"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Ι.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Ι.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: H άλωση της Δικαιοσύνης - Δικαστικοί λειτουργοί και κομματισμος

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ (Δυστυχώς...!)
Γράφει ο Ιωάννης Παπανικολάου
Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου Ε.Τ.

Tο παγιωμένο στη χώρα μας φαύλο και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα, το οποίο πρωτοστάτησε για να οδηγηθούμε σε εθνική ταπείνωση και χρεοκοπία, έτρωσε πλειστάκις το ιερό τέμενος της Δικαιοσύνης, το ύψιστο τούτο οχυρό της Δημοκρατίας, προς εξυπηρέτηση ιδιοτελών συμφερόντων.

Η Δικαιοσύνη, μετά τη μεταπολίτευση της 24ης Ιουλίου 1974, έβγαινε από τη δικτατορία ηθικά τραυματισμένη και με μειωμένο το κύρος και την αξιοπιστία της. Κυρίως γιατί επίορκοι δικαστικοί λειτουργοί δέχθηκαν πρόσκληση των αφρόνων πραξικοπηματιών και μετέσχον στην πρώτη κυβέρνηση της στρατιωτικής χούντας με πρωθυπουργό τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Κόλλια και μέλη της τέσσερις αρεοπαγίτες, έναν εισαγγελέα εφετών, έναν ταξίαρχο και δύο συνταγματάρχες.

Η συμμετοχή των ανώτατων δικαστικών λειτουργών στην κυβέρνηση αυτή, της προσέδωσε μία νομιμοφάνεια και βοήθησε στη στερέωση και επιβολή της. Οπως εύστοχα παρατηρήθηκε: «Η τήβεννος έγινε καμουφλάζ των αδόξων σπαθιών» (Παναγιώτη Δημόπουλου, επίτιμου εισαγγελέα του Αρείου Πάγου: Ο Αρειος Πάγος, ο Θεσμός και τα Πρόσωπα. Σελ. 77).

Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής κατά τη συνεδρίαση της Βουλής, στις 6-12-1976, είπε: «Η Δικαιοσύνη επέρασεν από μίαν βαρείαν δοκιμασίαν κατά την διάρκειαν της δικτατορίας. Ηδη, μετά την αποκατάστασιν της Δημοκρατίας, διέρχεται νέαν δοκιμασίαν...».

Πράγματι δε η πρόβλεψη αυτή του πολιτικού ανδρός, που αποκατέστησε τη Δημοκρατία στη χώρα μας, πλήρως επαληθεύτηκε, αφού η δοκιμασία της Ελληνικής Δικαιοσύνης συνεχίστηκε και μετά τη μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα τραγικά φαινόμενα της αποκρυσταλλωμένης πια αρνησιδικίας ή στον εντοπισμό θυλάκων χυδαίας διαφθοράς στον χώρο της Δικαιοσύνης. Αλλά και στα «ακόμη η χούντα σ' εμένα» λόγια του αείμνηστου Προέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Μαργέλλου, που, άλλωστε, αποτελούν και προσωπικά υπηρεσιακά μου βιώματα, κατά τα οποία η σπουδαρχία, ο αριβισμός, η θεσιθηρία και ο κομματισμός εμφανίζονται συχνά ως επάρατοι νόσοι στο σώμα της Δικαιοσύνης.

Προς αντιμετώπιση θλιβερών φαινομένων αλλοτρίωσης από δικαστικούς λειτουργούς, για πολιτικούς ή κομματικούς λόγους, της λειτουργικής και προσωπικής τους ανεξαρτησίας, κατά παράβαση του άρθρου 87 παρ. 1 του Συντάγματος, το άρθρο 40 παρ. 6 του κ.ν. 1756/1988 ορίζει ότι «απαγορεύονται στους δικαστικούς λειτουργούς κάθε είδους εκδηλώσεις υπέρ πολιτικών κομμάτων».

Από την τελευταία αυτή διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 91 παρ. 3 περ. ζ' του ιδίου νόμου, κατά την οποία αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και η αναξιοπρεπής ή απρεπής συμπεριφορά δικαστικού λειτουργού εντός ή εκτός υπηρεσίας, καθώς και με εκείνη της παρ. 5 περ. β' του ίδιου άρθρου 91, από την οποία «a contrario» συνάγεται ότι αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα για τον δικαστικό λειτουργό η άμεση ή έμμεση έκφραση γνώμης δημοσίως υπέρ ορισμένου κόμματος ή άλλης ορισμένης πολιτικής οργάνωσης, προκύπτει, σαφώς και ανενδοιάστως, ότι ο εν ενεργεία δικαστικός λειτουργός, ο οποίος έρχεται σε επαφή με κομματικούς πολιτικού κόμματος, εκδηλώνει σ' αυτούς την υποστήριξη του κόμματός τους, ζητά να περιληφθεί στα ψηφοδέλτιά του σε επερχόμενες εκλογές και διαπραγματεύεται, πάντοτε στο πλαίσιο μυστικής διαπραγμάτευσης, υπό καθεστώς πλήρους αδιαφάνειας, τους όρους της καθόδου του στην πολιτική υπό τα σύμβολα του συγκεκριμένου κόμματος, διαπράττει βαρύτατο πειθαρχικό παράπτωμα, δικαιολογούν την πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσής του από το έντιμο δικαστικό σώμα, εν όψει και του ότι κατ' ουσίαν έθεσεν εαυτόν εκτός Δικαιοσύνης, απεκδυθείς στην πράξη την τήβεννον.