"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΠΟΥΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΠΟΥΛΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Μικρές Μανωλάδες παντού

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Είδα τα βίντεο με τους σακατεμένους ανθρώπους να κείτονται καταμεσής του δρόμου. Διάβασα δεκάδες άρθρα για τα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα, τις αιματοβαμμένες φράουλες, τον ρατσισμό και την εκμετάλλευση. Παρακολούθησα  δελτία ειδήσεων, δημοσιογράφους  και εφημερίδες να κονταροχτυπιούνται για το καλύτερο πλάνο, τον πιο ευφάνταστο τίτλο. Άκουσα την πολιτική ηγεσία αυτού του τόπου σύσσωμη και όπως πάντα καθυστερημένη να δηλώνει ότι θα παρθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα και να καταδικάζει. Να μιλά για μεμονωμένα περιστατικά. 

Ντράπηκα. Και σκέφθηκα ότι δεν υπάρχει σωτηρία σε μια χώρα που εθελοτυφλεί, που δεν αφουγκράζεται και δεν βλέπει τις δεκάδες Μανωλάδες που υπάρχουν γύρω μας. 
Τα εκατομμύρια ανέργους-θύματα αυτής της χώρας. Τους χιλιάδες κατ΄ επίφαση εργαζόμενους. Ανθρώπους που δουλεύουν απλήρωτοι εδώ και μήνες μη τολμώντας να πουν κουβέντα, προσδοκώντας μιαν ανάπτυξη που έχασε έναν δρόμο που δεν της άνοιξε κανείς. Προτιμώντας το απλήρωτος από το άνεργος. Ανθρώπους ανασφάλιστους που υποκύπτουν σε εκβιασμούς καθημερινά για ένα μεροκάματο της πείνας. Για κείνους που με χρόνια προϋπηρεσία απολύονται και ξαναπροσλαβάνονται εν μια νυκτί για να πληρωθούν με το βασικό των 486 ευρώ. Που ξεροσταλιάζουν έξω από τον ΟΑΕΔ παρακαλώντας για μια θέση εξαμήνου. Που δέχονται τη δοκιμαστική περίοδο του ενός μήνα για να μην προσληφθούν ποτέ, να μην πληρωθούν ποτέ και να αντικατασταθούν την επομένη. Για κείνους που περιμένοντας για μια θέση εργασίας μαθαίνουν ότι τη δουλειά την πήρε αυτός που πρόσφερε τον εαυτό του με το μικρότερο μεροκάματο. Σύγχρονοι πλειστηριασμοί ζωών.


Υπάρχουν παντού γύρω μας. Είναι πολλοί. Και είναι μόνοι. Κανένας δεν θα μιλήσει για αυτούς, καμιά κάμερα δεν θα τους απαθανατίσει. Δεν έχουν συνδικάτα, δεν έχουν εκπροσώπους, είναι απλά νούμερα του ιδιωτικού τομέα. Νούμερα. Ποιος θυμάται τα νούμερα; μόνο ο πρωθυπουργός στον ανήσυχο ύπνο του. Και οι υποχρεώσεις τους.
Δεν είναι επίορκοι για να συζητηθούν σε παράθυρα. Ο τηλεοπτικός χρόνος που τους αντιστοιχεί δεν είναι καν 15 λεπτά δημοσιότητας. Εκτός και αν ανέβουν σε κανένα περβάζι απειλώντας να πέσουν και αν έχουν διαλέξει το σωστό timing, εκεί, γύρω στις οχτώ.
 

Δεν έχουν τραύματα να δείξουν. Οι δικές τους πληγές είναι αόρατες, ματώνουν καθημερινά, αίμα και πύον στάζουν, θυμό και αγανάκτηση, αλλά έμαθαν να τις κρύβουν. Από φόβο, ντροπή και αξιοπρέπεια.
Όχι, δεν πίνουν βρώμικο νερό. Ζούνε βρώμικες ζωές γεμάτες συμβιβασμούς και υποδούλωση. Κοιμούνται ακόμα σπίτια τους, αλλά όλοι τους ακούν να τριγυρνούν μέσα στη νύχτα σεργιανίζοντας την αγωνία τους από δωμάτιο σε δωμάτιο. Είναι νέοι, είναι μεσήλικες, είναι το  άνεργο δυναμικό εργατικό αυτής της χώρας που ξαγρυπνά.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Κύριο Χρήστο Σταϊκούρα, ενταύθα

E-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο  
Σφάζει με το βαμβάκι κάποιους ανεκδιήγητους τενεκέδες


Αγαπημένε μου Χρήστο,
Συγχώρεσέ μου την οικειότητα, δεν γνωριζόμαστε δια ζώσης. Η σχέση μας είναι μονόπλευρη μιας και ποτέ δεν αξιώθηκα να σε γνωρίσω από κοντά. Κοιτάζω τη φωτογραφία σου, μήνες τώρα. Αυτή η ροζ γραβάτα σου, κόμπος στο λαιμό μου και με πνίγει.  

Η σχέση μας ξεκίνησε 10 μήνες πριν, όταν ο μπαμπάς αποφάσισε να αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο και εγώ ως ευσυνείδητος πολίτης αποφάσισα να κάνω όλες τις απαραίτητες διαδικασίες για να σε ενημερώσω. Όχι εσένα προσωπικά, ούτε που ήξερα το όνομά σου για να είμαι ειλικρινής, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους το οποίο διευθύνεις. Βλέπεις ο μπαμπάς ως αγροφύλακας σε μια προηγούμενη ζωή -τότε που υπήρχαν ακόμα αγροί για να τους περπατήσει- ήταν συνταξιούχος του Δημοσίου. Ξεχύθηκα λοιπόν σε εφορίες, δημαρχεία, ληξιαρχεία, ΚΕΠ για το γνήσιο της υπογραφής και μια ωραία ημέρα του Ιούλη σου έφτιαξα έναν ωραιότατο φάκελο με δεκάδες χαρτιά. Στον έστειλα, τον παρέλαβες και με ενημέρωσες ότι έχεις όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τη μεταβίβαση της σύνταξης στη μητέρα που, παρά τη μη υπάρχουσα κοινωνική πολιτική και τις αντίξοες συνθήκες, κατά ένα περίεργο τρόπο, επιμένει να είναι ζωντανή.

Έκτοτε η σχέση μας διεκόπη μαχαίρι. Το πήρα προσωπικά, λέω δεν μπορεί, κάπου έφταιξα. Μπήκα στη νέα διαδικτυακή σου πύλη, διάβασα το γράμμα σου, χάρηκα. Λέω οκ, είμαστε της τεχνολογίας η νέα γενιά. Σου έστειλα δεκάδες mail όπως μου ζήτησες, κανένα δεν έφτασε στο προορισμό του, το portal σου με πέταγε έξω ανελέητα και ανελλιπώς. Έστειλα φαξ, τα δάση του Αμαζονίου έχουν επικηρύξει την επιμονή μου. Αποφάσισα να σου τηλεφωνήσω. Κάθε Τρίτη, Τετάρτη και Παρασκευή από τις 2 μέχρι τις 3 -τότε μόνο μου επέτρεπες- ο κόσμος να χαλούσε, εγώ με ένα τηλέφωνο στο χέρι καλούσα και τις 27 τηλεφωνικές γραμμές που μου είχες δώσει. Έγινε το ακουστικό προέκταση του χεριού μου, για εβδομάδες. Η σιωπή τόσο εκκωφαντική που σκέφθηκα ότι στον κάτω κόσμο περισσότερη φασαρία θα είχε.

Αποφάσισα  ότι θέλεις να με δεις από κοντά, άλλη εξήγηση δεν βρήκα. Μου είπες -πάλι μέσω της πύλης σου- ότι το ζήτημά μου είναι εξειδικευμένο για αυτό να έρθω ΜΟΝΟ Δευτέρα και Πέμπτη 11:30 με 2:30.    

Ήρθα μια Πέμπτη να σε βρω στην Κάνιγγος. Η ουρά έφθανε μέχρι τη γωνία μα δεν πτοήθηκα. Πήρα το νούμερο 375, ο φωτεινός πίνακας έδειχνε 143, έβαλα τον φάκελό μου καταγής, στρογγυλοκάθησα και περίμενα. Έπιασα την κουβέντα με γιαγιάδες και παππούδες που περίμεναν στωικά, το παράπονο έσταζε και λίμναζε σαν τα χρόνια τους στο πάτωμα.

Κατά τις 2 και ενώ ο πίνακας έδειχνε 294, μας είπαν οι έχοντες νούμερο μετά το 320 να φύγουν, δεν θα προλάβουν να εξυπηρετηθούν και να ξανάρθουν την άλλη Δευτέρα.

Μια ψήφος αδιέξοδη

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Της ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΚΑΠΟΥΛΑ

«Η Ελλάδα θα τα καταφέρει. Ναι, γίνεται. Φταίει το κράτος, όχι εσύ. Άλλαξε το. Αποφάσισαν χωρίς εμάς. Προχωράμε χωρίς αυτούς. Πολίτες και όχι πελάτες. Είμαστε πολλοί και είμαστε ανεξάρτητοι. Υπεύθυνη αριστερά. Ισχυρή αντιπολίτευση. Σκέψου καθαρά».
Σκέψου, σκέψου, σκέψου.
Πετάγομαι επάνω έντρομη και αναμαλλιασμένη ως άλλη Παναγιωτοπούλου, πέντε πατώματα χαμηλότερα αλλά με την ίδια απορία στο βλέμμα: Τι μέρα είναι, τι ώρα είναι, και τι χρονιά. Που πάω;

Δέκα μέρες πριν τις εκλογές και εγώ  κουβαλώ μια ψήφο που μου καίει τα χέρια μαζί με τον εγκέφαλο.
Δεν ανήκω σε εκείνη την περιβόητη  στατιστική ομάδα των αναποφάσιστων που ηδονίζονται πολιτικοί, στατιστικολόγοι και δημοσιογράφοι να αναφέρουν. Ούτε σε εκείνους που απέχουν  αφήνοντας άλλους να αποφασίζουν για την τύχη τους έχοντας μετά το δικαίωμα να αγανακτούν φωνάζοντας ότι εκείνοι δεν ψήφισαν κανέναν. Αισθάνομαι συνυπεύθυνη και αυτό βαραίνει ακόμα περισσότερο τους ώμους μου.

Ανήκω σε εκείνους που δεν αποφασίζουν γιατί απλά δεν βρίσκουν επιλογή.
Που δεν θέλουν να συμβιβαστούν με την παράλογη ιδέα  του μονόφθαλμου ανάμεσα στους τυφλούς για να τον κυβερνήσουν. Που όσο και να ψάχνουν πιο πιθανό είναι να ανακαλύψουν τον χαμένο δισκοπότηρο παρά κόμμα να τους εκφράζει. 

Δεν θέλω να έχω κοντή μνήμη. Ούτε να δεθώ ως άλλος Οδυσσέας στο κατάρτι για να αποφύγω τις Σειρήνες και τα εύκολα τα λόγια τα μεγάλα. Ψάχνω την εμπιστοσύνη σε ένα πολιτικό σύστημα, σε μια κοινωνία που πούλησε το περίσσευμα της.
  Φταίω;  


Κλειδωμένος φόβος

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Της ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΚΑΠΟΥΛΑ

Η πολυκατοικία παλιά του ‘75. Οχτώ διαμερίσματα όλα νοικιασμένα. Άνθρωποι του μεροκάματου, συνταξιούχοι, άνεργοι, φοιτητές. Μια γυναίκα από την Αλβανία με τον οχτάχρονο γιό της. Θύματα κλοπής.

Τρία διαμερίσματα μέσα σε δυο μήνες. Μέρα μεσημέρι, παραβίασαν τις πόρτες, πήραν ότι βρήκαν και έφυγαν. Η αστυνομία έκανε καταγραφή των συμβάντων. Η συμβουλή τους στο τρίτο κρούσμα καταγράφηκε και αυτή: «Να τοποθετήσετε κλειδαριά ασφαλείας στην είσοδο». Λογικό. Μόνο που απευθύνεται σε ανθρώπους που ζουν σε ένα κόσμο παράλογο, τόσο παράλογο που δεν έχουν χρήματα ούτε καν για θέρμανση.

Η λεία των ληστών μικρή. Η απώλεια για τα θύματα ανεκτίμητη. Ζωές πιασμένες σε δόκανο.

Δεκαπέντε άνθρωποι που ζουν μες στο φόβο. Ανίσχυροι να αντιδράσουν, να προστατευτούν. Χωρίς να μπορούν να ζητήσουν βοήθεια από πουθενά. Άνθρωποι εγκλωβισμένοι μέσα στα σπίτια τους. Παλιότερα φοβόντουσαν να κυκλοφορήσουν έξω την νύχτα. Τώρα κλείνουν τα στόρια στις δυο το μεσημέρι, κλειδώνουν έξω την ζωή. Ο φόβος κάθεται μαζί τους στο τραπέζι της κουζίνας, ξαπλώνει δίπλα τους το βράδυ όταν κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά, παραμονεύοντας. Αγρίμια, κλεμμένες ψυχές.

Συμφερόδειλοι

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Της ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΚΑΠΟΥΛΑ

«Αφού δεν έχεις τίποτα να πεις, κύριε πολιτευτή, γιατί ενόχλησες τις λέξεις;»

Αλλαγή, βαρβαρότητα, γραφειοκρατία, δικαιοσύνη, εκσυγχρονισμός, ζωή, ηθική, θεσμός, ισότητα, κάθαρση, λαός, μεταρρύθμιση, νομοτέλεια, ξενοκρατία, οικονομία, πατρίδα, ρουσφέτι, σωτηρία, ταξικός, υπέρβαση, φιλοπατρία, χαλιναγώγηση, ψηφοθηρία, ωφελιμότητα.

Τις κούρσεψαν τις λέξεις. Από το Α μέχρι το Ω. Βιασμένες τις ανέβασαν σε μπαλκόνια και τις διαπόμπευσαν, τις τύπωσαν σε φεϊγβολάν, πλακάτ και τις μοίρασαν στις πλατείες. Τις κατέβασαν σε λιμάνια, σκάλες αεροπλάνων, λαϊκές. Κάλυψαν τηλεοπτικό χρόνο, ανιαρές μέρες στην δουλειά, σελίδες υπομνημάτων, διακηρύξεων, προτάσεων για την σωτηρία της χώρας. Γέμισαν με αυτές το άδειο τους πουκάμισο, τα κομψά τους ταγέρ, τις κέντησαν με υπέρτατες φιλοδοξίες. Σκουπίστηκαν πάνω τους δάχτυλα διαπλεκόμενα, τις κάνανε σκαλί για να φαίνονται ψηλοί, υποβολείς στο θέατρο του προσωπικού τους συμφέροντος και προβολής.

Πιπίλισαν για χρόνια το νόημα τους. Τις ρούφηξαν ως το κόκκαλο, με το μεδούλι να τρέχει από τα σαλιωμένα χείλη τους. Χάιδεψαν με αυτές αυτιά ευήκοα, συνειδήσεις ταγμένες στον κομματικό ζυγό μα και πλανεμένους που άργησαν πολύ να καταλάβουν την πίκρα από το κατακάθι στην γλώσσα τους.

Και όταν οι λέξεις έχασαν την αξία τους, όταν απέμειναν βουβές να τους λοιδορούν με την σιωπή τους, κλεισμένοι χρόνια στον μικρόκοσμο του εγώ τους και πιο κουφοί από όλους μας, τις αρνήθηκαν και έσπευσαν να βρουν άλλες, καινούργιες, αστραφτερές. Να τις δημιουργήσουν απ’ την αρχή εν ανάγκη για να δικαιολογήσουν την ύπαρξη τους. Επιδιώκοντας για μια φορά ακόμη να γητεύσουν ανθρώπους διψασμένους για ελπίδα και όραμα. Εθελοτυφλώντας και μη γνωρίζοντας πως τα πληγωμένα και κατεβασμένα αυτιά δεν είναι γνώρισμα μόνο του σκύλου που έσφαλε αλλά και του λύκου που παραμονεύει το θήραμα του.

Μια νύχτα, δυο κόσμοι

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Tης ΑΡΤΕΜΙΔΟΣ ΚΑΠΟΥΛΑ

Σκηνικό: Χώρος φωτισμένος από χιλιάδες λαμπάκια, κόκκινο χαλί, έλατα που αναβοσβήνουν στην είσοδο. Merry Christmas παντού, κυρίες που κατεβαίνουν από αυτοκίνητα με σοφέρ, δίνουν ακριβά παλτό στην γκαρνταρόμπα και περιφέρονται προτάσσοντας πουδραρισμένα μάγουλα για εναέρια φιλιά.

Σκηνή πρώτη: Κυρία απαστράπτουσα, τυλιγμένη σε γούνα, περιφέρεται κρατώντας ένα ποτήρι σαμπάνιας ενώ με το άλλο χέρι που το βαραίνει ένα τεράστιο μπριγιάν δείχνει αντικείμενα σε μια γυναίκα που τρέχει πίσω της.

Μονόλογος πρώτος.

«Έχω βαρεθεί την ζωή μου πια με αυτά τα bazaar, έλεος, έχει και η φιλανθρωπία τα όρια της! Το τρίτο μέσα σε μια εβδομάδα και μάλιστα στο κέντρο! Χάθηκε η Κηφισιά, το Κεφαλάρι, το Ψυχικό; Μια ώρα μέσα στο αυτοκίνητο και ο σοφέρ το μόνο που ξέρει να λέει είναι «συγγνώμη Κυρία, έχει κίνηση», άχρηστος τελείως, απορώ γιατί τον κρατάμε. Ευτυχώς που αφήσαμε το σπίτι στο Κολωνάκι, γέμισε ο τόπος φτωχούς, καλά μου τα έλεγε η Λένα και δεν την πίστευα!

Να το πάρω τώρα αυτό το κηροπήγιο; Κακόγουστο είναι αλλά δεν βαριέσαι, θα το δώσω στην Ρέτνι ας το πάει στις Φιλιππίνες. Ο Γιάννης μού το τόνισε, πρέπει να κάνω αγορές άνω των 2.000 ευρώ, δεν είναι ώρα να μας πιάσουν στο στόμα τους οι νεόπλουτοι των βορείων προαστίων, άσε που εκπίπτουν και από την εφορία! Και αυτή η Νένη όλο το βράδυ το βλέμμα της πάνω μου είναι, να δει τι πήρα, μήπως κι έδωσα περισσότερα από το δικό της bazaar, τι γελοία.

Ουφ, πόνεσαν τα πόδια μου από την ορθοστασία και αυτές οι γόβες με πέθαναν, άσε η σαμπάνια, αίσχος!. Απορώ, τόσα λεφτά τους αφήνουμε, χάθηκε ο κόσμος να πάρουν κάτι να πίνεται; Και όσο σκέφτομαι ότι έχουμε ακόμα ένα μήνα μέχρι τις γιορτές, απελπισία με πιάνει, ποιος ξέρει σε πόσα φιλανθρωπικά θα πρέπει να παραβρεθώ ακόμα, λες και θα τελειώσουν οι φτωχοί μέχρι τις γιορτές, τι να πεις. Έχε χάρη που μου υποσχέθηκε Χριστούγεννα στο σαλέ στην Ελβετία αλλιώς την Ρέτνι θα έστελνα και ας παρεξηγιόταν η Ελπίδα.

Αυτή η υπάλληλος σέρνεται, για όνομα, μια ώρα της δείχνω το κηροπήγιο, ελπίζω να κατάλαβε η ανόητη. Ανεργία σου λέει μετά, άμα είσαι τελείως ανίκανος πώς να σε κρατήσουν σε δουλειά; Και πως είναι έτσι Θεέ μου; δες μαλλί, νύχια, θα έπρεπε να προσέχουν περισσότερο το προσωπικό που προσλαμβάνουν.. Ωχ η Λίλαν, ας πάω να την χαιρετήσω να φύγω μια ώρα αρχύτερα, με περιμένουν τα κορίτσια στην Φιλοθέη για χαρτί..»

Σκηνή δεύτερη. Υπάλληλος γύρω στα σαράντα, ντυμένη με ένα ταλαίπωρο παντελόνι και άσπρο πουκάμισο, τρέχει λαχανιασμένη πίσω από την εν λόγω κυρία κρατώντας ένα μπλοκ παραγγελιών στο χέρι.

Μονόλογος δεύτερος.


Σκέψεις...

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Γράφει η ΑΡΤΕΜΙΣ ΚΑΠΟΥΛΑ

Βασανίζομαι που έλεγε και ένα παλιό σύνθημα στους τοίχους της Αθήνας. Βασανίζομαι κάνοντας σκέψεις μπας και βρω μια στάλα λογικής να ξαποστάσω πάνω της.

Σκέψη πρώτη, κυνική. Οι πολιτικοί είναι επαγγελματίες. Ας ξεχάσουμε τα ευγενή ιδεώδη και τις εκθέσεις ιδεών περί πατριωτισμού, προσφοράς στην πατρίδα, λειτουργήματος και ούτω καθεξής. Αρκετά χρόνια πορευθήκαμε με αυτό το παραμύθι, ας σκοτώσουμε τον δράκο να πάμε παρακάτω. Πληρώνονται από εμάς για να κάνουν μια συγκεκριμένη δουλειά. Θεωρητικά. Στην πράξη, το πρώτο τους μέλημα είναι η διατήρηση της θέση τους, το κόμμα, η εξουσία. Τα παιχνίδια που παίζονται πολλά, τα χρήματα που διακινούνται και τα συμφέροντα που διακυβεύονται ακόμα περισσότερα. Όχι τα δικά μας συμφέροντα, των κατ επίφαση εργοδοτών τους. Τα δικά τους και αυτών που στην πραγματικότητα κινούν τα νήματα, αυτών που έχουν μείνει στο απυρόβλητο, των γνωστών αγνώστων. Αν το δεις από αυτό το πρίσμα, δεν είναι κατώτεροι των περιστάσεων, είναι ικανοί. Μεγαλοφυείς θα έλεγα. Δίνουν και την ύστατη ρανίδα του αίματος τους για να υπηρετήσουν τον στόχο τους. Θα συνεργαστούν εάν και μόνο αυτό εξυπηρετεί τους σκοπούς τους.

Σκέψη δεύτερη, αυτογνωσίας. Οι πολιτικοί είναι σάρκα από την σάρκα μας. Δεν ήρθαν από άλλο πλανήτη, δεν γεννήθηκαν με παρθενογένεση. Γαλουχήθηκαν μέσα σε τούτη την χώρα, με την κουλτούρα της, τις αξίες , τον πολιτισμό της. Κουβαλούν τα λάθη, την λογική, τον παραλογισμό της όπως όλοι μας. Τους θρέψαμε με την ψήφο και την ανοχή μας, τα χειροκροτήματα μας. Τους ταϊσαμε με πλαστικές σημαίες κάτω από μπαλκόνια, μας βόλεψαν τόσα χρόνια με δανεικά λεφτά, δανεικές δουλειές και επίπλαστη ευμάρεια και ευημερία. Καταπίναμε αμάσητο το παραμύθι του κυρίαρχου λαού, κλείνοντας τα μάτια οικειοθελώς στον δικομματισμό που γιγαντώναμε. Δεν έχουν οι πολιτικοί κοντή μνήμη, εμείς έχουμε, αυτοί απλώς την χρησιμοποιούν προς όφελος τους. Τώρα που εμείς «ξυπνήσαμε» τους ζητάμε ευθύνες. Λογικό. 

Αλλά γιατί να είναι περισσότερο υπεύθυνοι οι τριακόσιοι και όχι τα έντεκα εκατομμύρια που τους ψήφισαν;  

Να με φοβάστε


Έγραφα ένα κείμενο για τον πολύπαθο ιδιωτικό τομέα, για το πόσο περήφανη είμαι που ανήκω σε αυτόν, όταν οι ειδήσεις και οι εικόνες στην τηλεόραση με πιάσαν απ’ το λαιμό, με δάγκωσαν και λύσσαξα από οργή και αγανάκτηση.

Δυο κουβέντες θέλω μόνο να πω σε όλους εκείνους τους κύριους Πούλους που βρωμίζουν τις μέρες μου. Φωτόπουλοι, Μπαλασόπουλοι, Λυμπερόπουλοι και λοιποί "αγωνιστές", επίδοξοι σωτήρες που μαζεύτηκαν γύρω μου σαν τα όρνια και κρώζουν για την σωτηρία μου.

Χρόνια τώρα σας ανέχομαι να με ταλαιπωρείτε, να μου ζητάτε κατανόηση και συναίνεση πετώντας μου στα μούτρα το επιχείρημα του δίκαιου αγώνα και της αλληλεγγύης. Το δικαίωμα στην απεργία. Σας άκουγα, σώπαινε έλεγα, μην μπεις στην λογική του αλληλοσπαραγμού, κράτα ψηλά το κεφάλι, μην παίζεις το παιχνίδι της εκάστοτε κυβέρνησης που θέλει να στρέψει την μια επαγγελματική τάξη ενάντια στην άλλη.

Το σεβάστηκα, έτριξα τα δόντια, περπάτησα, έζησα με τα σκουπίδια, πέρασα ώρες κολλημένη στην κίνηση, πλήρωσα αγόγγυστα λογαριασμούς, βίωσα την παράνοια του δημόσιου τομέα. 

Δεν σας είδα ποτέ να διαδηλώνετε ή να απεργείτε ζητώντας κάτι διαφορετικό από το καλό της τσέπης σας. Ποτέ. Μια ζωή στους δρόμους ανάλογα το συμφέρον σας, το βόλεμα σας, την θεσούλα σας. Και εγώ να κάνω υπομονή, να λέω μέσα μου πάνω από όλα το δικαίωμα του άλλου να διεκδικεί.

Σας έχω νέα. Δεν σας ανέχομαι άλλο. Βαρέθηκα τους τσαμπουκάδες σας, τις απειλές σας, σιχάθηκα να με χρησιμοποιείτε σαν πολιορκητικό κριό για να πετύχετε τους στόχους σας. Να μου ζητάτε να σεβαστώ τα δικαιώματα σας όταν εσείς δεν δίνετε δεκάρα τσακιστή για τα δικά μου. Οργίζομαι όταν μιλάτε εξ ονόματος μου, όταν ρίχνετε τα σάλια σας δεξιά και αριστερά κάνοντας παντιέρα τον «φουκαριάρη το λαό» όταν το μόνο που σας νοιάζει είναι το τομάρι σας.

Από εδώ και πέρα θα με βρείτε απέναντι σας και εσείς και όλοι όσοι αντιπροσωπεύετε. Γιατί όπως εγώ είμαι υπεύθυνη για αυτούς που ψηφίζω και πληρώνω τις συνέπειες άλλο τόσο είναι και εκείνοι που σας επιλέγουν και σας αφήνουν να τους εκπροσωπείτε.