Το δημογραφικό τείνει να απεικονίζεται με όρους «έκρηξης», μια «βόμβα» που χρήζει εξουδετέρωσης ή μια «φωτιά» που απαιτεί πυροσβεστικά μέτρα· στην πραγματικότητα είναι μια διαδικασία υπόκωφη και μακρόσυρτη, που διαβρώνει αδιάκοπα τον κοινωνικό ιστό. Μια επικείμενη «σιωπηλή άνοιξη» για την ελληνική κοινωνία, εφάμιλλη με την οικολογική ερήμωση στην οποία η περιβαλλοντολόγος Ρέιτσελ Κάρσον είχε προειδοποιήσει ήδη τη δεκαετία του 1960 ότι κινδυνεύουν να οδηγηθούν τα δηλητηριασμένα από τοξικά εντομοκτόνα οικοσυστήματα. Την εικόνα αυτή προοιωνίζονται, εξάλλου, και οι αναλογιστικές μελέτες των δανειστών, οι οποίες παρουσιάζουν την Ελλάδα το 2060 με πληθυσμό που δεν θα ξεπερνά τους 8,6 εκατ. κατοίκους.
Πώς μπορεί όμως να αντιμετωπιστεί ένα αμιγώς πολιτικό πρόβλημα όταν δεν λογίζεται ως τέτοιο;
Προβάλλοντας με όρους φυσικού φαινομένου –και όχι ακολουθούμενης πολιτικής– την αυξανόμενη αδυναμία της κοινωνίας να αναπαραχθεί, μοιραία υπαγορεύονται μέτρα τέτοια ώστε να «βγαίνουν» οι αριθμοί, όπως είναι η επιμήκυνση της ηλικίας συνταξιοδότησης και η μείωση των συντάξεων. Συχνά δε η επωδός περί «φυσικής» συρρίκνωσης της δημογραφικής βάσης του κοινωνικού κράτους συνοδεύεται από μια ιδεοληπτική δυσανεξία απέναντι στην ίδια την ιδέα του κρατικού σχεδιασμού· από έναν επιδερμικό φιλογεννητισμό που συνυπάρχει με έναν ανεπεξέργαστο νεομαλθουσιανισμό. Η συζήτηση καταλήγει σε μια αριθμητική διαχείριση των επιπτώσεων του δημογραφικού, με τα γενεσιουργά του αίτια να αφήνονται, ωστόσο, ανερμήνευτα.
Ανασταλτικοί παράγοντες
Οι γερασμένες πληθυσμιακές δομές και η υπογεννητικότητα, η «διαρροή εγκεφάλων», η μη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και η αδυναμία αναπλήρωσης των συνταξιοδοτικών δαπανών, καθώς και η αύξηση της θνησιμότητας από ιάσιμες ασθένειες λόγω μειωμένης πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, αποτελούν τις επιμέρους εκφάνσεις ενός πρισματικού προβλήματος· πιο συγκεκριμένα: τα παράπλευρα προϊόντα ενός συντελεσθέντος μετασχηματισμού.
Το δημογραφικό δεν επιδεινώνεται ούτε εξαιτίας των δήθεν «νέων ηθών» ή συμπεριφορών της νεολαίας ούτε λόγω κάποιας μειωμένης επιθυμίας αναπαραγωγής.
Αυτό πιστοποιούν και οι εκτεταμένες έρευνες μεταξύ των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας στη χώρα μας που έχουν δείξει ότι ο επιθυμητός αριθμός παιδιών ξεπερνά το όριο αναπλήρωσης των γενεών (2,1 παιδιά), τη στιγμή που την πενταετία 2010-2015 ο πραγματικός δείκτης γονιμότητας δεν υπερέβη το 1,3.
Το αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα σε επιθυμία και πραγματικότητα οφείλεται στην πραγματιστική επίγνωση ότι απλούστατα...

