"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ Κ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ Κ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΠΟΥΤΙΝΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Όχι στην «ειρήνη»



Του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ

Αξέχαστες μας έχουν μείνει κάτι συναυλίες καλλιτεχνών τού εντέχνου «για την ειρήνη» τις πρώτες εβδομάδες του πολέμου, υποκινούμενες από φιλοπουτινικούς κύκλους
— κάτι αριστερίζοντες, κάτι ακροδεξιούς και κάτι τέτοιους. Με όχι καλά συγκαλυμμένο τρόπο, μας συμβούλευαν —επειδή εμείς είμαστε ηλίθιοι και δεν νιώθουμε, δεν μας κόβει— να τα βρούμε κάπου στη μέση, βρε αδερφέ, να δώσουμε μια ευκαιρία στην ειρήνη, να πατάξουμε τον ναζισμό του κωμικού, να μοιράσουμε τη χώρα, να φιληθούμε στα χείλη, και να πάμε στην παραλία ν’ ανάψουμε φωτιά και να τραγουδάμε Λοΐζο μασουλώντας ψητό καλαμπόκι συνοδεία ρετσίνας.

Δόξα τω Θεώ, μόνο ελάχιστοι τσίμπησαν στα παραπάνω, πλην των επαγγελματιών του μίσους, των τραμπικών, των κομουνιστών, των κουφοντινικών και των κασιδιαρικών —που είναι εξαρχής πεισμένοι, όσο απολύτως σίγουροι είναι ότι δεν υπάρχει κορωνοϊός, ότι δεν υπάρχουν νεκροί από την πανδημία, ότι τα μέτρα θα μας σκοτώσουν, ότι δεν υπάρχει εμβόλιο, ότι αν υπάρχει είναι κακό, ότι αν χρειάζεται δεύτερη ή επαναληπτική δόση δεν είναι εμβόλιο, ότι ήρθαν οι εξωγήινοι και οι ερπετάνθρωποι και η Νέα Τάξη και ο Αντίχριστος για να μας δαγκάσουν στα λαιμά και να μας αναγκάσουν να ψωνίζουμε συγκεκριμένα προϊόντα από το σούπερ κ.ο.κ.—, εξ ου και δεν είχαν συνέχεια αυτές οι θεάρεστες πρωτοβουλίες «για την ειρήνη και τον αφοπλισμό», οργανωμένες από συλλογικότητες και χρυσά παιδιά που πρασίνιζαν σαν τον Χουλκ μπροστά στο θράσος τού ΝΑΤΟ, των νεοταξιτών και των γερακιών της Ουάσιγκτον να ανάψουν τη φωτιά στην Ευρώπη. (Τέτοια έλεγαν, ότι φταίει το ΝΑΤΟ, φταίνε οι ΗΠΑ, ότι ο Μπάιντεν βάζει φιτίλια, ότι οι νεκροί είναι ηθοποιοί, ότι τις μπόμπες τις βάζει η Χίλαρι και το φάντασμα της Μαντλίν Ολμπράιτ, ότι το Κίεβο έπεσε, ότι ο Ζελένσκι είναι μεταξύ Ταϊτής και Νήσου τού Πάσχα, ότι ο Πούτιν έχει κλειδώσει το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη στο σκόπευτρό του κλπ. κλπ. Μερικοί ακόμα τα λένε).

Λοιπόν, αυτές οι εκκλήσεις για… ειρήνη (!) ξεκίνησαν τις τελευταίες ημέρες ξανά. Αμέ. Και ξεκίνησε λόγω της μεγάλης αντεπίθεσης της Ουκρανίας, που μέσα σε δυο-τρία εικοσιτετράωρα είχε εδαφικά κέρδη ίσα με αντίστοιχα ρωσικά έξι… μηνών. Μια αντεπίθεση που χαιρετίστηκε από όλο τον δημοκρατικό κόσμο, γέμισε χαμόγελα τον πλανήτη, και ανάγκασε τη χούντα να κηρύξει επιστράτευση για να στείλει μερικές δεκάδες χιλιάδες ακόμη Ανατολίτες να βιάσουν γυναίκες, παιδιά, βρέφη και κότες, να ευνουχίσουν άντρες με κοπίδια και να τους ξεριζώσουν τα μάτια με κατσαβίδια, να χώσουν χειροβομβίδες σε στόματα σκύλων και να τους κλοτσήσουν στα πισινά για να τους κάνουν να τρέχουν, να γκρεμίσουν νηπιαγωγεία, και να διαγουμίσουν νοικοκυριά κλέβοντας λεκάνες τουαλέτας και φούρνους μικροκυμάτων.

ΤΩΡΑ λοιπόν, δεν προλαβαίνουμε να δεχόμαστε προσκλήσεις από ομάδες, γκρουπούσκουλα και λοιπές συμμορίες για το περιστέρι της ειρήνης, για το δικαίωμα στην ομόνοια, για το μεγάλο θαύμα της ανακωχής, για τα γαρίφαλα που στομώνουν τις κάννες, για ανοιχτές αγκάλες, δακρυσμένα μάτια, μάνες που θρηνούν, τι έχουν να χωρίσουνε λευκοί και νέγροι εργάτες, και ούτω καθεξής.

ΘΑ ΤΟΥΣ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΟΥΜΕ.

Δεν είμαστε με την ειρήνη. Είμαστε με τον πόλεμο. Τον απελευθερωτικό, πατριωτικό πόλεμο: αυτόν που στην Ελλάδα —μια παλιά χώρα, ματωμένη και μπαρουτοκαπνισμένη— βαφτίσαμε «υπέρ βωμών και εστιών». Κι ας έχουν/έχουμε ένα σκασμό δουλειές να κάνουν/κάνουμε, και μάλιστα σοβαρές και ΣΠΟΥΔΑΙΕΣ, και τέτοιες που δεν σηκώνουν αναβολές. Δεν μπορεί να είσαι «με την ειρήνη» απέναντι στις ορδές των Ορκ, και κανείς ποτέ δεν σκέφτηκε να συνάψει… ειρήνη (!) με τον Χίτλερ πριν την απόλυτη συντριβή του στρατού του, και τις ωραίες τελικές λύσεις στο μπούνκερ του.  

Κανείς δεν σκέφτηκε να βγει με ξέπλεκα μαλλιά και να φιλιέται με τον εχθρό όταν τον έβλεπε να πέφτει με τα αλεξίπτωτα στα χωριά του. Τον τουφέκαγε πριν ακουμπήσει στο χώμα.  

Γι’ αυτό και τασσόμαστε στο πλευρό των αμυνομένων που πολεμούν, ματώνουν και σκοτώνονται αμυνόμενοι του πατρίου εδάφους.

Εξ ου και δεν χάφτουμε τις νέες εκκλήσεις για δήθεν ειρήνη κάποιων άλλων τού «εντέχνου». Από την αρχή της φασιστικής εισβολής
, με τα ναζιστικά τάγματα της Βάγκνερ, με τους ανώμαλους καντιροβίτες, με τους υπανάπτυκτους μεθύστακες της στέπας, με τους μισθοφόρους της Συρίας, και με τον τακτικό στρατό του καθεστώτος (που, φευ, γρήγορα μετετράπη σε άτακτο: έτσι πάν’ αυτά), από την ΠΡΩΤΗ ΗΜΕΡΑ σοβεί ένας δεύτερος πόλεμος προπαγάνδας, ωμών ψεμάτων και fake news, τέτοιος που κάνει τον υπόδικο Τραμπ να φαντάζει Τσόρτσιλ μπροστά στους εμπνευστές του.


Ειρήνη θα υπάρξει όταν...

 

ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το βαρύ ιππικό της νεότητας

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του Κυριάκου Αθανασιάδη

Σαν τον στρατό —εννοώ τη θητεία—, οι παλιές παρέες είναι ένα συνδετικό υλικό μεγάλης ισχύος, μια κόλλα στιγμής από εκείνες τις τόσο δυνατές που τις πουλάνε μόνο σε μικρά σωληνάρια. 

Μια ξαφνική ανάμνηση, μια φωτογραφία που περνά ξαφνικά από μπροστά σου, ακόμα και μια σκέτη λέξη εντός απολύτως αλλοτρίου συγκειμένου, ή και μια μυρωδιά, μπορεί να σου φέρει στον νου έναν άνθρωπο, κι αυτός πάλι με τη σειρά του —νά το πολύ μεγάλο καλό με τους φίλους και τις φιλίες— και την υπόλοιπη ομήγυρη, τους συνήθεις υπόπτους, το ωραίο βαρύ ιππικό της νεότητας, όλη εκείνη την παρέα που κάποτε ήταν, και υπήρξε τέτοια για καιρό, ολόκληρη η ζωή σου.

Κι έτσι, για να μη χαθεί ανεκμετάλλευτη η ευκαιρία, κλείνεις τα μάτια, ή τα κρατάς ερμητικά ανοιχτά, ή τέλος πάντων απλώς κοιτάς τον τοίχο απέναντι, πράγμα που κάνει το ίδιο, και τους βλέπεις ξανά και πάλι όλους μαζί. Κάθεστε στις γνωστές σας θέσεις, στο ίδιο πάντα καφέ οπωσδήποτε και όχι αλλού (από τα υπόλοιπα απλώς περνούσατε, δίκην περιπολίας, για ένα γεια), έχετε μπροστά σας ό,τι συνήθιζε να πίνει ο καθείς ανεξαρτήτως της ώρας που διαδραματίζεται η σκηνή, καπνίζετε κιόλας —άλλες εποχές— κι αν παρατηρήσεις καλύτερα θα δεις ώς και τους τίτλους στις μέσα σελίδες των εφημερίδων που είναι διπλωμένες πάνω στα δύο ενωμένα τραπεζάκια σας.

Σ’ αυτές τις αναμνήσεις, κάθε ένα από τα μέλη της παρέας έχει το ύφος που πρέπει, εκείνο που επέλεγε όταν βρισκόταν υπό συνθήκες μεγάλης και ιδιαίτερης ειλικρίνειας ή συναισθηματικού πένθους. Δεν μιλάτε, ούτε λογοφέρνετε, απλώς κάθεστε εκεί και κοιτάτε τη στενή, γεμάτη κόσμο αίθουσα, τους άλλους θαμώνες, τον μπάρμαν ή την γκαρσόνα, ή απλώς τον τοίχο απέναντι. Παρατηρείτε. Αν κάποιος από την παρέα προτιμούσε να φοράει καπέλο ή λευκό κοστούμι και τα επιδείκνυε τακτικά, τα φοράει ασφαλώς και τώρα. Είναι πιθανόν μια Κυριακή.

Είναι μια Κυριακή, και δεν έχει γίνει τίποτε από όλα αυτά που ακολούθησαν. Οι ημέρες μπροστά σας είναι ακόμα άγραφτες, πλήρεις δυνατοτήτων σαν τον Μεγάλο Ανατολικό. Και είστε όλοι εκεί. Κυρίως αυτό. Ακόμη και όσοι έφυγαν με τον καιρό, επειδή έτσι πάνε αυτά. Πολύ συχνά, δε, οι καλύτεροι.

Αυτή είναι μία διαπίστωση που δεν την κάνεις με οδύνη —και άλλωστε δεν την κάνεις και για πρώτη φορά, κάθε άλλο—, αλλά με συγκατάβαση κυρίως. Και με χαμόγελο. Πικρό, ορισμένως. Και με τη γνώση ότι κάποτε τα δακτυλικά αποτυπώματα, τα δικά σου και ενός ακόμη από τους τότε απόντες, θα ταυτίζονται. Τότε που μια άλλη ξαφνική ανάμνηση, μια άλλη φωτογραφία, ή ακόμα-ακόμα και μια άλλη σκέτη λέξη εντός απολύτως αλλοτρίου συγκειμένου, ή και μια μυρωδιά, θα φέρει την ίδια εικόνα, την ίδια σκηνή, τις ίδιες διπλωμένες εφημερίδες, και την ίδια Κυριακή, στο μυαλό ενός άλλου.

Και τότε, όταν το σκέφτεσαι και αυτό, βέβαια μαζεύεσαι πάλι, παύεις να κοιτάς τον τοίχο απέναντι με τα μάτια σου ερμητικά ανοιχτά, κάνεις μία κίνηση σαν να κατεβάζεις τα πόδια από το γραφείο κι ας μην τα είχες ανεβάσει ποτέ, και προσπαθείς να συγκεντρωθείς ξανά στη δουλειά σου, πάντα στη δουλειά σου, όχι μόνο από φόβο και από ένα δήγμα μεταμέλειας —συγγνωστά πράγματα αυτά, και νιώθονται—, όχι γιατί από τότε έχουν γραφτεί και ξεκολλήσει από το ημερολόγιο τόσες ημέρες που σχεδόν δεν το χωράει ο νους, αλλά γιατί...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: "Αθλία Ελλάς, συνετίσου και παραδώσου" (Θέρος 1821: Ανταπόκριση από την αδίκως εξεγερμένη απέναντι στην Υψηλή Πύλη Ελλάδα)


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

 Του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ

ΡΟΥΜΕΛΗ - Του ανταποκριτού μας. Επιμένουν οι Έλληνες σε ό,τι αποκαλούν «ξεσηκωμό», παρά το απονενοημένο της αποφάσεως, προφανώς παρασυρόμενοι από κάποιους Δυτικούς, κατά το λεγόμενον, «συμμάχους» τους. Η μεγάλη Οθωμανική Αυτοκρατορία αμύνεται σθεναρά, σχεδιάζει δε να περάσει άμεσα στην οργίλη, πλην άκρως δικαιολογημένη, αντεπίθεση, καθώς βέβαια δεν προτίθεται να επιτρέψει στους υπόπτων συμφερόντων οπλαρχηγούς, ληστάρχους και γνωστούς εγκληματίες ή φυγοδίκους της περιοχής, που υποκινούνται από ξενόφερτους πολιτικούς και «συμβούλους», να θέσουν υπό αμφισβήτηση, πόσο δε μάλλον να ανατρέψουν, το υπάρχον status qvo στην περιοχή.

Η ελληνική πλευρά δεν ορρωδεί προ ουδενός. Παρά τις εκατόμβες θυμάτων, συνεχίζει αυτόν τον αγώνα δυναμιτίζοντας πάσα προσπάθεια κατευνασμού και διαπραγματεύσεων με τις επίσημες Αρχές, χωρίς να λογαριάζει νεκρούς, αίμα και καταστροφές. Ήδη πολλά χωριά έχουν κατακαεί από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα, ενώ αυτή καθαυτή η καταμέτρηση των αιχμαλώτων πολέμου, πολλοί από τους οποίους ήδη επωλήθησαν στις σχετικές αγορές, καθίσταται πλέον δύσκολη, εάν όχι αδύνατη. Οι αυτοανακηρυχθέντες «στρατηγοί» του ιδιότυπου αυτού πολέμου, που σε τίποτε δεν θυμίζει μία παραδοσιακή και έντιμη μάχη στρατευμάτων, διαμηνύουν προς πάσα κατεύθυνση ότι προτιμούν να… χαθούν όλοι, των αθώων οικογενειών τους συμπεριλαμβανομένων, από το να επιστρέψουν στην προτεραία ειρηνική συνύπαρξη με τους τύποις «αλλοεθνείς».

Λόγω της εκρύθμου καταστάσεως, και καθώς η ναυσιπλοΐα στο Αιγαίο Πέλαγος απώλεσε άρδην τον ειρηνικό της προσανατολισμό, το εμπόριο απέβη βέβαια μία ζοφερή και άκρως επικίνδυνη υπόθεση για κάθε εμπλεκόμενο. Ως αποτέλεσμα, οι τιμές πολλών αγαθών πρώτης ζητήσεως έχουν υπερδιπλασιαστεί στις ευρωπαϊκές χώρες, οι νουνεχείς κάτοικοι των οποίων παρακολουθούν με σκεπτικισμό τα διαδραματιζόμενα σε αυτή τη φτωχική, άγονη και λησμονημένη, πλην εντόνου στρατηγικού ενδιαφέροντος, χερσόνησο της Νοτίου Ευρώπης. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει τι αντίκτυπο θα έχουν τις προσεχείς εβδομάδες και μήνες οι αδιανόητες ταραχές στις ειρηνικές, και παραδοσιακές συμμάχους με την Υψηλή Πύλη, χώρες της ηπείρου.

Παρά ταύτα, και πέραν πάσης λογικής και παντός δικαίου, ομάδες και πυρήνες θερμοκεφάλων —λαοπλάνων, ρητόρων και στιχοπλόκων— υποστηρίζουν τη λεγόμενη… «ελληνική υπόθεση» (παραθέτουμε τον όρο χωρίς ορισμένως να τον υιοθετούμε), υποδαυλίζοντας εκ του μακρόθεν τα μίση και τις έριδες στην περιοχή, λησμονώντας βέβαια πως τα δύο έθνη είναι απολύτως συγγενικά και ζουν αρμονικά υπό την ίδια στέγη επί τουλάχιστον τέσσερις αιώνες τώρα, εάν όχι από πάντα. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς δεν σταματούν εδώ, αλλά συγκεντρώνουν με άδηλους και ύποπτους τρόπους πόρους και οπλισμό, ώστε να συνεχιστεί ο, ούτως ειπείν, «αγών» της παραπλανημένης Ελλάδος. O tempora, o mores…

Πέραν πάσης αμφισβητήσεως, η αναλογία δυνάμεων είναι συντριπτικά υπέρ της νομίμου κυβερνήσεως, η οποία, παρά το άδικο της αγρίας εξεγέρσεως των αιμοδιψών χωρικών και άλλων, μετέρχεται στην πλειονότητα των περιπτώσεων πλείστους όσους ειρηνικούς τρόπους κατευνασμού των παθών, καταφεύγοντας στην ωμή, πλην εκ των πραγμάτων δικαιολογημένη, χρήση των όπλων μόνον όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο, με τα ως άνω στρατηγικά αποτελέσματα. Παρά τις περί του αντιθέτου διακηρύξεις περί τινών… νικών στο πεδίο της μάχης, η θνησιγενής εξέγερση προώρισται ασφαλώς να σβήσει, και θα σβήσει.

Ωστόσο, ας αναρωτηθούμε μεγαλοφώνως άπαντες: Τι αθλία μοίρα περιμένει λαούς που βαδίζουν προς την καταστροφή τους, σαν άλλες αγέλες κατακρημνιζόμενες από μέγα ύψος, καθώς αφρόνως ακολουθούν στον γκρεμνό τα άρρωστα και τυφλωμένα από το πάθος ζώα που τις καθοδηγούν; Για πόσο ακόμη θα καίγεται η γη των αρωματικών βοτάνων και της ελαίας, η γη του Πανός και των δρυάδων; 

Ώς πότε...

 

ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η αναπόφευκτη ήττα της Ρωσίας του Πούτιν

 

Του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ

Δεν ξέρω τι θα γίνει τις επόμενες ώρες και ημέρες, αλλά αυτό που ξέρω καλά είναι ότι εντέλει 

(1) το ΝΑΤΟ θα διευρυνθεί και θα καλωσορίσει και την Ουκρανία, και τη Φινλανδία, και τη Σουηδία, και το Ισραήλ, και την Κύπρο, ανάμεσα σε άλλες χώρες, 

(2) η ΕΕ θα ισχυροποιήσει τους δεσμούς των κρατών-μελών της όσο ποτέ, βαδίζοντας σταθερά προς την Ολοκλήρωση-Ομοσπονδοποίηση, κάτι απολύτως υπέροχο και απολύτως αναπόφευκτο, και 

(3) ο Ευρωπαϊκός Στρατός που επιτέλους θα σχηματιστεί θα έχει τρομερή ισχύ πυρός και κολοσσιαία αποτρεπτική δύναμη. 

 Δεν υπάρχει απολύτως καμία πιθανότητα να μη γίνουν ΚΑΙ τα τρία μέσα στη δεκαετία.

Η πρόοδος του ανθρώπου και των κοινωνιών δεν είναι φαντασιοκόπημα, δεν είναι μια «ποιητική» προσδοκία για «κάτι καλύτερο». Είναι μια ΜΟΝΙΜΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ο ένας και μοναδικός τρόπος που ξέρουμε για να προχωράμε.

Ο πόλεμος, από την άλλη, υπήρξε ΣΧΕΔΟΝ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ κάτι φυσιολογικό, απαραίτητο, όμορφο (ναι) και ζωτικής σημασίας: μόνο έτσι, πίστευαν σχεδόν οι πάντες, μπορούσε να προοδεύσουν ο άνθρωπος, οι κοινωνίες και τα κράτη. Έπρεπε να περάσουν δεκάδες αιώνες για να σιχαθεί η ανθρωπότητα τον πόλεμο και για να της φαίνεται αυτό που πράγματι είναι — μία παράλογη και απάνθρωπη δραστηριότητα. Και κυρίως πέρα για πέρα ΛΑΘΟΣ: κάτι που γυρίζει τον άνθρωπο, τις κοινωνίες και τα κράτη πίσω, κάτι που αποστρέφεται την πρόοδο και την ευτυχία ΟΛΩΝ, των νικητών συμπεριλαμβανομένων. Το μάθαμε — με τον δύσκολο τρόπο, αλλά το μάθαμε.

Παρά ταύτα, ακόμη και σήμερα ακούγεται κάπως περίεργα αυτή η αδιαμφισβήτητη αλήθεια στα αυτιά κάποιων. Πολλοί ακόμη πιστεύουν αφελώς ότι «πόλεμος πατήρ πάντων εστί» ή ότι χάρη ακριβώς στον πόλεμο προοδεύουν αλματωδώς η τεχνολογία και η επιστήμη, και άλλα τέτοια φαιδρά — μπούρδες ολκής και φληναφήματα. Η τεχνολογία και η επιστήμη προοδεύουν συνολικά πολύ περισσότερο με τον… κινηματογράφο και τα τεχνολογικά άλματα που κάνει μέσα σε μία (οποιαδήποτε) δεκαετία το Χόλιγουντ, παρά από όλους τους πολέμους της ιστορίας ΜΑΖΙ.

Η αλήθεια είναι αποδεδειγμένα άλλη: η ανθρωπότητα προοδεύει μόνο επιλύοντας προβλήματα διαβίωσης, μόνο σπρώχνοντας όλο και περισσότερες, μεγαλύτερες, πιο συμπαγείς και πιο ποικιλόμορφες μάζες ανθρώπων σε ένα ανώτερο επίπεδο ποιότητας ζωής. Κανένα έξυπνο κανόνι δεν προχώρησε τις κοινωνίες πιο μπροστά, όσο ένα μίτινγκ μιας μέσης εταιρίας εμπορίου οποιουδήποτε καταναλωτικού προϊόντος.

Πάντα θα υπάρχουν Χίτλερ και Πούτιν βέβαια. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό οι μεγάλες ενώσεις των δημοκρατικών κρατών, διά της προβεβλημένης ισχύος τους, θα τους κρατούν δέσμιους στη μικρή, κόκκινη, πύρινη Κόλασή τους—ή θα τους κατατροπώνουν.

Δεν διακινδυνεύω καμία πρόβλεψη, γιατί δεν θα πέσω έξω.  

Είναι ηλίου φαεινότερον και θα αποδειχτεί πολύ πιο γρήγορα από όσο φαίνεται σήμερα, με τη φρίκη και τα δεινά της ηρωικής Ουκρανίας: σ’ αυτόν τον πόλεμο (και όχι γενικώς «στο μέλλον») η Ρωσία θα ηττηθεί σε όλα τα επίπεδα εξαιτίας, ακριβώς, της βρόμικης μιλιταριστικής πολιτικής της και του συνόλου των παρανομιών και των εγκλημάτων του φαρμακού που τη σπρώχνει στον γκρεμό.

Σαν κοσμικά πιόνια, οι τέτοιοι δικτάτορες, παρά τον πόνο, τα δάκρυα και τον τρόμο που γεννούν, προσφέρουν άθελά τους στον πλανήτη και καλές υπηρεσίες: 

ΠΑΣΧΑ ΕΛΛΗΝΩΝ - ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ: Πασχαλινή ιστορία...

Του Κυριάκου Αθανασιάδη
 

Ενα παραμυθάκι που έγραψα παλιά, πριν 12 χρόνια, για μία συλλογή με πασχαλιάτικα παραμύθια (Οι πιο ωραίες ιστορίες για το Πάσχα, Μίνωας, 2009).

Θα σας πω μια αληθινή ιστορία, που μου τη διηγήθηκε ο παππούς μου όταν ήμουν μικρός.  


Μια φορά κι έναν καιρό, λοιπόν, ζούσε στο χωριό μια γριούλα. Ήταν πολύ-πολύ μεγάλη, ίσως εκατό χρονών, κοντή, σκυφτή, και τυλιγμένη πάντοτε στα μαύρα της ρούχα. Όλο το χρόνο δούλευε ακούραστα στο περιβόλι της και είχε απ’ όλα τα καλά. Ζούσε σ’ ένα όμορφο σπιτάκι, έχοντας συντροφιά της μια μικροσκοπική κοτούλα, μ’ ένα στραβό λειρί σαν κοκοράκι.  

Αυτή η παράξενη κοτούλα δεν έκανε κανένα αβγό για έντεκα ολόκληρους μήνες, όμως όλο το μήνα πριν τη Μεγαλοβδομάδα γεννούσε κάθε μέρα κι από ένα μικρούλι, μακρόστενο αβγουλάκι, που ήταν –ξέρετε τι;– ολοκόκκινο. Μάλιστα: ολοκόκκινο, σαν βαμμένο.
 
Όλοι στο χωριό παραξενεύονταν, μα κανείς δε μπορούσε να εξηγήσει το φαινόμενο. Κι όταν ρωτούσαν τη γιαγιά πώς γινόταν άραγε αυτό το θαύμα, εκείνη χαμογελούσε λιγάκι πονηρά, έσκυβε το κεφάλι και έλεγε: «Α, μη τα ρωτάτε αυτά τα πράγματα. Γίνονται, γίνονται – ξέρω κι εγώ;» Και μάζευε τα αβγά, τα έβραζε να σφίξουν, και τα μοίραζε στον κόσμο να τα τσουγκρίσουν μετά την Ανάσταση. Έτσι συνέβαινε πάντα στο χωριό του παππού μου, όσο παλιά μπορούσε να θυμηθεί.

Ώσπου, μια φοβερή χρονιά, κάποιος τρύπωσε στην αυλή της γιαγιάς, άρπαξε την κότα με τα κόκκινα αβγά και χάθηκε μες στη νύχτα σαν σκιά. Ήταν οι μέρες που θα άρχιζε να γεννάει, βλέπετε, και ο κλέφτης ήθελε τη μαγική κότα για λογαριασμό του. 

Η γιαγιά έψαξε παντού να τη βρει, αλλά άδικος κόπος. Χτύπησε πόρτες, μπήκε σε ξένες αποθήκες, τρύπωσε μέσα σε θάμνους, βγήκε στην εξοχή – και πού δεν πήγε… Πολλοί χωριανοί μάλιστα ορκίζονταν πως την είδαν να μιλάει ακόμα και με δυο γέρικες αλεπούδες, που της ορκίζονταν με τη σειρά τους πως όχι, όχι, δεν είχαν πειράξει αυτές την κότα της. Και η γιαγιά, όταν είδε κι αποείδε, αρρώστησε από τον καημό της, κι ούτε να φάει ήθελε πια, ούτε να δουλέψει στο περιβόλι της, ούτε τίποτα.
 
Και όλοι έλεγαν πως δε θ’ αντέξει, θα πεθάνει πριν το Πάσχα.
 
Κι έπειτα… α, έπειτα ο Χειμώνας ξαναήρθε απρόσκλητος, κι ας είχε μόλις φύγει για τα βουνά, και στρώθηκε πάνω από το χωριό, άσπρος, φοβερός και παγωμένος, κι ο κόσμος κλείστηκε στα σπίτια, τα παιδιά σταμάτησαν το παιχνίδι, τα ζώα μουγκάνιζαν και βέλαζαν στους στάβλους και στα μαντριά τους, και τα δέντρα ζάρωσαν λες και φοβούνταν το τσεκούρι…
Κι έφτασε η Μεγαλοβδομάδα, και το κρυσταλλιασμένο χωριό αναρωτιόταν τι άλλο, άραγε, θα το χτυπήσει. Ώσπου, τη νύχτα ανάμεσα Τετάρτη και Πέμπτη –αυτή την Πέμπτη που τη λένε και Κόκκινη–, ο κλέφτης, κρυφά, γύρισε ταραγμένος και μετανιωμένος την κοτούλα στο κοτέτσι της γιαγιάς, μαζί μ’ ένα καλάθι αβγά: μικρούλια, μακρόστενα και ολόλευκα.  

Η γιαγιά άκουσε τη φασαρία, έτρεξε στην αυλή, είδη την κοτούλα κουρνιασμένη στη φωλιά της και καταχάρηκε. Και ως το μεσημέρι η κότα γέννησε ξανά, κι αυτή τη φορά το αβγό της ήταν κατακόκκινο και λαμπερό όπως πάντα, κι από μέσα του, από ένα τόσο μια σταλιά ραγισματάκι ξεχύνονταν ένα σωρό μυρωδιές – αυτές που φέρνουν…

«…την Άνοιξη!» είπα στον παππού μου.

«Ακριβώς», απάντησε εκείνος. «Την Άνοιξη. Που ήρθε πάλι στο χωριό, έστω και λίγο αργοπορημένη, λιώνοντας πέρα ώς πέρα τα χιόνια που το είχαν σκεπάσει».

«Μα πώς εξηγείται, παππού;» τον ρώτησα τότε.

«Α,...
 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: 20 συμβουλές για το 2020

Του Κυριάκου Αθανασιάδη

(...) Εμείς εδώ μόνο γκουρού δεν είμαστε, αλλά και πάλι δεν αντιστεκόμαστε στον πειρασμό να προτείνουμε μερικά πράγματα που αποδεδειγμένα «κάνουν καλό». Και «αποδεδειγμένα» σημαίνει πως δούλεψαν ή δουλεύουν, λιγότερο ή περισσότερο, τόσο σε εμάς όσο και σε πολλούς φίλους μας. Όχι όλα μαζί —δεν χρειάζονται και τα δεκάξι—, αλλά κάποια από αυτά. Διαλέξτε όποια ταιριάζουν σε εσάς· ακόμη και ένα ίσως είναι αρκετό.

Έχουμε και λέμε λοιπόν: το 2020 είναι μία καταπληκτική χρονιά για…

    ...να σπαταλάμε λιγότερο χρόνο στα social media
 

Πόσο λιγότερο; Ένα 10% για αρχή, και μακάρι ακόμη ένα 10% αμέσως μετά. Μην ξεχνάτε ότι τα 9 στα 10 λεπτά που είμαστε online τα κλέβουμε από τον εαυτό μας, πράγμα αδικαιολόγητα ανόητο αν το καλοσκεφτείς. Υπάρχουν δωρεάν app που σου λένε πόσο χρόνο χαλάς στα social media — μία παράλογη σπατάλη.

    ...να περιορίσουμε τα κανάλια ενημέρωσής μας, επενδύοντας στην ποιότητά τους

Δεν χρειάζονται πολλά, αλλά καλά Μέσα. Το elladaramou.gr δεν είναι ένα καλό Μέσο. Επίσης, υπάρχουν επαγγελματίες που κάνουν για λογαριασμό μας μια πολύ δύσκολη δουλειά: ξεσκαρτάρουν τις ειδήσεις. Ένα παράδειγμα είναι αυτό.

    ...να περιορίσουμε το binge-watching

Κολακευόμαστε ότι είμαστε από τους πρώτους που το λέμε. Αλλά όπου να ’ναι να είστε σίγουροι πως θα το ακούτε όλο και συχνότερα — και θα μας θυμηθείτε. Επιστρέψτε (σιγά-σιγά, όχι απότομα) στον παλιό, παραδοσιακό τρόπο που βλέπατε τηλεόραση, αποφεύγοντας τη βουλιμική, μαραθώνια κατανάλωση των σίριαλ αλά Netflix. Εκεί είναι, δεν θα φύγει. (Extra tip: μ’ αυτό τον τρόπο θα καταλάβετε κι αν αυτά που βλέπετε αξίζουν τα λεφτά τους ή αν σας κλέβουν χωρίς να το καταλάβετε. Ο χρόνος σας είναι η μόνη σας όντως περιουσία).

    ...να εγκαινιάσουμε το σπορ των δέκα (10) σελίδων ανάγνωσης κάθε βράδυ

Αυτό κρατάει λιγότερο από 15 λεπτά. Η συμβουλή προφανώς απευθύνεται σε όποιον ισχυρίζεται πως δεν έχει χρόνο για διάβασμα. Έχει, και μάλιστα πολύ. Με 10 σελίδες την ημέρα, τέτοια μέρα του χρόνου θα έχει διαβάσει 10-15 βιβλία: όχι και λίγα, συγκρινόμενα με το κανένα βιβλίο. Με 20 σελίδες την ημέρα, θα φτάσει τα 30 μέσα σε έναν χρόνο.

    ...να διαβάσουμε Ιστορία

Όχι αποκλειστικά στο ίντερνετ, και ασφαλώς όχι από «στρατευμένα» σάιτ. Ο άνθρωπος έχει προορισμό του τα άστρα, ναι, αλλά στο μεταξύ βαδίζει (και) με το μαχαίρι στα δόντια. Δεν έχουμε μάθει και πολλά αφότου τελειώσαμε το σχολείο, και δεν θυμόμαστε τίποτε από τότε. Η ιστορία των δύο μεγάλων πολέμων του προηγούμενου αιώνα και των μετέπειτα του δευτέρου ίσως αρκούν για αρχή.

 
    ...να πάρουμε ένα σκύλο· ή μία γάτα
Αρκεί βέβαια να είμαστε πολύ περισσότερο από σίγουροι ότι θα ζήσουν και θα πεθάνουν μαζί ευτυχισμένα κάθε ώρα της ζωής τους — αλλιώς δεν πρέπει να πάρουμε, απαγορεύεται. Αν όμως είμαστε πράγματι σίγουροι, τότε η δική μας ζωή θα ανθήσει με τρόπους που δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε πριν.

    ...να τρώμε κάπως πιο προσεκτικά

 
Αν αφαιρέσουμε πολύ από ένα ή δύο αποδεδειγμένα βλαβερά πράγματα από το διαιτολόγιό μας, σίγουρα δεν θα πάθουμε κάτι. Θα είναι αυτό η πολλή ζάχαρη; Το πολύ λίπος; Οι καθημερινές σοκολάτες; Ό,τι κι αν είναι, η απώλειά του μπορεί να μας λυπήσει στην αρχή, αλλά δεν θα πεθάνουμε κιόλας. Ενώ μ’ αυτό το πράγμα μπορεί και να πεθαίναμε (πριν της ώρας μας).

    ...να μαγειρεύουμε μία φορά την εβδομάδα για άλλους

Όλοι το ξέρουν. Είναι κάτι σαν το σεξ, αλλά με ρούχα. Ή σαν ροκ συναυλία χωρίς τα ντεσιμπέλ. Είτε για έναν είτε για περισσότερους, το μαγείρεμα για τους άλλους σε κάνει να αισθάνεσαι γεμάτος, πλήρης, ικανοποιημένος και χορτάτος. Σαν να έφαγες το αγαπημένο σου φαγητό.

    ...να ξυπνάμε μία ώρα νωρίτερα, κάθε μέρα

Προσοχή: αυτό δεν σας προσφέρει μία επιπλέον ώρα, καθώς θα αναπληρώσετε τον ύπνο σας πέφτοντας στο κρεβάτι μια ώρα νωρίτερα το βράδυ. Όχι. Θα σας προσφέρει ΠΟΛΛΕΣ επιπλέον ώρες. Η πρώτη πρωινή σας ώρα είναι μια ώρα που κρατά πολύ περισσότερα από 60 λεπτά. Γκαραντί. Δοκιμάστε το, όποια ώρα και αν συνηθίζετε να ξυπνάτε.

    ...να κάνουμε 6.000 βήματα στη διάρκεια της ημέρας

Αυτό κρατάει λιγότερο από 45 λεπτά, και τη μέτρηση την κάνει δωρεάν το τηλέφωνό σας. Δεν χρειάζεται να πούμε (και) εμείς πόσο σημαντικό έχει αποδειχτεί πως είναι το περπάτημα για την υγεία μας. Είναι πολύ σημαντικό. Επιπλέον, με το περπάτημα μπορείς και βρίσκεις χρόνο για να σκέφτεσαι, να υπολογίζεις, να λογαριάζεις, να ξεσκαρτάρεις. Μην ακούτε μουσική βαδίζοντας, επικεντρωθείτε στον εαυτό σας και στην κίνηση.

    ...να ασκούμαστε, χωρίς όργανα, 15 λεπτά την ημέρα

Όπως και το βάδισμα, κι αυτό είναι 100% καλό, και μπορεί να γίνει από τον καθένα, ανεξαρτήτως ηλικίας, βάρους, φυσικής κατάστασης κλπ. Στο YouTube υπάρχουν άπειρα προγράμματα κάθε βαθμού δυσκολίας, που γίνονται απλώς με το βάρος του σώματός μας, χωρίς όργανα. Κι έπειτα, ποιος ξέρει: ίσως σάς γίνει συνήθεια. Δωρεάν γυμναστήριο, στον χώρο σας. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

    ...να ξεκινήσουμε μία ξένη γλώσσα, κάνοντας 15 λεπτά μάθημα την ημέρα

 
Πολλοί αρχίζουν τα δωρεάν μαθήματα που διατίθενται στο ίντερνετ (δωρεάν ή με πολύ φτηνές συνδρομές), αλλά ελάχιστοι τα συνεχίζουν. Όχι επειδή συναντούν δυσκολίες, αλλά επειδή προτιμούν να χαζολογούν στο Facebook. Κατανοητό. Αλλά μια ξένη γλώσσα είναι ένας άλλος κόσμος — μεγάλη τύχη. Κι αν αυτό δεν φτάνει, έχουμε κι άλλο: μία ξένη γλώσσα είναι ένας τρομερός περισπασμός από τις αναποδιές της ζωής. Προτείνεται. (Εναλλακτικά, μάθετε μία τέχνη. Π.χ., το πλέξιμο ή την ικεμπάνα).

    ...να γραφτούμε συνδρομητές σε ένα έντυπο

 
Για τα επόμενα δέκα τουλάχιστον χρόνια, τα έντυπα θα εξακολουθούν να είναι τα πιο αρχοντικά Μέσα. Επίσης: να το ξεφυλλίζουμε αυτό το έντυπο, ή ακόμα-ακόμα και να το διαβάζουμε, όχι μόνο να το λαμβάνουμε με το ταχυδρομείο. Το τονίζουμε, γιατί πολλές φορές δεν ανοίγουμε καν τον φάκελο του περιοδικού όταν έρχεται στο σπίτι μας. Τώρα, αν το περιοδικό είναι εβδομαδιαίο, κρατήστε το για τον κυριακάτικο καφέ, μαζί με τις εφημερίδες. Ιδανικά, σε ένα καφέ-μπαρ. Στην ίδια πάντα θέση, αυτήν που προτιμάτε. Ξέρετε.

    ...να μάθουμε να κάνουμε καρδούλες στο Facebook και όχι ένα ξερό like

Δηλαδή ναι. Βάλτε αυτό: 

<3 br="">
    ...να...


ΔΙΕΘΝΗ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ - ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΑΔΕΣ: Ο βασιλιάς είναι φαλακρός


(...Σήμερα...)  επιλέγω να μιλήσω κι εγώ για τον Γαβρά.

Αλλά πώς να μιλήσω για τον Γαβρά αφού δεν έχω δει την ταινία του;  


Αυτό είναι ένα πρόβλημα. Οπότε αποφασίζω, γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, να το αντιπαρέλθω. Αν μη τι άλλο, έχω μιλήσει ακόμη και για το «Finnegans Wake» σε κοτζαμάν δημόσια εκδήλωση χωρίς να το έχω διαβάσει, στην ταινία του Γαβρά θα κωλώσω;

 

Απροπό, σε εκείνη την εκδήλωση ούτε οι άλλοι στο πάνελ είχαν διαβάσει το «Finnegans Wake», και μάλιστα αμφιβάλλω αν το έχει διαβάσει ποτέ κανείς. Όχι ότι χρειάζεται να το διαβάσει κανείς βέβαια: είναι πιο χρήσιμο να κοιτάζει την μπογιά στον τοίχο να στεγνώνει.

 
Πράγμα που έχει σχέση και με το σημερινό μας θέμα, καθώς από όλους όσους πήραν μέρος στη δημόσια συζήτηση για την ταινία του Γαβρά επίσης κανείς δεν την είχε δει. Και κανείς δεν χρειάζεται να τη δει.


 

Γιατί το λέω αυτό το τελευταίο; 


Καταρχάς σαν σχήμα καθ’ υπερβολή. Ο Γαβράς είναι πολύ σπουδαίος σκηνοθέτης, άρα εκ προοιμίου το έργο του είναι σοβαρό και έχει αξία, μετρήσιμη αξία — αυτό δεν το συζητάμε. Αλλά και γιατί όλοι ξέρουμε πως πρόκειται για μία αγιοποίηση του Βαρουφάκη —κανείς δεν μας το έκρυψε άλλωστε—, κι αυτό είναι ό,τι πιο κωμικό μπορώ να σκεφτώ. Κωμικό, εννοώ, αν μιλάμε για ρεαλισμό. Αν το πάμε πέρα από τον ρεαλισμό, θα μπορούσα να σκεφτώ πολλά πιο κωμικά, όπως το «Ενήλικοι στην αίθουσα και ζόμπι», ας πούμε. Ή όπως το «Ενήλικοι στην αίθουσα, Τσακαλώτος και Σκάρλετ Γιόχανσον». Και λοιπά και λοιπά — έχω μεγάλη φαντασία, και με πληρώνουν γι’ αυτό.

 

Ένας τρίτος λόγος είναι το τρέιλερ. Τα τρέιλερ είναι διαφήμιση για την ταινία (κυριολεκτικά: τα τρέιλερ είναι διαφημιστικά σποτ), αλλά το συγκεκριμένο —και δεν είναι το μόνο— καταφέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα. Μιλάμε απολύτως για τηλεοπτική αισθητική εδώ, και μάλιστα παρωχημένη και —συμπαθάτε με— κάπως δαλιανίδικη, αισθητική «Ρετιρέ» με μεγάλο μπάτζετ δηλαδή, αισθητική προ-ΗΒΟ και προ-Neflix. Προς Θεού δηλαδή. Όσο δε για τη μίμηση της φωνής του Βαρουφάκη από τον συμπαθή πρωταγωνιστή, ε, εκεί δεν έχω λόγια. Ή μάλλον, επειδή ακριβώς έχω, καλύτερα να μην πω τίποτε.

 

Αυτοί οι δύο λόγοι αρκούν.  

Αλλά νά που έχω στ’ αλήθεια κι έναν τρίτο. Ο παραγκωνισμός Τσίπρα. ΑΥΤΟΣ είναι ο λόγος που δεν θα δω την ταινία. Όπως δεν θα έβλεπα ένα ιστορικό έπος για τη μάχη του Γρανικού, αν δεν πρωταγωνιστούσε σ’ αυτό ο Αλέξανδρος αλλά ο Βουκεφάλας.

 

Στ’ αλήθεια, μου είναι αδιανόητο να βγαίνει από το κάδρο ο άνθρωπος που, λίγος-ξελίγος, άσχετος-ξεάσχετος, προσπάθησε να οδηγήσει τη χώρα στον γκρεμό, και αντ’ αυτού να παίρνει τα εύσημα (πρόκειται περί ευφημισμού) ένας υπάλληλος.

 

Για να κλείσω. Κατανοώ την ανάγκη του Γαβρά να έχει κάποιο πολιτικό-κομματικό αποκούμπι. Η εποχή μας είναι εποχή (και) διαψεύσεων για την Αριστερά. Η οποία πρέπει από κάπου να πιαστεί για να μην πνιγεί. Και, όπως λέει και η παροιμία, ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται.  


Κι αν δεν έχει μαλλιά για να πιαστεί...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Συνηθίζοντας την ασχήμια



Το έχουμε πει. Και θα συνεχίσουμε να το λέμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας. Ο άνθρωπος συνηθίζει στην ομορφιά. Και συνηθίζει και στην ασχήμια. Κι αν το πρώτο λέγεται ζωή, το άλλο λέγεται —και είναι— εντροπία. Ισχύει στα πάντα. Δεν έχει εξαιρέσεις. Ισχύει σε ό,τι κι αν προσπαθήσετε να σκεφτείτε.


Ισχύει στις πόλεις μας, για παράδειγμα, που είναι η προέκταση του εαυτού μας. Γιατί είναι καλό να μην ξεχνάμε πως είμαστε κατασκευασμένοι για να ζούμε σε πόλεις. Πολλοί μαζί, σε πόλεις. Με νόμους να προστατεύουν την ιδιωτικότητά μας και την ελευθερία μας.


Το δε πρώτο που κάνουμε στις πόλεις μας είναι να τις συνηθίζουμε. Αν είναι όμορφες, «ανθρώπινες», συνηθίζουμε την ομορφιά τους. 


Και τι σημαίνει συνηθίζω την ομορφιά;  


Σημαίνει ότι δεν μου αρκεί. Η ομορφιά δεν πρέπει να μας αρκεί. Ήρθαμε εδώ, από ένα αδιανόητο (κυριολεκτικά) πλέγμα συγκυριών, που πολλοί ονομάζουν ακόμα όπως οι παλαιοί άνθρωποι Θεό, για να μη μας αρκεί η ομορφιά. Για να θέλουμε κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Για να παλεύουμε για περισσότερη ομορφιά. Για ό,τι σημαίνει ομορφιά για τον καθένα μας. Για μένα, σημαίνει ένα ήσυχο πρωινό Κυριακής σε ένα όμορφο καφέ, με περιοδικά. (Θέλω περισσότερες «Κυριακές» στη ζωή μου). Για άλλους, σημαίνει ταξίδια και περιπέτεια. Για άλλους καταδύσεις και κότερα. Για άλλους ταβερνάκια. Για άλλους έρωτες. Για άλλους άλλα.


Συνηθίζουμε τις πόλεις μας, και, αν είναι άσχημες, συνηθίζουμε την ασχήμια τους. Γινόμαστε κι εμείς ένα κομμάτι αυτής της ασχήμιας: το πιο άσχημο κομμάτι της, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Το πιο άσχημο κομμάτι της πόλης. Πλέον, συνηθίζοντας την ασχήμια, είμαστε και θα είμαστε πάντα κάτι άσχημο. Κάτι που δεν ζητά, κάτι που επαναπαύεται, κάτι που αρκείται στα ψίχουλα. Κάτι που του φτάνει να υπάρχει, να είναι εκεί, να λέει νια στην ασχήμια, να λέει ναι στον εαυτό του στον καθρέφτη. 


Καταφάσκουμε στην ασχήμια. Δεν το καταλαβαίνουμε, γιατί είμαστε πια λίγοι: απλώς το κάνουμε.  


Οι άσχημες πόλεις είναι φτιαγμένες από ανθρώπους που τα παράτησαν. Από ανθρώπους που συνήθισαν την ασχήμια.


Γιατί η ασχήμια είναι κάτι που το συνηθίζεις. Όπως ακριβώς και η ομορφιά.


Αν συνηθίσεις την ομορφιά, δεν σου φτάνει: θες κι άλλη. (Κι αυτό το λένε ζωή).  


Αν συνηθίσεις την ασχήμια, γίνεσαι ένα κομμάτι της. (Κι αυτό το λένε εντροπία, που είναι κάτι χειρότερο και από τον θάνατο. Ο θάνατος είναι τίμιος, η εντροπία πονηρή και σκρόφα).


Τα τελευταία δέκα άθλια χρόνια, έχουμε συνηθίσει και κάτι άλλο: τη φτηνή πολιτική κουβέντα, την κουβέντα του πεζοδρομίου και της νύχτας. 


Λαϊκιστές, από τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ναζί μέχρι άλλα διαβόητα λούμπεν στοιχεία, όπως ο ποινικός απατεώνας Σώρρας και η σπείρα του και κάτι άλλοι αγράμματοι εθνικιστές, ξόμπλια μεγάλης ολκής, έχουν ποτίσει συστηματικά, προγραμματικά, μετ’ επιτάσεως, κατ’ εξακολούθησιν το σαστισμένο μυαλό των χτυπημένων από την Κρίση πολιτών με τόση ανόθευτη βλακεία, που αυτοί —οι χτυπημένοι από την Κρίση πολίτες— την έχουν πια συνηθίσει. (...)  το ποσοστό όσων επιμένουν να ακούν τους λαϊκιστές, όπως το ζόμπι ακούει το ένστικτό του, είναι πελώριο. 


Γιατί;  


Γιατί κανείς συνηθίζει και τη βλακεία. Την πηχτή, ανόθευτη, συστηματικά, προγραμματικά, μετ’ επιτάσεως, κατ’ εξακολούθησιν ριγμένη στο μυαλό του βλακεία.


Ήδη, μετά από όσα έγιναν στη χώρα μας από το ’15 και δώθε, σε συνδυασμό με το θηριώδες παράδειγμα του Ηνωμένου Βασιλείου που έχει καταντήσει ο περίγελος του κόσμου, ένας παλιάτσος της συμφοράς (όχι η μικρή Ελλάς, που έξω από τα σύνορά μας κανείς, φευ, δεν την αναφέρει ποτέ στις συζητήσεις του και κανέναν ποτέ δεν απασχολεί: αλλά το Ηνωμένο Βασίλειο!), όλο αυτό το διαγούμισμα, το ανασκάλεμα, ο εξευτελισμός του εδάφους της, θα αρκούσαν —θα έλεγε ένας που δεν τα ξέρει αυτά— για να αντιστρέψουν άρδην το κλίμα. 


Λοιπόν, ΔΕΝ το αντέστρεψαν άρδην. Το αντέστρεψαν μερικώς. Κι αυτό από μόνο του είναι τρομακτικό. 


Ήδη οι τέσσερις προαναφερθείσες κατηγορίες (ΣΥΡΙΖΑ, ναζί, ποικίλοι Σώρρες και Βελόπουλοι, εθνικιστές) συγκεντρώνουν δημοσκοπικά ένα ποσοστό της τάξεως του 30%: ο ένας στους τρεις ψηφοφόρους είναι δικός τους — ο ένας στους τρεις γείτονές σας. 


Γιατί; 


Τα είπαμε γιατί. Γιατί...

ΣΥΡΙΖΟΑΛΗΤΑΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Η βία είναι η μαμή της κοπρολαλίας

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ. Μιλώντας τρεις μέρες τώρα (ξανά) όλοι για τον Πολάκη και την κοπρολαλία του, και κάνοντας όλοι μας όλον αυτό τον θόρυβο, ξεχνάμε. Ξεχνάμε μερικά πολύ βασικά πραγματάκια. Ναι, ξέρω πως δεν γίνεται διαφορετικά, ξέρω πως δεν μπορούμε να προχωρήσουμε αλλιώς, χρειάζεται και μια πρέζα λήθη στο φαΐ μαζί με το αλάτι, ένα «Έλα μωρέ…», αλλιώς βαραίνει στο στομάχι — αλλά προσωπικά, όχι, δεν μ’ αρέσει. Το θέλω σκέτο.

 
ΑΝΑΓΚΑΙΑ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ. Από την αρχή αυτής της φαύλης περιπέτειας, επαναλαμβάνω με κάθε ευκαιρία ένα πράγμα: όλο αυτό είναι προσωπικό. Ναι, οι άνθρωποι έφαγαν, πρήστηκαν, πούλησαν, ξεπούλησαν, διόρισαν, κανάκεψαν, πλούτισαν, εξευτέλισαν, χάλασαν, γκρέμισαν, ισοπέδωσαν, ποδοπάτησαν, χώρισαν τον κόσμο στα δυο, πέταξαν τους ιερούς πρόσφυγες σε στρατόπεδα λάσπης, λοιδόρησαν κάθε αξία του ανθρώπου — ναι, ναι και ναι. Ό,τι θες· μαζί σου. Αλλά τι να κάνουμε, όλα αυτά δεν γίνεται να με αφορούν πια. Ειλικρινά, δεν γίνεται. Με αφορούσαν όσο ζούσα σε κανονική χώρα, μια χώρα με τα καλά της και τα κακά της. Πλέον, περιορίζομαι στο να μου αρκεί να υπάρχουν πάντα μερικές χιλιάδες άνθρωποι που θα αγοράζουν τα βιβλία μου. Κι αν συρρικνώθηκε το αναγνωστικό κοινό λόγω της οθωμανικού τύπου υπερφορολόγησης, κι αν χάνουμε καθημερινά αναγνώστες λόγω της θυελλώδους αύξησης της πραγματικής ανεργίας, κι αν περιορίζεται σημαντικά η αγορά μας λόγω της μετανάστευσης, τι να κάνουμε: θα γράφω βιβλία γι’ αυτούς που έμειναν και που θα μπορούν να τα αγοράσουν. Και θα το κάνω καλά, μά τον Θεό, με την ψυχή μου: θα τους τιμήσω για την εμπιστοσύνη τους όσο μπορώ, συν κάτι παραπάνω.


Αλλά: όλα τα υπόλοιπα, αφ’ ης στιγμής οι πολλοί δεν άκουσαν τους λίγους που φωνάζουν από το ’10 —και που τους είπαμε επακριβώς τι θα γίνει, τους είπαμε το και το, ένα κι ένα κάνουν δύο, προσέξτε, θα την πατήσετε και θα την πατήσουμε όλοι εξαιτίας σας, και θα την πατήσει και πολύς ξένος κόσμος, άνθρωποι ανέστιοι, άνθρωποι κατατρεγμένοι—, μπα, όλα τα υπόλοιπα έπαψαν να γίνεται να με νοιάζουν και πια δεν είναι δυνατόν, εκ των πραγμάτων, να με αφορούν. Δεν γίνεται, τι να κάνουμε τώρα. Με αφορά ΜΟΝΟ ό,τι έχει να κάνει με το σπίτι μου και με πέντε άλλα σπίτια ανθρώπων που αγαπώ. (Και τα δάκρυα στα μάτια του δικού μου πατέρα το καλοκαίρι του ’15). Εμένα, πλέον, ΑΥΤΟ με αφορά. Για τα άλλα, να με συμπαθάτε αλλά δεν μου περισσεύει χώρος. Όλο αυτό που συμβαίνει είναι προσωπικό. Κι αν οι άλλοι σάς δουλεύουν ψιλό γαζί επειδή είστε μπόσικοι και δεν ντρέπονται να λένε πως εξακολουθεί να τους νοιάζει η χώρα, το πολίτευμα, το μέλλον των παιδιών τους και των παιδιών του γείτονα, η εθνική αξιοπρέπεια που ετρώθη από τη συγκυβέρνηση της εθνικιστικής Αριστεράς με την Ακροδεξιά, η Μακεδονία που είναι ελληνική κλπ. κλπ., εγώ ντρέπομαι και δεν θα το ισχυριστώ αυτό. Κοκκινίζω εύκολα άλλωστε, και θα το καταλαβαίνατε. Οπότε μπα. Είμαι εδώ για μένα και για τους δικούς μου. Και για τους φίλους. Τον κύκλο μου. Όχι για τη «χώρα». Αυτή τη χάσαμε, παρά τον αγώνα μας.


Άμα ξανακερδηθεί από μια νέα πλειονοψηφία, άμα ξαναγυρίσουμε στις εστίες μας, άμα σκουπιστούν τα σκουπίδια και πεταχτούν στη χωματερή, το συζητάμε.

 
ΣΤΟ ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ. Αλλά πάμε πάλι από την αρχή. Έλεγα λοιπόν ότι, μιλώντας συνεχώς και με μεγάλη φωνή για τη σημερινή κοπρολαλία του Πολάκη, δηλαδή της Ουρανίας Μιχαλολιάκου του Τσίπρα, ή αν θέλετε ενός από τα πολλά πρόσωπα του Τσίπρα (σήμερα πρόσωπό του και εαυτός του είναι ο Πολάκης, αύριο πρόσωπό του και εαυτός του θα ’ναι πάλι η Δούρου, τις προάλλες ήταν ο Καμμένος, πιο πριν η Κωνσταντοπούλου, ο Λαφαζάνης και ο Βαρουφάκης, μεθαύριο θα ’ναι ξανά ο Κοτζιάς και παραμεθαύριο ένας άλλος: είπαμε, έχει πολλά πρόσωπα ο Τσίπρας — πολλούς εαυτούς), μιλώντας λοιπόν για κάτι φρικώδες και εμετικό που γίνεται ΣΗΜΕΡΑ, λες και αυτό μάς έφταιξε για το χάλι μας, ξεχνούμε μερικά πολύ βασικά πραγματάκια.

 
Δεν θα τα πω όλα. Θα θυμίσω μόνο δύο.

 
Το ένα είναι αυτό:

 
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήρθαν για να φάνε και να διοριστούν, για να τσεπώσουν μίζες, και για να γίνει η κάθε τυχάρπαστη ψυχή, ο κάθε απίθανος τυπάκος και η κάθε απίθανη κοπελίτσα, σύμβουλος, γραμματέας, καθηγητάκος και υπουργός με μισθό που δεν τον ονειρευόταν ούτε στα πιο τρελά του όνειρα. Μπα. 


Ήρθαν για να οδηγήσουν την Ελλάδα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και με τη βούλα των εκλογών μάλιστα. Και ενός δημοψηφίσματος που κέρδισαν με μεγάλη διαφορά: πολλά με λίγα. (Αλλά ναι: η αγαπημένη μας τάχα Κεντροαριστερά το ξεχνάει. Και λέω «τάχα» γιατί η πραγματική Κεντροαριστερά είναι το ΠΑΣΟΚ. Και το ΠΑΣΟΚ δεν ξεχνάει και δεν θα ξεχάσει). Απλώς οι Μεγάλοι μας Σύμμαχοι τους είπαν ότι αυτό θα είχε σαν άμεση συνέπεια ή (α΄) κυνήγι με τσουγκράνες ή/και (β΄) έκτακτα στρατοδικεία — γιατί τα τανκς του Καμμένου (εκείνα που, μετά τη ρήξη, θα διαφύλατταν δήθεν την τάξη στο εσωτερικό της χώρας…) δεν θα έμεναν με τον Καμμένο. Κούνια που τον κούναγε. Ο Καμμένος δεν μπορεί να διοικήσει ούτε διμοιρία από μολυβένια στρατιωτάκια. Εξ ου και υπαναχώρησαν μετά τις 17 ώρες φροντιστήριο εξόδοις τής σοφής και κραταιάς Ευρώπης. Γιατί κανείς δεν θέλει να κυνηγηθεί από πλήθη που κραδαίνουν τσουγκράνες. (Ακόμη χειρότερα: κανείς δεν θέλει να κυνηγηθεί από πλήθη που κραδαίνουν iPad με αδυναμία πρόσβασης στο ίντερνετ — κι αυτά τα πλήθη είναι κάπως πιο έξαλλα από τους χωριάτες με τις τσουγκράνες· πιο εκδικητικά· πιο θανάσιμα). Γιατί κανείς δεν θέλει να δει το όνειρό του να σβήνει στην μπούκα μερικών τυφεκίων.

 

Αυτό ήταν το ένα που ήθελα να θυμίσω όσο λέμε για τον φουκαρά τον Πολάκη, που ούτε ψύλλος στον κόρφο του — πρέπει να ντρέπεται πολύ αυτός ο άνθρωπος, και να φοβάται πολύ τον εαυτό του. (Η πρόταση μομφής θα καταπέσει, θα το δείτε).

 
Το άλλο είναι το εξής:

 
Αν κάτι έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, και ζούμε όσα ζούμε, δεν είναι ούτε η Κρίση, ούτε η ρητορική του, ούτε οι υποσχέσεις του, ούτε καν όσα έταζε στους πιο χαζούς από τους χαζούς (μειωμένο ΕΝΦΙΑ, δέκατο τρίτο μισθό, παντεσπάνι και ειρήνη στη Δυτική Όχθη). Τον έφερε...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΚΗΦΗΝΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ψηφοφόροι ΣΥΡΙΖΑ υπό απειλή εξαφάνισης

Καθώς η βεβαιότητα της εκλογικής ήττας τού ΣΥΡΙΖΑ αυξάνεται, και μένει μόνο να καταγραφεί το μέγεθος της συντριβής του —όχι δημοσκοπικά πλέον, αλλά πολιτικά, θεσμικά, στην κάλπη—, ο ακριβής αριθμός δηλαδή των μοιρών που θα του γυρίσει την πλάτη το μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων του του 2015 (360°, 720° κ.ο.κ.), οι Μεγάλες Επικοινωνιακές Διάνοιες του Μαξίμου βάζουν πλάτη και στύβουν το μυαλό τους για να σώσουν οτιδήποτε κι αν σώζεται.

 
Ως εκ τούτου, έχουν κατεβάσει τους πίνακες της IUCN και σημειώνουν στα κουτάκια από κάτω τα «κοινά-στόχους» που εντοπίστηκαν να κολυμπούν στη μεγάλη δεξαμενή από την οποία άντλησαν ψήφους το ’15, τα περισσότερα μέλη των οποίων, όμως, έχουν εγκαταλείψει καιρό τώρα την εν λόγω δεξαμενή για άλλες, κοντινές ή πιο απομακρυσμένες, ή απλώς, καθώς γενικά είναι στη φύση τους να πραγματοποιούν εποχικές μετακινήσεις, βρίσκονται σε αναζήτηση της πιο πρόσφορης για αυτά.

 
Τώρα, η IUCN —η διεθνής οργάνωση που δραστηριοποιείται για την προστασία των απειλούμενων ειδών, ήτοι η Παγκόσμια Ένωση Προστασίας της Φύσης (World Conservation Union ή International Union for Conservation of Nature and Natural Resources / IUCN: ιδρύθηκε το 1948 στο Γκλαντ της Ελβετίας)— χωρίζει τα απειλούμενα είδη ζώων σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:
 

1. Στα Εξαφανισθέντα.
2. Σε αυτά που βρίσκονται Υπό Απειλή.
3. Σε αυτά που τελούν υπό καθεστώς Χαμηλότερου Κινδύνου.


 
Η πρώτη κατηγορία, τα Εξαφανισθέντα, χωρίζεται σε δύο υποκατηγορίες: 

(α΄) Εκλιπόντα και 
(β΄) Εκλιπόντα στο Φυσικό τους Περιβάλλον. 


Τα είδη που βρίσκονται Υπό Απειλή χωρίζονται με τη σειρά τους:


(α΄) σε όσα τελούν υπό Κρίσιμο Κίνδυνο (critically endangered), 
(β΄) στα είδη που βρίσκονται απλώς Σε Κίνδυνο (endangered) και 
(γ΄) στα είδη που είναι Τρωτά (vulnerable). 


Τέλος, όσα είδη τελούν υπό καθεστώς Χαμηλότερου Κινδύνου χωρίζονται στα 

(α΄) Εξαρτώμενα από Προστασία, 
(β΄) στα Σχεδόν Απειλούμενα και 
(γ΄) στα Ελάχιστης Ανησυχίας ή Μειωμένου Ενδιαφέροντος.

 
Τώρα, οι Μεγάλες Επικοινωνιακές Διάνοιες του Μαξίμου έχουν να σταθμίσουν πολλά και να εξετάσουν άλλα τόσα. Το μόνο δεδομένο που έχουν στα χέρια τους είναι ότι δεν μπορούν να απευθυνθούν ταυτόχρονα ΚΑΙ σε όλα τα Εξαφανισθέντα, ΚΑΙ σε όλα όσα βρίσκονται Υπό Απειλή, ΚΑΙ σε όλα εκείνα που τελούν υπό καθεστώς Χαμηλότερου Κινδύνου. Δεν έχουν τόσο μεγάλη (ή τόσο μαγική) επικοινωνιακή δεινότητα, δεν υπάρχει αρκετός χρόνος, η πολιτική τού ΣΥΡΙΖΑ είναι διαφανής (και, φευ, «υπαρκτή») και η ζωή γενικώς δύσκολη — και αμείλικτη. Όπως και η πραγματικότητα. Έτσι, βλέπουν από πού μπορούν να αποκομίσουν τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη με τον μικρότερο δυνατό κόπο και τις μικρότερες δυνατές απώλειες (π.χ., δεν θέλουν φυσικά να γίνουν πολύ ρεζίλι).
 

Οπότε, το πρώτο που κάνουν είναι να αποκλείσουν αμέσως-αμέσως τις πρώτες και τις τελευταίες κατηγορίες. Δηλαδή:



1. Τους από χέρι χαμένους, ή τα Εξαφανισθέντα είδη: όσους επί παραδείγματι πίστευαν ότι ψηφίζοντας ΣΥΡΙΖΑ θα έπαιρναν 13ο μισθό, δώρο Πάσχα, επίδομα θερινής αδείας, μεγαλύτερη σύνταξη, δώρο iPhone κ.ο.κ., δηλαδή τα Εκλιπόντα είδη, και όσους πίστευαν ότι θα κάναμε ρωγμή στην Ευρώπη, θα μας παρακαλούσαν να μας δανείσουν, ότι δεν υπάρχει (γενικώς) ούτε μία πιθανότητα στο εκατομμύριο κ.ο.κ., δηλαδή τα Εκλιπόντα στο Φυσικό τους Περιβάλλον είδη.

 
2. Αυτούς που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, είναι δικοί τους, ή τα είδη που τελούν υπό καθεστώς Χαμηλότερου Κινδύνου: 
(1) τα Εξαρτώμενα από Προστασία (κάτι Καρανίκες, κάτι μετακλητούς, κάτι τέτοιους), 
(2) τα Σχεδόν Απειλούμενα (κάτι ημίτρελους που δεν μπορείς να τους κάνεις ζάφτι μεν, αλλά είναι πιστοί σαν σκυλιά δε, όπως οι μεθυσμένοι οπαδοί στα πέταλα των γηπέδων, που ζητωκραυγάζουν ακόμη και όταν βάζει γκολ ο αντίπαλος γιατί είναι οι ίδιοι «γκολ») και 
(3) τα Ελάχιστης Ανησυχίας ή Μειωμένου Ενδιαφέροντος (τη Λοΐζου, ξέρω γω).

 
Τόσο στους μεν όσο και στους δε, οι Μεγάλες Επικοινωνιακές Διάνοιες του Μαξίμου δεν χρειάζεται να επενδύσουν λεπτό από τον χρόνο τους: οι πρώτοι χάθηκαν για τα καλά, έφυγαν, πέταξαν και φτύνουν τον κόρφο τους, και οι δεύτεροι είναι δεμένοι με το βυθιζόμενο σκάφος σαν στρείδια στην καρίνα.

 
Οπότε μένουν οι άλλοι. Μένουν τα είδη που βρίσκονται Υπό Απειλή Εξαφάνισης. Θυμίζουμε τις υποκατηγορίες στις οποίες χωρίζονται: (α΄) Υπό Κρίσιμο Κίνδυνο, (β΄) Σε Κίνδυνο και (γ΄) Τρωτά.

 
Τα «κοινά-στόχοι» που ενδιαφέρουν τις Μεγάλες Επικοινωνιακές Διάνοιες του Μαξίμου είναι, χοντρικά, τα εξής:

 
- Αριστεροί: Ο Λαός δεν ξεχνά, ζήτω το κράτος, ζήτω ο κρατισμός, κάτω ο φιλελευθερισμός, ο νεοφιλελευθερισμός, κάτω η Θάτσερ, κάτω οι επενδύσεις, κάτω η οικονομία γενικώς, κάτω η ανάπτυξη, ζήτω η απο-ανάπτυξη, δεν θα γίνουμε Ριβιέρα, ζήτω οι φόροι, ζήτω η νομενκλατούρα της εξουσίας, ζήτω η αμεσοδημοκρατία, ζήτω η απλή αναλογική, ΚΚΕ-αλλαγή-δεύτερη κατανομή κλπ.


- Επιδοματούχοι: Ζήτω το επιδοματικό και πελατειακό κράτος, κάλλιο πέντε και στο χέρι, ζήτω τα υψηλά πλεονάσματα του προϋπολογισμού που θα γυρίσουν στον φτωχό να πάρει τσιγάρα κλπ.


- Συνδικαλιστές: Προσλήψεις παντού, προσλήψεις όλων, προσλήψεις ενηλίκων ανηλίκων και αγέννητων, τα κεκτημένα επαγγελματικά δικαιώματα είναι ιερά, η αξιολόγηση είναι του διαβόλου, θάνατος στην αριστεία κ.ο.κ.

ΣΥΡΙΖΟΛΑΜΟΓΙΑΡΑΔΙΚΟ: Τα μανικετόκουμπα του Τσίπρα

Όπως κολλάει στο δόντι ένας σβώλος ψωμί ή μια ίνα κρέας ή ένα κομμάτι μήλο και δεν έχεις κοντά σου οδοντογλυφίδα, ή ένα απ’ αυτά τα λεπτά βουρτσάκια που κάνουν την ίδια δουλειά, ή οδοντικό νήμα, ή κάτι, και ταλαιπωρείσαι και σκέφτεσαι ότι ένα δισεκατομμύριο μικροοργανισμοί δουλεύουν πυρετωδώς εκείνη τη στιγμή για να σου σαπίσουν το δόντι, έτσι και μένα μού έχουν κολλήσει στο μυαλό καιρό τώρα τα μανικετόκουμπα του Τσίπρα. Και, μολονότι στην πρώτη περίπτωση κάτι θα κάνεις τελικά, και εντέλει θα πλύνεις τα δόντια σου και θα ανακουφιστείς, με τη δεύτερη δεν μπορείς παρά να κάνεις υπομονή. Και, στο μεταξύ αυτό, να εύχεσαι διάφορα από μέσα σου. (Χρησιμοποιώ το «εύχομαι» κατ’ ευφημισμόν).

 
Αυτό το πράγμα με τα μανικετόκουμπα είναι —για να εξηγούμεθα: το θέτω επιεικώς— άθλιο και εξοργιστικό. Είναι ένα εντέχνως μη κρυφό κομμάτι του βορβορώδους ψεύδους που πουλάει ο Τσίπρας αφενός στους φουκαράδες, στους λιμασμένους και στους κολαούζους, στον λαουτζίκο δηλαδή, και αφετέρου σε ανθρώπους με χρήμα και εξουσία, από την άλλη. Ψέμα, και κλείσιμο του ματιού ταυτόχρονα. Να το πω πιο ξεκάθαρα: είναι αποκρουστικό. Παίζει τον ρόλο που παίζουν και τα βαριά, τεράστια χρυσά χαϊμαλιά που κρεμάνε οι μαύροι έμποροι ναρκωτικών ή οι ράπερ, εκείνες οι γελοίες καρακιτσάτες αλυσίδες που έχουν στον λαιμό. Δηλαδή σημαίνει: «Είμαι πλούσιος, βλάκες». Αυτό.  


Άλλη μία: «Εγώ είμαι πλούσιος, βλάκες».

 
Σημαίνει: «Μη μου κολλάτε».

 
Και είναι πράγματι πλούσιος. Φτιάχτηκε. Κονόμησε. Και, μπορεί μεν να αγαπά —όπως όλοι οι δικτάτορες και οι δυνάμει δικτατορίσκοι— τις στολές, εξ ου και το επαναστατικό πουκάμισο με χωρίς γραβάτα, αυτή η στρατιωτικού τύπου χυδαιότητα που ανθούσε κάπου τη δεκαετία τού ’70 στον Τρίτο Κόσμο, αλλά τα μανικετόκουμπα μανικετόκουμπα.  


Γιατί, «Είμαι πλούσιος, βλάκες». Γελάκι. «Εγώ είμαι πλούσιος, βλάκες». Κλείσιμο ματιού στο πόπολο. «Μη μου κολλάτε».

 
Αυτό, τα μανικετόκουμπα του Τσίπρα, δεν είναι κάτι που περνάει ρουφώντας το δόντι σου ή με ένα κομμάτι οδοντικό νήμα. Γιατί είναι ακόμη εδώ. Πρωθυπουργός (ο… Τσίπρας!) μιας από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου. Και, ναι: από τις πιο ιστορικές του πλανήτη — πώς να το κάνουμε. Συνομιλεί με ηγέτες κρατών. Κλείνει συμφωνίες. Βάζει την υπογραφή του. Κανονίζει, σαν άλλος Καίσαρ, ποιος θα φάει, ποιος θα ’χει ρεύμα, ποιος θα ξεμείνει από φάρμακα, ποιος θα ξεψυχήσει στην Εντατική, ποιος θα φύγει από τη χώρα ματώνοντας η ψυχή του, και ποιος θα πεταχτεί σαν το σκυλί στον δρόμο. Ποιος θα κοιμηθεί γαλήνια το βράδυ, και ποιοι δεν θα κλείνει το μάτι τους από την αγωνία όλη τη νύχτα.

 
Εχθές έλαβα ένα μήνυμα από μία φίλη, μία εξαιρετικά καλλιεργημένη γυναίκα, καθηγήτρια φιλόλογο, με κάτι ελληνικά που ντρέπεσαι να της μιλάς και κοκκινίζεις φοβούμενος ότι από ώρα σε ώρα θα πέσεις σε κανέναν σολοικισμό ή θα σου ξεφύγει καμιά λάθος γενική. Μου έγραφε τα εξής:

ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Πρωταγωνιστές και κομπάρσοι




Δύο τινά έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια που όλοι μπήκαμε για τα καλά στις πλείστες όσες υπηρεσίες του διαδικτύου: 

(α΄) ψήλωσε ο νους μας 
και 
(β΄) ξεβρακώθηκε η ανεπάρκειά μας. 


Αυτά τα δύο είναι διαμετρικά αντίθετα, είναι το Γιν και το Γιανγκ. Ξεκάθαρα. Κατ’ αυτά, αλληλοσυμπληρώνονται κιόλας. Και τα δύο όμως είναι τραγικά. Μπορούν να σε τσακίσουν. Αν και —παραδόξως, ίσως— δεν σε τσακίζουν ποτέ. Και αυτό το τελευταίο είναι το πιο τραγικό από όλα.



Οπωσδήποτε δεν είμαστε αυτοί που νομίζουμε ότι είμαστε όταν κοιτάμε την αυτοεικόνα μας στο Facebook. Δεν είμαστε τόσο όμορφοι, τόσο έξυπνοι, τόσο ετοιμόλογοι, τόσο άριστα ενημερωμένοι ή τόσο μορφωμένοι. Ή τόσο, και τέτοιοι, εραστές των τεχνών, των Γραμμάτων, του αθλητισμού και των καλτ ρευμάτων. Για την ακρίβεια, τείνουμε να είμαστε το αντίστροφο από αυτά. Είμαστε, δε, διαρκώς κατάκαρδα φοβισμένοι ότι ισχύουν τα αντίθετά τους. Ότι υπολειπόμαστε του προτύπου που παρουσιάζουμε στους άλλους — ή και στον εαυτό μας. Το τρέμουμε αυτό. Όπως τρέμουμε και την αποκάλυψη της αλήθειας. Αλλά, με μία κομψή κίνηση αυτοσυντήρησης, προσθέτουμε ένα βέλο στο πρόσωπό μας: όχι για να μη μας βλέπουν τόσο, όσο για να μη βλέπουμε εμείς.



Κανείς πράγματι φτάνει στο σημείο να πιστέψει ότι είναι αυτό που φαίνεται, και αυτό που κατέληξε να παρουσιάζει. Ξέρω πολλούς που το κάνουν. Και ξέρω —κυρίως— και τον εαυτό μου. Όλο αυτό συμβαίνει ανέκαθεν, δεν το ανακαλύψαμε εμείς (τίποτε, ποτέ, δεν θα ανακαλύψουμε εμείς), αλλά παλαιότερα αφορούσε μόνο «υψηλά ισταμένους». Ένας παπάς ή ένας άρχοντας έδειχναν και πίστευαν ότι ήταν κάτι παραπάνω από αυτό που πράγματι ήταν, ως εκ της θέσεώς τους και μόνον. Όχι όμως ένας απλός άνθρωπος. Πριν από έναν-ενάμιση αιώνα πάλι, ο Κριστιάν ντε Νεβιλέτ, με τη φωνή του κρυμμένου Σιρανό, έκανε τη Ρωξάνη να τρέμει από έρωτα και προσμονή. Σήμερα, μπορώ εύκολα να είμαι εγώ ο ίδιος ο Κριστιάν ντε Νεβιλέτ, ή και ο ίδιος ο Σιρανό. Ή και η Ρωξάνη ακόμη-ακόμη. Μπορώ να είμαι τα πάντα. Και καταλήγω, φευ, να πιστέψω ότι πιθανότατα όντως είμαι — ότι είμαι κάτι άλλο από αυτό που μπορώ στ’ αλήθεια.



Αυτή η κρυφά υπογεγραμμένη συνθήκη είναι ανασχετική τής όποιας καλής μας προαίρεσης να αναπτυχθούμε. (Εάν βέβαια αυτό, η ανάπτυξη —και όχι η συντήρηση— του εαυτού μας είναι η προϋπόθεση της ζωής). Μέσα στον υπέρογκο πλούτο των πληροφοριών που σαλεύουν κάτω από το ποντίκι μας, ξεχνάμε και αμελούμε να κρατήσουμε στα χέρια μας, να κάνουμε καλά δικές μας, έστω και μια χούφτα από δαύτες. Μένουμε με τη λαχανιασμένη υπόσχεση των πάντων —και με τον Βιτγκενστάιν και με τον Χάιζενμπεργκ, και με τον Πίντσον και με τον Ντέιβιντ Λιντς, και με τον Μποντλέρ και με τον Μπαμπέ— και τελικώς συχνά μένουμε μόνοι.



Το θέμα των ψευδών ταυτοτήτων και της σύγχυσης εαυτού έχει φυσικά υπεραναλυθεί, και δεν είμαι εγώ αυτός που μπορεί να βάλει άλλη μία ψηφίδα στο οικείο βιβλιογραφικό οπλοστάσιο. Για όνομα του καλού Θεού. Τα αναφέρω απλώς όλα αυτά για πολύ προσωπικούς λόγους. Αλλά και για να δώσω —ας μου επιτραπεί— μία συμβουλή: χρειάζεται μεγαλύτερη επένδυση από όλους μας στην εις βάθος ενημέρωση, γιατί η εις βάθος ενημέρωση ενδυναμώνει τον πραγματικό μας εαυτό και μας αποκαλύπτει πετώντας τη φενάκη μας στο έδαφος, κατά τον τρόπο που τον κάνει η συστηματική ανάγνωση της λογοτεχνίας και η σπουδή μίας επιστήμης.



Οι «New York Times», με τα άρθρα, τα editorial και τα δεκάδες εξειδικευμένα newsletters τους, δεν είναι εκεί μόνο για τον Ομπάμα, είναι και για εμάς. Το ίδιο και το «Atlantic», και η «New York Review of Books», και ο «Νew Yorker» και ο «Εconomist» και ο «Guardian», και η «Washington Post», και οι «Sunday Times», το ίδιο και το καθημερινό δελτίο του FACT — για να αναφέρουμε μόνο τα προφανή, την κορυφή του καυτού παγόβουνου των λαμπρών μίντια και των μεγάλων κειμένων. Και μεγαλύτερη επένδυση σημαίνει χρόνος: ένα δίωρο την ημέρα, όχι λιγότερο. Δηλαδή, συρρίκνωση του χρόνου που ξοδεύουμε σε μηδαμινής αξίας πράγματα.

Ξέρω, είναι δύσκολο.



Όμως είπα προηγουμένως πως τα λέω αυτά και «για πολύ προσωπικούς λόγους». Θα αναφέρω δύο. 


Ο πρώτος είναι ότι έρχονται με ολοένα συχνότητα μέρες κατά τις οποίες αισθάνομαι ανεπαρκής — ολότελα ανεπαρκής. Και πολύ πίσω από μία πυκνή μάζα συναδέλφων μου, που διαθέτουν πολλαπλάσια εμού προσόντα. Σήμερα, όπως θα καταλάβατε, είναι μία από αυτές τις ημέρες.  


Ο άλλος λόγος έχει να κάνει με την «Τρελή του Σαγιό».



Μικρός, δούλευα σαν κομπάρσος στο θέατρο. Έλαβα λοιπόν μέρος και σε αυτή την παράσταση του ΚΘΒΕ, και μάλιστα για δύο άκρως επιτυχημένες σεζόν. Τον ρόλο της Ορελί κρατούσε η Δέσπω Διαμαντίδου. Εγώ κι ένα τσούρμο άλλοι κάναμε τους φτωχοδιάβολους φίλους της και εμφανιζόμασταν σε κάποιες σκηνές, για μπούγιο. Φορούσα ένα τριμμένο κοστούμι και ένα καπέλο εποχής. Κάποια στιγμή, συνειδητοποίησα ότι έπαιζα κάτι λιγότερο από διακοσμητικό ρόλο — δεν ήμουν παρά ένα έμψυχο κομμάτι του σκηνικού. Και αποφάσισα να το αλλάξω αυτό. Έτσι, στις σκηνές όπου συγκεντρωνόμασταν σε πηγαδάκια και τάχα συζητούσαμε, επέλεξα να κάνω μεγάλες κινήσεις με τα χέρια και μούτες με το πρόσωπο, εκφράζοντας απορία, οργή, σιγουριά κλπ. κλπ., σίγουρος ότι πλούταινα έτσι τη σκηνή, ότι της προσέδιδα βάθος και ότι αξιοποιούσα τις δυνατότητές μου. Και τέλος πάντων, επειδή έτσι θα φαινόμουν καλύτερα.



Το όλον παρατήρησε ένας από τους ηθοποιούς του θιάσου, που κρατούσε έναν μικρό ρόλο. Μία μέρα λοιπόν, πάνω που εγώ σκιαμαχούσα επί σκηνής, σκύβει και μου λέει ψιθυριστά στο αυτί: «Μην κάνεις έτσι. Κάθε μικρή κίνηση εδώ πάνω φαίνεται τεράστια από την πλατεία του θεάτρου».



Προφανώς το βούλωσα και σταμάτησα να κάνω το νευρόσπαστο. Τουλάχιστον για όσο κράτησαν εκείνες οι παραστάσεις.



Αυτό θυμήθηκα σήμερα, και αυτό τελικά ήθελα να πω για τις ψευδείς ταυτότητες και τη σύγχυση εαυτού στα social media.



ΥΓ. Όντας κάθε μέρα στην παράσταση, και «παίζοντας» κι εγώ, δεν είδα ποτέ μου την «Τρελή του Σαγιό». Δεν ξέρω το έργο. Συμπέρασμα: