"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟΚΑΡΤΣΟΥΚ ΟΛΓΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟΚΑΡΤΣΟΥΚ ΟΛΓΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Okno (To παράθυρο) - Ενα Νόμπελ Λογοτεχνίας γράφει για τους νέους καιρούς

Το κείμενο αυτό της Ολγκα Τοκάρτσουκ (Βραβείο Νομπέλ Λογοτεχνίας 2018) άρχισε να δημοσιεύεται από τα τέλη Μαρτίου σε ορισμένα από τα σημαντικότερα έντυπα μέσα του κόσμου, σε πολλές χώρες της Ευρώπης, στις ΗΠΑ και, μεταξύ άλλων, στη Βραζιλία και στην Ιαπωνία

 «Το Βήμα» εξασφάλισε επισήμως τα πνευματικά δικαιώματα για την κυκλοφορία του στην Ελλάδα. Η κυρία Αλεξάνδρα Δ. Ιωαννίδου το απέδωσε απευθείας από τα πολωνικά για λογαριασμό του «Βήματος».  Σε μετάφραση της ιδίας, από τις εκδόσεις Καστανιώτη, κυκλοφορεί στις 25 Μαΐου το πολυβραβευμένο μυθιστόρημα της πολωνής συγγραφέως με τίτλο «Πλάνητες» (Διεθνές Βραβείο Booker 2018, Βραβείο Nike 2008), το δεύτερο βιβλίο της στα ελληνικά.

Από το παράθυρό μου βλέπω μια μουριά, ένα δέντρο που με συναρπάζει και ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους ήρθα να μείνω εδώ. Η μουριά είναι γενναιόδωρο φυτό – όλη την άνοιξη και όλο το καλοκαίρι τρέφει δεκάδες οικογένειες πουλιών με τους γλυκούς και υγιείς καρπούς της. Τώρα, όμως, η μουριά δεν έχει φύλλα, οπότε μπορώ και βλέπω ένα τμήμα του ήσυχου δρόμου όπου μόνο σπάνια εμφανίζεται κάποιος περαστικός, κατευθυνόμενος προς το πάρκο. Ο καιρός στο Βρότσλαβ είναι σχεδόν καλοκαιρινός, ο ήλιος λάμπει, ο ουρανός είναι γαλάζιος και η ατμόσφαιρα καθαρή. Σήμερα, ενώ περπατούσα με τον σκύλο μου, είδα δύο καρακάξες να εκδιώκουν μια κουκουβάγια από τη φωλιά της. Κοιταχτήκαμε στα μάτια η κουκουβάγια κι εγώ από μια απόσταση το πολύ ενός μέτρου. Εχω την εντύπωση πως ακόμα και τα ζώα περιμένουν τι θα συμβεί.  

Σε ό,τι αφορά εμένα, είχα πολύ κόσμο γύρω μου για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πάρα πολύ κόσμο, πολύ γρήγορα, πολύ ηχηρά. Ετσι δεν φέρω «το τραύμα της απομόνωσης». Δεν υποφέρω με το ότι δεν συναντώ ανθρώπους. Δεν παραπονιέμαι για το κλείσιμο των κινηματογράφων, δεν με νοιάζει που τα εμπορικά κέντρα έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους. Εκτός από όταν σκέφτομαι όλους εκείνους που έχουν χάσει τη δουλειά τους. Οταν έμαθα για την προληπτική καραντίνα, ένιωσα κάτι σαν ανακούφιση, και ξέρω ότι πολλοί άνθρωποι νιώθουν παρόμοια, αν και ντρέπονται γι’ αυτό. Ο απομονωτισμός μου που υπέφερε και κακοποιήθηκε για μεγάλο διάστημα από τον εξαναγκασμό σε μια υπερενεργητική εξωστρέφεια τινάχτηκε με ανακούφιση και βγήκε από την ντουλάπα.

Πίσω από το παράθυρο βλέπω τον γείτονα, έναν πολυάσχολο δικηγόρο, τον οποίο παρακολουθούσα λίγο καιρό πριν καθώς έφευγε για το δικαστήριο το πρωί με την τήβεννο κρεμασμένη από το χέρι του. Τώρα, ντυμένος με μια φόρμα που του πέφτει φαρδιά, παλεύει με ένα κλαδί στον κήπο, νομίζω ότι προσπαθεί να βάλει τάξη. 


Βλέπω ένα νεαρό ζευγάρι να βγάζει έξω ένα γέρικο σκυλί που από τον περασμένο χειμώνα κιόλας ίσα που καταφέρνει και περπατάει. Ο σκύλος παραπαίει και αυτοί τον συνοδεύουν υπομονετικά, περπατώντας όσο πιο αργά μπορούν. Το απορριμματοφόρο μαζεύει τα σκουπίδια με θόρυβο.  

Η ζωή συνεχίζεται, πώς αλλιώς, αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό ρυθμό.  

Τακτοποίησα τα ράφια μου και τοποθέτησα τις διαβασμένες εφημερίδες σε ένα χαρτόκουτο. Αλλαξα γλάστρες στα λουλούδια. Πήρα το ποδήλατο από το συνεργείο. Αρχισε να μου αρέσει το μαγείρεμα. Με κατέκλυσαν επίμονες εικόνες από τα παιδικά μου χρόνια, όταν υπήρχε πολύ περισσότερος χρόνος που μπορούσα να «σπαταλήσω», κοιτάζοντας ώρες ολόκληρες έξω από το παράθυρο, παρατηρώντας τα μυρμήγκια, ξαπλωμένη κάτω από το τραπέζι που στη φαντασία μου το είχα μετατρέψει σε κιβωτό. Ή διαβάζοντας την εγκυκλοπαίδεια. 

Μήπως εν τέλει επιστρέψαμε στους κανονικούς ρυθμούς της ζωής; 

 Μήπως αυτός ο ιός δεν είναι η ανατροπή του κανόνα, αλλά το αντίστροφο – μήπως εκείνος ο όλος ένταση κόσμος πριν από τον ιό ήταν ένας ανώμαλος κόσμος; 

Εξάλλου, ο ιός μας θύμισε αυτό που τόσο παθιασμένα απωθούσαμε – το γεγονός ότι είμαστε εύθραυστα όντα, κατασκευασμένα από την πιο ευαίσθητη ύλη. Οτι πεθαίνουμε, ότι είμαστε θνητοί.

Μας θύμισε ότι δεν είμαστε διαχωρισμένοι από τον κόσμο λόγω της «ανθρώπινης υπόστασής μας» και της μοναδικότητάς μας, αλλά ότι ο κόσμος είναι ένα είδος μεγάλου δικτύου στο οποίο βρισκόμαστε, συνδεδεμένοι με τις άλλες υπάρξεις με αόρατα νήματα εξαρτήσεων και επιρροών. Οτι κρεμόμαστε ο ένας από τον άλλον και ότι ανεξάρτητα από το πόσο μακριά βρίσκονται οι τόποι προέλευσής μας, ανεξάρτητα από το ποια γλώσσα μιλάμε και από το ποιο είναι το χρώμα του δέρματός μας, τρομάζουμε εξίσου με τις ασθένειες, φοβόμαστε και πεθαίνουμε με τον ίδιο τρόπο. 


Ο ιός μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε ότι ανεξάρτητα από το πόσο αδύναμοι και ευάλωτοι νιώθουμε, υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας που είναι ακόμη πιο αδύναμοι και χρειάζονται βοήθεια. Μας θύμισε πόσο ευπαθείς είναι οι γέροι γονείς και οι παππούδες μας και πόσο εξαρτώνται από τη φροντίδα μας. Μας έδειξε ότι η πυρετώδης κινητικότητά μας απειλεί τον κόσμο. Και προκάλεσε το ίδιο αυτό ερώτημα που σπάνια είχαμε το θάρρος να θέσουμε: τι ακριβώς αναζητούμε;  

Ετσι, ο τρόμος της αρρώστιας μάς γύρισε πίσω από την μπερδεμένη πορεία μας και αναγκαστικά μας θύμισε πως υπάρχουν οι φωλιές από τις οποίες προερχόμαστε και στις οποίες νιώθουμε ασφαλείς. Και πως ακόμα και όταν είμαστε, δεν ξέρω πόσο δεινοί ταξιδιώτες, σε μια κατάσταση όπως αυτή, πάντα θα καταφεύγουμε σε κάποιου το σπίτι.
Με τον ίδιο τρόπο μάς αποκαλύφθηκαν και κάποιες θλιβερές αλήθειες: