


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: «Συριζόλ», της Φλαμπουράρης & Παππάς ΑΕ



«Ο ιδανικός άνθρωπος του ολοκληρωτικού βασιλείου είναι εκείνος για τον οποίο δεν υπάρχει η διάκριση μεταξύ γεγονότος και φαντασίας,  η διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα».  (Χάνα Άρεντ),



Το  μεγαλύτερο πλήγμα που έχει προκαλέσει ο ΣΥΡΙΖΑ στην πολιτική ζωή του τόπου –και όσο ήταν στην αντιπολίτευση και στο  διάστημα που κυβερνάει τη χώρα –  είναι η διασάλευση της κοινής λογικής,  η ανατροπή των κανόνων του ορθού λόγου. Η αποκοτιά και το αλλόκοτο έχει αντικαταστήσει τα αυτονόητα  και τα προφανή. Αρκεί να αναφερθεί η μετάλλαξη  τού δημοψηφικού  ΟΧΙ σε ΝΑΙ, κάθε άλλη τεκμηρίωση είναι περιττή.




Η διαστροφή του λόγου που καλλιεργήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ την εποχή των αντιπολιτευτικών του ψευδαισθήσεων ήταν το πρώτο στάδιο της ανισορροπίας, η ρωγμή απ’ όπου επρόκειτο να μπουκάρει ο ζόφος.  Εννοώ τον φόβο που δεν έχει να κάνει με την πτώχευση της χώρας αλλά τον γενικευμένο πλέον,  για το αύριο. Που απλώνεται γύρω μας,  μέσα μας,  παντού. Η ανασφάλεια,  η αγωνία μιας ατελέσφορης αναμονής  που δεν μας επιτρέπει να οραματιζόμαστε  -ούτε καν να ορίζουμε-  το κοντινό μας μέλλον. Ό,τι εξαγγέλλεται το πρωί, διαψεύδεται απ’ την πραγματικότητα το βράδυ. Κι ό, τι  ανακοινώνεται το μεσημέρι, περιμένεις σε λίγο να ακυρωθεί. (Οι δεσμεύσεις της υφυπουργού Παιδείας ανασκευάζονται πάντα όταν ξυπνάει ο υπουργός της).



Η ιδέα του φόβου έχει γίνει τρόπος της ζωής και μας διαβρώνει. Κι έχουμε την πεποίθηση ότι αυτός ο εφιάλτης είναι πλέον η πραγματικότητά μας. Ότι αυτό που φοβόμαστε, αυτό ζούμε στ’ αλήθεια. Τούτη η  αίσθηση που σέρνεται γύρω μας είναι η μορφή μιας ιδιότυπης βίας, ενός άλλου τύπου φασισμού: «να αρνείσαι την πραγματικότητα, βαφτίζοντας τα πράγματα με άλλες λέξεις».



Οχι πως οι προηγούμενοι ήσαν θιασώτες της αλήθειας ή υπέρμαχοι της λογικής, ίσα ίσα•  αλλά τούτοι δω προκαλούν την πιο μεγάλη σύγχυση, γλωσσική  και  διανοητική. Εσχάτως και με τσαμπουκάδες και τραμπουκισμούς. Λες και ανέβηκαν στην εξουσία όχι σαν αριστεροί, αλλά για να γίνουν ενταφιαστές της Αριστεράς.



Η παραχάραξη των λόγων, η χαώδης διάσταση ανάμεσα στα λόγια και στα έργα τους είναι παρεμφερής  μ’ αυτή που περιγράφει ο Ξενοφώντας: «Και ενώ οι τριάκοντα εξελέγησαν υπό τον όρο να συντάξουν νόμους σύμφωνα με τους οποίους  υποσχέθηκαν ότι θα πολιτευτούν, ουδέποτε τους ψήφισαν αλλά πολιτεύτηκαν όπως τους  βόλευε -γράφει ο ιστορικός για την εποχή των τριάκοντα-. Υστερα άρχισαν να βγάζουν ο ένας τα μάτια του αλλουνού και να επιβάλλουν χειρότερα μέτρα απ’ ό, τι οι προηγούμενοι».



Η διακυβέρνηση της χώρας έχει δοθεί σε ανώριμα παιδιά: ευτυχισμένα μες στην άγνοιά τους, ανοργάνωτα, χωρίς καμία μεταξύ τους συνοχή. Που έχουν ξεκινήσει εκδρομή δίχως να ξέρουν πού θα πάνε καν. Ούτε τον χάρτη της περιοχής γνωρίζουν ούτε την πορεία του ταξιδιού. Και σέρνουνε μαζί τους ολόκληρη τη χώρα.



Κι οι ψηφοφόροι συριζαίοι εκδρομείς;  


Οσοι αποσβολωμένοι είδαν τη Μεγάλη Χίμαιρα «απ’ την πρώτη φορά», έχουν πάρει αποστάσεις με συναίσθηση και φανερά• ή, δαγκωμένοι σιωπούν με την πιο εύγλωττη σιωπή (έχουν μάτια, βλέπουν – αυτιά, κι ακούν).



Απομένουν φυσικά οι «Ηρακλείς του τσιπρικού  στέμματος». Που επιμένουν να μη βλέπουν «είναι νωρίς ακόμα για να κρίνω», λένε, περιμένοντας να γίνει πρώτα η ταφή. (Εκτός κι αν εξακολουθούν να προμηθεύονται τίποτε χάπια της χαράς, τα γνωστά «Συριζόλ» της Εταιρείας Φλαμπουράρης & Παππάς ΑΕ, που αλλοιώνουνε την όραση).



Κι ακόμα, οι καιροσκόποι:

KOINΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Αλέξης, ο εθνικός μας κανακάρης


Μόνο το «σύνδρομο της Ελληνίδας μάνας» μπορεί να ερμηνεύσει την εντυπωσιακή αποδοχή του πρωθυπουργού απ' το 62% των ψηφοφόρων. Εκείνη τη μάνα εννοώ, που δικαιολογεί στον κανακάρη της τα πάντα και βγάζει νύχια να τον προστατέψει. Που κλείνει μάτια και αυτιά στην ξεροκεφαλιά του, στις αυτοκαταστροφικές επιλογές του, στη μετριότητα και στις εξόφθαλμες αδυναμίες του. Ας λέει ο καθένας ό,τι θέλει, αυτή πιστεύει ότι το κυνηγάνε το παιδί θεοί και δαίμονες. Αν μάλιστα τον έχει και μοναχογιό, πέφτει επάνω του να τον προφυλάξει από την κακογλωσσιά του κόσμου. Ταγμένη στη φαντασιακή εικόνα που έχει πλάσει στο μυαλό για τον ομορφονιό της, αρνείται να δεχτεί την πραγματικότητα.  


Αυτή είναι, ίσως, μια εξήγηση της θεαματικής αποδοχής του Τσίπρα απ' το ποσοστό του 62%. Μόνο που η εθελοτυφλία και η αυταπάτη στην πολιτική ζωή είναι ολέθρια για όλους και κοστίζει ακριβά σε βάθος χρόνου. Η άρνηση να δει κανείς την ανικανότητα ενός πρωθυπουργού να επιλέγει συνεργάτες τον κάνει να ερμηνεύει την αβουλία του σαν τακτική• την ακρισία του σαν πανέξυπνο ελιγμό• την ξεροκεφαλιά του σαν τον δυναμισμό ενός ηγέτη. Ακόμα και την τραγική ομολογία του πρωθυπουργού ότι πέντε μήνες είχε λανθασμένη αντίληψη και βολοδέρναμε σαν την ανεμοδούρα, την εκλαμβάνει όποιος εθελοτυφλεί για ντομπροσύνη και ανάληψη ευθύνης. 


Αρκεί μονάχα ο ευειδής πολιτικός να παρουσιαστεί στις τηλεοπτικές οθόνες καταβεβλημένος, ταλαιπωρημένος μ’ έναν έρπητα στα χείλη του (αν δεν πρόκειται για τέχνασμα επικοινωνιακό) για να του συγχωρήσουνε τα πάντα• ή, με εκείνο το αμήχανο γέλιο το εφηβικό, της αθωότητας, που τον κάνει συμπαθή (αν και υποψιάζομαι ότι είναι χαμόγελο της άγνοιας). 


Ναι, αλλά -θα πει κάποιος-  αναλαμβάνει τις βαριές, βαρύτατες ευθύνες του. Ποιος άλλος από τους πολιτικούς το κάνει, παρά μονάχα αυτός; Και είναι αλήθεια.

Μα αντί αυτή η ομολογία του, που σου στοιχίζει δισ. και άλγος ψυχικό ανυπολόγιστο, να σε κάνει  τουλάχιστον επιφυλακτικό απέναντί του, εσύ τον επικροτείς για την ευθύτητά του – ενώ οι άλλοι κουκουλώναν τις πομπές τους.  


Ποια είναι η διαφορά; 


Καμία. Κι οι δυο πετυχαίνουνε τον ίδιο στόχο: να σε τουμπάρουνε και να σ' εξαπατήσουν.  


Οι μεν αποκρύπτοντας τα λάθη τους, ο δε ομολογώντάς τα για να μηδενίζει το κοντέρ και να προβεί στην επόμενη,  εξίσου καταστροφική κι αψυχολόγητη, κίνηση. 


Άρα, το πρόβλημα είσαι εσύ: 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Κατά τον (m@l@k@) λαό, κι οι άρχοντες!


Είναι ένας αφελής πολιτικός; Ή ένας δημαγωγός που χρησιμοποίησε τα πάντα για να αναρριχηθεί στην εξουσία και να κρατηθεί σ’ αυτήν; 


Όλες οι μέχρι χτες επιλογές του, αποπνέοντας ρίσκο δίχως διεξόδους διαφυγής, έδειχναν πως ούτε πολιτική ωριμότητα διαθέτει ούτε ευρεία πολιτική αντίληψη τον χαρακτηρίζει.  


Η εθνική περιπέτεια που ονομάζεται Αλέξης Τσίπρας, μας υποχρεώνει ως λαό να δούμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Γιατί ο Τσίπρας εκφράζει σ’ ένα πολύ μεγάλο ποσοστό (τουλάχιστον το 62% του δημοψηφίσματος) τα χαρακτηριστικά του νεοέλληνα και τις παθογένειες:  


Μεταστροφές, θυμικές συμπεριφορές, νταηλίκια, τραγικό έλλειμμα εκπαίδευσης, αυταπάτες, διαστρεβλωμένη αντίληψη των εννοιών («αλληλεγγύη και Ευρώπη των λαών = δανεικά κι αγύριστα», «αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια = πελατειακά  αλισβερίσια δεκαετιών» - τετριμμένα τσιτάτα που πάνω τους εδραιώνεται η ιδεοληπτική αντίληψη του κόσμου). 


Έχει τη φλόγα -αλλά ενός ανεδαφικού οράματος. 


Έχει το καταγγελτικό στιλ αλλά ανορθολογική επιχειρηματολογία. 


 Έχει το πάθος αλλά όχι τη σώφρονα λογική να το τιθασεύσει, ούτε καν το σχέδιο να το υλοποιήσει – και καίγεται.


Ο κ. Τσίπρας είναι ένας από μας: 
«μόρφωμα της πασοκικής και νεοδημοκρατικής τριακονταπενταετίας. Εκπαιδεύτηκε, κι αυτός κι εμείς, με τις μεθόδους αμφοτέρων των κομμάτων εξουσίας και με τη συνδικαλιστική κουλτούρα του εκβιασμού, της ήσσονος προσπάθειας και της ατιμωρησίας. 


Γαλουχημένος -όπως όλοι μας- με την ανιστόρητη αντίληψη «εδώ και τώρα» και το αξίωμα «τα θέλω όλα, και τα θέλω τώρα», διέπεται από μια γηπεδική θεώρηση της πολιτικής. Από την οποία εξακολουθεί να εμφορείται σύμπαν σχεδόν το πολιτικό προσωπικό της χώρας. 


Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσά τους ως προς τη δημαγωγική προσέγγιση των πολιτών. Στο ίδιο περιβάλλον της πολιτικής ζωής ανδρώθηκαν, με τα νάματα του διαβρωτικού λαϊκισμού καλλιεργήθηκαν, από τα ίδια αξιακά συστήματα εμπνεύστηκαν: Στη Δημοκρατία ο λαός έχει μόνο δικαιώματα, όχι υποχρεώσεις. Ο κ. Τσίπρας -έγραφα τον Ιανουάριο του 2012 εδώ- «αποτελεί όψιμο θρέμμα αυτής της αποσαθρωμένης εποχής».   


Κι όμως, γύρω στα 16 του ή τα 17, διέκρινε κανείς στο πρόσωπό του, τον έφηβο με τα χαρακτηριστικά του φυσικού ηγέτη. Βλέμμα καθαρό, δυναμισμό κι αποφασιστικότητα, συγκροτημένο λόγο και μια αυτοπεποίθηση που τραβάει κοντά του την ομάδα σαν μαγνήτης. Ο πρωτοπόρος στις μαθητικές καταλήψεις του’90-’91 έδειχνε ότι έμελλε εν καιρώ ν’ αλλάξει το σκουριασμένο σκηνικό της πολιτικής ζωής. 


Έκτοτε, τόσο ο λόγος του όσο και η σκέψη του παρέμειναν καθηλωμένα στα σχήματα και στα καλούπια της νεανικής του ηλικίας.


 Γέρασε πολύ νωρίς, πνευματικά• ή μάλλον, δεν μεγάλωσε ποτέ. Λες και ό,τι φρέσκο ή ανανεωτικό είχε να δώσει, το ’δωσε τότε, στα μαθητικά του χρόνια. Η εφηβική του βεβαιότητα αποδείχτηκε εμμονή, η νεανική του ορμή ανέμπνευστη, η δε ρητορική του έγινε ένα κλισέ κουραστικό και στερεότυπο (και εδώ). 


Γαλουχημένος με τα νάματα του ινστρούκτορα Αλέκου Φλαμπουράρη κι αδαής, ο Έλληνας πρωθυπουργός δίχως να έχει άλλα μέτρα σύγκρισης για να μετράει  τους ανθρώπους ή να συνυπολογίζει με πραγματισμό τις καταστάσεις, σαγηνεύτηκε από τον παραληρηματικό λόγο Βαρουφάκη, δεν διέβλεψε τον θανάσιμο κίνδυνο στο παγωνίσιο ύφος του. (Όπως πάμπολλοι, άλλωστε).


Είπαμε όμως. Ο Τσίπρας είναι ένας από μας: 

Σάπιο ροδάκινο στο βάθος της σακούλας

Toυ ΚΩΣΤΑ ΛΟΓΑΡΑ 

Το λένε συχνά: «Αυτός, τη δουλειά του κάνει» κι ακούγεται σαν αυταπόδεικτη αλήθεια, σαν κοινωνικό αξίωµα που δεν επιδέχεται αντίρρηση. Και µάλιστα πολλοί επικροτούν, προσθέτοντας εµφαντικά στο τέλος: «Και καλά κάνει», ακόµα και για περιπτώσεις που αφορούν χοντρή παρανοµία ή κάποια απατεωνιά. 

Λες και είναι εύλογο. 

Το λένε κι εννοούν ότι εσύ έπρεπε να προσέχεις, ότι εσύ ευθύνεσαι που δεν ήσουν προσεκτικός, όταν στο µανάβικο σου πασάρανε κρυφά τη σκαρταδούρα και στο µπακάλικο σε κλέψανε κάτω απ τη µύτη σου, γιατί άλλη τιµή είχε στο ράφι κι άλλη σου χτύπησε στη µηχανή.

Και καλά µε τον µανάβη, που σου φόρτωσε το σάπιο το ροδάκινο στο βάθος της σακούλας, φταις εσύ ενώ «εκείνος τη δουλειά του κάνει». Αλλά µε τον ταξιτζή που γυροφέρνει πέρα-δώθε τον τουρίστα για να γράφει το κοντέρ ή το γκαρσόνι, που σου σερβίρει για φρέσκο το κατεψυγµένο, πώς το λες γι αυτόν «τη δουλειά του κάνει»; Κι από κοντά έρχεται και ο µεγαλογιατρός που σου φοράει τον βηµατοδότη δίχως να τον χρειάζεσαι, κι ο δικηγόρος που εφευρίσκει ανύπαρκτα επιχειρήµατα για να απαλλάξει τον έµπορο των ναρκωτικών (τούτο δώ είναι απ τα κοινωνικά µυστήρια, διότι «αυτουνού κι αν είναι η δουλειά του»), κι ύστερα ο κάλπικος δηµοσιογράφος ή ο πολιτικός όσο µεγαλύτερο το ψέµα, τόσο πιο αποτελεσµατικός στον ρόλο του αλλά πώς το λες µε τόση ευκολία, «τη δουλειά του κάνει», και του δίνεις άλλοθι; Λες και η δουλειά του καθενός µας είναι να βρίσκουµε τον άλλον λάσκο, αφηµένο κάπως, εύπιστο και χαλαρό. Και πάνω εκεί να του βάζουµε τρικλοποδιά, να του δίνουµε το ξίκικο ή να τον ρίχνουµε κρυφά στη συµφωνία. 

Αυτή λοιπόν η συλλογιστική «τη δουλειά του κάνει - και καλά κάνει» που λέγεται αδιακρίτως, µου φαίνεται ζαβή. Από κάπου µπάζει, γιατί καταργεί κάθε έννοια αµοιβαιότητας και προπαντός τη λογική της συν-ευθύνης.

Αν είναι έτσι τα πράγµατα, θα πρέπει να είµαστε όλοι µε µια καραµπίνα στο χέρι και να κοιτάµε συνεχώς λοξά ένας τον άλλον µε ανασηκωµένο φρύδι. Να συνοµιλούµε µε τους άλλους ενώ στο πίσω µέρος του µυαλού µας να σκεφτόµαστε συνέχεια «µήπως µε κοροϊδεύει ο αγύρτης;».

Ναι, δεν έχω αντίρρηση καµιά, πρέπει να προσέχει ο καθένας. Γύρω καραδοκούν σαΐνια και αρπακτικά, δεν είµαστε αγγελούδια οι άνθρωποι.

Αλλά η καχυποψία είναι άλλο πράµα. Σε διαβρώνει, σου χαλάει το µυαλό, σε τρώει και σε βασανίζει. Περνάει στο αίµα σου και γίνεται τρόπος ζωής. Και τελικά σε κάνει να περιχαρακώνεσαι, να κλείνεσαι λίγο λίγο στο καβούκι σου γιατί δεν ξέρεις από πού θα σου ρθει. Η ανασφάλεια κι ο φόβος σε φέρνουν στον παραλογισµό. Και, θες δε θες, αναπτύσσεις σαν αντίδοτο κι εσύ την τεχνική τής... κερατιάς  που την βαφτίζεις εξυπνάδα και µε χαλασµένο το µυαλό ψάχνεις παντού την ίντριγκα κι οσµίζεσαι τριγύρω τη µολυσµατική οσµή της διαπλοκής και της δολοπλοκίας  ίσως να µην έχεις κι άδικο, ένα µικρό κοµµάτι της έχουµε γίνει πλέον ο καθένας µας.

Αυτό δεν είναι ζωή γι ανθρώπους. Για τ άγρια ζώα, ναι. Που µηχανεύονται τα µύρια όσα, είτε για να παγιδεύσουν το θύµα τους είτε για να αποφύγουν τις παγίδες.

Οχι. Δεν µπορεί να είναι «αυτή η δουλειά µας». Κι ούτε «την κάνουµε καλά». Η κουτοπονηριά και η καπατσοσύνη δοκιµάστηκαν επί µακρόν και αποδείχθηκαν αλίµονο  κουσούρια κι όχι αρετές.

Δίχως την αµοιβαία εµπιστοσύνη, χωρίς τη βεβαιότητα ότι το «ναι» είναι κατά κοινή οµολογία «ναι», καµιά δουλειά δεν γίνεται σωστά. Αλλά καµιά. (Και µην ακούσω πάλι το γνωστό κλισέ, κόβω καληµέρα)

Παιχταράδες και πραγµατικοί γκολτζήδες

Του ΚΩΣΤΑ ΛΟΓΑΡΑ

Τον θυµάστε τον παλιό εκείνο δασκαλάκο που έπαιρνε την ίδια κάθε χρόνο τάξη, άνοιγε τα µουχλιασµένα του κιτάπια κι έλε γε τα ίδια πάντα πράγµατα βουλιάζοντας όλο και περισσότερο (κι αυτός κι οι κατακαηµένοι µαθη τές του) µέσα στη άγνοια και την πλήξη; Ο χρό νος είχε σταµατήσει να κυλάει γι αυτόν, µη σας πω ότι είχε λησµονήσει κιόλας πως η Γη γυρίζει.

Θαρρώ ότι αυτός ο τύπος δεν υπάρχει πια. Κι αν ακόµα έχει αποµείνει κάπου, θα είναι απ τα τελευταία δείγµατα παλαιολιθικής ζωής σε κάποια αποµα κρυσµένη επαρχία. Οι ραγδαίες εξελίξεις, η ψηφιακή τεχνολογία, Διαδίκτυο και ηλεκτρονική επικοινωνία, τον έστειλαν στα µπάζα.

Ανάλογες όµως περιπτώσεις υπήρχαν και στην πολιτική ζωή. Κοντά σε δραστήριους πολιτικούς  (για την Τοπική Αυτοδιοίκηση µιλώ) που καλιγώνανε τον ψύλλο, πολιτεύονταν και κάτι πρόσωπα φαιδρά: σουλάτσο και καφέ στην κεντρική πλατεία µε το ύφος του ξερόλα «τι λε, ρε;», το αφ υψηλού σαν επικύρωση της εξουσίας τους. Κι αυτοί έχουν ξοφλήσει, (αλλά δεν παίρνω κι όρκο).

Τι ζητάει πλέον ο πολίτης απ τις τοπικές του ηγεσίες; Ανθρώπους επαρκείς για την επίλυση των καθηµερινών κυρίως προβληµάτων καθώς και την εκπόνηση ενός µακροπρόθεσµου σχεδιασµού που να βγάζει την πόλη απ τη µιζέρια και την εσωστρέφεια.

Στις καινούργιες εποχές και µε δεδοµένη πλέον τη συρρίκνωση των οικονοµικών πόρων χρειάζονται άνθρωποι αποτελεσµατικοί (είδος δυσεύρετο), µε φαντασία και έµπνευση. Ωστε αξιοποιώντας τα ελάχιστα µέσα που διαθέτουν να παράγουν έργο. Να αναβαθµίζουν την περιοχή τους έχοντας γνώση τι γίνεται κι αλλού, στην Ευρώπη και τον κόσµο. Αλλά χωρίς να ξέρουν να πατάνε το κουµπί του υπολογιστή, δίχως να γνωρίζουν µια ξένη γλώσσα, πώς; δεν λέει.

Εδώ χρειάζονται άνθρωποι µε ενδιαφέρον για την έρευνα και τις ποικίλες εφαρµογές της στην καθηµερινή ζωή, γνώστες οι ίδιοι της σύγχρονης τεχνολογίας και των εξελίξεων, µε πίστη στον πο λιτισµό ως επενδυτική αξία και πυλώνα της δηµο κρατικής πολιτείας. Αλλιώς οι πόλεις κι οι πολίτες χαντακώνονται κάτω από την ηγεσία ανθρώπων κουρασµένων και πολλαπλώς φθαρµένων σαν το παλιό εκείνο δασκαλάκο που λέγαµε.

Τα λέω αυτά µιας κι άρχισε ο προεκλογικός πυρετός και πολλοί γαµπροί διεκδικούν δηµαρχίες, νοµαρχίες, περιφέρειες. Ο απλός πολίτης όµως  (που δεν νοιάζεται για τις κοµµατικές αγκούσες) εύλογα αναρωτιέται αν όσοι περνούν κατά καιρούς από τα διάφορα πόστα, στρέφουν το βλέµµα προς τα πίσω για να κάνουν έναν απολογισµό (µε αληθινά στοιχεία όµως, όχι σαν κι εκείνα που έστελνε ο Παπαθανασίου στις Βρυξέλλες). Να αναλογιστούν τι υποσχέθηκαν  (έναν σωρό στρατηγικές υποδοµές, επιχειρησιακούς σχεδιασµούς, θεσµούς και επενδύσεις) και πόσα γίνανε απ αυτά. Πώς και γιατί αφήνουν να κυλούν τα πράγµατα µέσα στην απραξία, αρκούµενοι στο ελάχιστο; Μια παραλία λ.χ. καθαρή δεν σηµαίνει δα ότι καθάρισες τις ακτές της Λουιζιάνας από την πετρελαιοκηλί δα της ΒΡ! Μην είµαστε υπερβολικοί.

Αλλά κι αυτοί που λάβροι διεκδικούν εκ νέου αναβαθµισµένους θώκους (προκόβουν στους χαµηλότερους και πάν να σώσουν και τους ψηλότερους) θα πρεπε να αναρωτηθούν κατά πόσο έχουν συµβάλει ώς τώρα στην ανάπτυξη της περιοχής τους  µε κριτήρια όµως Α Εθνικής, όχι Γ Κατηγορίας.
Μεγάλη ευθύνη, βέβαια, έχουν οι κεντρικές εξουσίες που χρίουν υποψηφίους για την Τοπική Αυτοδιοίκηση µε γνώµονα µοναδικό όχι τις ικανότη τές τους αλλά τη νίκη του κόµµατος. Στόχος απο κλειστικός το σκορ, όπως στο ποδόσφαιρο. Μόνο που εκεί οι αληθινοί γκολτζήδες και οι παιχταράδες σκοράρουν διαρκώς κι αποδεικνύουν την αξία τους σε κάθε αγώνα, όλη τη σεζόν. Αναδεικνύονται σε ατµοµηχανές, αλλιώς υφίστανται την αµείλικτη κριτική των οπαδών. Ενώ εδώ, ο (επικοινω νιακός) νικητής των εκλογών µε την ευλογία του κόµµατος, αν στη συνέχεια αποδειχτεί ανεπαρκής και λίγος, βουλιάζει την πόλη ολόκληρη στο τέλµα