"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Β.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ Β.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΛΙΒΥΗ: Πιό κοντά στις θέσεις της Τουρκίας για το θέμα της Ελληνικής ΑΟΖ - Πως η Αγκυρα κατάφερε να γίνει σημαντικός αμυντικο-οικονομικός εταίρος της σημερινής Λιβύης των αντικαθεστωτικών

Γράφει ο Βασίλης Γιαννακόπουλος
Γεωστρατηγικός αναλυτής και συγγραφέας του βιβλίου «Αραβική Άνοιξη»
 
Με την πρόσφατη επίσκεψη στη Λιβύη του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών, Δημήτρη Αβραμόπουλου, ενημερωθήκαμε ότι οι βλέψεις της Τρίπολης σχετικά με την οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) δεν ταυτίζονται με τα ελληνικά συμφέροντα. Σε σχετική ερώτηση των δημοσιογράφων, ο υπουργός Διεθνούς Συνεργασίας της Λιβύης και αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών, Mohammed Abdel Aziz, απάντησε: «Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει οριστική απόφαση για το θέμα της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών. Υπήρχαν συνεννοήσεις και συνομιλίες και μου δόθηκε σήμερα το πρωί η ευκαιρία να συνομιλήσω με τον συνάδελφό μου για αυτό το θέμα. Διότι το θέμα αυτό δεν αφορά μόνο την Ελλάδα και τη Λιβύη. Πρέπει να προχωρήσουμε σε ένα πλαίσιο, συμπεριλαμβανομένων των χωρών που έχουν θαλάσσια σύνορα με την Ελλάδα και τη Λιβύη. Επιδιώκουμε να υπάρξει μία γενική συμφωνία που να συμπεριλαμβάνει όλες τις χώρες που τους αφορά αυτό το θέμα. Γιατί εμείς θέλουμε να κοιτάξουμε προς το μέλλον συνολικά, όχι μεμονωμένα1».

Από τις δηλώσεις του Λίβυου αξιωματούχου προκύπτει ότι «τουλάχιστον στην παρούσα φάση, η Λιβύη δεν προτίθεται να συναινέσει με την ελληνική πλευρά για την οριοθέτηση της ελληνικής ΑΟΖ σύμφωνα με τη διεθνώς αποδεκτή αρχή της μέσης γραμμής και τους όρους της Σύμβασης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας».

Επίσης, φαίνεται ότι «προηγήθηκαν διμερείς ελληνο-λιβυκές συνομιλίες για το θέμα και πιθανόν το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών να γνώριζε τη θέση της Τρίπολης». Εξάλλου, θα πρέπει να τονισθεί ότι η νέα μεταβατική κυβέρνηση της Λιβύης, που σχηματίσθηκε στις 31 Οκτωβρίου του 2012 και αντιμετωπίζει ως ένα βαθμό πρόβλημα πολιτικής επιβίωσης, έχει αναλάβει την κατάρτιση του νέου λιβυκού Συντάγματος. Στη συνέχεια, εφόσον εγκριθεί με δημοψήφισμα το νέο Σύνταγμα, θα προγραμματισθεί η διεξαγωγή εκλογών μέχρι τα μέσα του 2013, ώστε να προκύψει η πρώτη μετα-κανταφική κυβέρνηση εκλεγμένη απευθείας από το λιβυκό λαό2.  Επομένως, η ελληνική πλευρά δεν θα μπορούσε να είναι αισιόδοξη για τη στάση της λιβυκής μεταβατικής κυβέρνησης και κατά πάσα πιθανότητα η επίσκεψη του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών στην Τρίπολη δεν αποσκοπούσε στη σύναψη κάποιας προσυμφωνίας για την οριοθέτηση της ΑΟΖ.

Αυτό που προβληματίζει και πιθανόν προκάλεσε εντύπωση στην ελληνική αποστολή είναι η λιβυκή πρόταση για διευθέτηση του θέματος σε περιφερειακό επίπεδο. Με άλλα λόγια, η δήλωση του Mohammed Abdel Aziz φαίνεται να προσεγγίζει και να προωθεί τις τουρκικές θέσεις περί οριοθέτησης της ΑΟΖ. Δηλαδή, δεν προτίθεται να αναγνωρίσει το δικαίωμα των ελληνικών νήσων να διαθέτουν τη δική τους ΑΟΖ, όπως ρητά αναφέρει η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (άρθρο 121, παράγραφος 2). Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι στο παρελθόν η Λιβύη αφενός είχε αμφισβητήσει την ΑΟΖ που δικαιούται η νήσος Γαύδος, αφετέρου είχε υποστηρίξει ότι ο κόλπος της Σύρτης έπρεπε να θεωρηθεί ως κλειστός. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυξάνεται η λιβυκή ΑΟΖ εις βάρος της Ελλάδας, της Ιταλίας και κυρίως της Μάλτας.

Τα ερωτήματα λοιπόν που προκύπτουν είναι:
 
 Ο Abdel Aziz εννοούσε ότι θα πρέπει να υπάρξει μια πολυμερής συμφωνία μεταξύ των χωρών: Λιβύης, Ελλάδας, Μάλτας, Ιταλίας, Αιγύπτου και Τυνησίας, καθότι οι προαναφερθείσες λιβυκές αξιώσεις αφορούν όλες τις γειτονικές της χώρες;

 Οι τουρκο-λιβυκές σχέσεις έχουν αναβαθμισθεί σε τέτοιο βαθμό, που η Τρίπολη κινείται σύμφωνα με τις επιδιώξεις της Άγκυρας και προωθεί τα τουρκικά συμφέροντα;

 Η Λιβύη βρήκε πρόσφορο έδαφος προκειμένου να προωθήσει τα συμφέροντά της, ενώ συγχρόνως ικανοποιεί και τις επιδιώξεις της Τουρκίας;
 

Προς το παρόν, τα ερωτήματα αυτά παραμένουν αναπάντητα. Ίσως, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών να γνωρίζει τις απαντήσεις. Αν όμως η Τρίπολη συμπορεύεται με την Άγκυρα στο θέμα της οριοθέτησης της ΑΟΖ, θα πρέπει να αναλογισθούμε γιατί συμβαίνει αυτό. Πως κατόρθωσε η Τουρκία να καταστεί σημαντικός αμυντικο-οικονομικός εταίρος της σημερινής Λιβύης των αντικαθεστωτικών, όταν αρχικά ο Τούρκος πρωθυπουργός αντιδρούσε δημόσια με την υιοθέτηση της απόφασης 1973 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων υπεράνω της Λιβύης, 17 Μαρτίου 2011), αλλά και με τη στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ; 

 Ως ένα βαθμό, η απάντηση βρίσκεται στην έντονη διπλωματική δραστηριότητα της Άγκυρας. Συγκεκριμένα:

TOYΡΚΙΑ: Τα γεωστρατηγικά της συμφέροντα και η Αραβική Ανοιξη

Του ΒΑΣΙΛΗ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

(1) Προσαρμογή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής

Παρότι οι Άραβες θεωρούν ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία τους στέρησε τη δυνατότητα να προοδεύσουν και να αναπτυχθούν σε ανάλογο βαθμό με τη Δύση, εντούτοις κατά κάποιο τρόπο η Τουρκία «γοητεύει» τον αραβικό λαό, καθότι πέρα από το ότι είναι μια μουσουλμανική χώρα, θεωρείται πιο δημοκρατική από τα αραβικά καθεστώτα, φλερτάρει με την ΕΕ, είναι χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και τα τελευταία χρόνια η οικονομία της παρουσιάζεται βελτιωμένη.

Μάλιστα, αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι μετά την έναρξη της Αραβικής Άνοιξης κάποια ισλαμιστικά κινήματα κυρίως της Βόρειας Αφρικής προσπάθησαν να μιμηθούν το AKP και να το καταστήσουν ως μοντέλο για το δικό τους πολιτικό σύστημα. Αρκετοί Άραβες «θαυμάζουν» την οικονομική ανάπτυξη της Τουρκίας, το ρόλο της ως περιφερειακής δύναμης και την ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική που ασκείται από την Άγκυρα επί των ημερών του Erdogan.

Όπως είναι φυσικό η Άγκυρα ανησυχεί για την αλλαγή ισορροπιών που σημειώνεται στο γειτονικό αραβικό κόσμο, διότι η εν λόγω αλλαγή είναι ανεξέλεγκτη και συνεπώς είναι πολύ πιθανόν να καταστεί επιζήμια για τα τουρκικά συμφέροντα, αλλά να προκαλέσει και την ανάδυση νέων συμβατικών ή ασύμμετρων απειλών για την Τουρκία. 

Για παράδειγμα, η Άγκυρα ανησυχεί ιδιαίτερα για τα όσα συμβαίνουν στα νότια σύνορά της. Τόσο εντός της Συρίας όπου το καθεστώς του Assad οδήγησε τη χώρα σε έναν εμφύλιο, όσο και εντός της ιρακινής επικράτειας όπου μετά την απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων συνεχίζεται η εθνο-θρησκευτική βία και η χώρα οδηγείται προς τριχοτόμηση. Επίσης, η Άγκυρα γνωρίζει πολύ καλά ότι στα βόρεια σύνορα της Συρίας και του Ιράκ «εκκολάπτεται» η κουρδική οντότητα, που συνιστά μείζονα απειλή για την ακεραιότητα της Τουρκίας. Το σενάριο που ανησυχεί ιδιαίτερα την Άγκυρα είναι η ένωση των Κούρδων της ευρύτερης περιοχής (βόρειας Συρίας, βορείου Ιράκ, βορειοδυτικού Ιράν και νοτιοανατολικής Τουρκίας) και μεσο-μακροπρόθεσμα η δημιουργία μιας κουρδικής κρατικής οντότητας. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη γειτονική Συρία εκλαμβάνονται από την Άγκυρα ως εν δυνάμει απειλή κατά της περιφερειακής ασφάλειας και ενδεχομένως δημιουργούν κινδύνους για τη συνέχιση της τουρκικής πολιτικής, πολιτιστικής και οικονομικής διείσδυσης στην περιοχή. Αυτό είναι λογικό, αφού είναι σχεδόν απίθανο να προβλεφθεί και να ελεγχθεί το τελικό status στα νότια σύνορά της.   

Για να περιορίσει το κόστος της επερχόμενης γεωπολιτικής αλλαγής στον αραβικό κόσμο, ο Τούρκος πρωθυπουργός αρχικά τάχθηκε κατά οποιασδήποτε πολιτικής αλλαγής σε περιφερειακό επίπεδο, αλλά όταν αντιλήφθηκε ότι η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη, επένδυσε στη βελτίωση των σχέσεων με τους πολιτικούς ηγέτες που αναδείχθηκαν μετά την ανατροπή των αυταρχικών καθεστώτων του αραβικού κόσμου. Στη συνέχεια, υιοθετώντας ένα λαϊκίστικο προφίλ επισκέφθηκε τις αραβικές χώρες της Βόρειας Αφρικής, που πρόσφατα είχαν ανατρέψει τα καθεστώτα τους και επιδίωξε να προωθήσει τα τουρκικά συμφέροντα. Ταυτόχρονα, αναθεώρησε τη στάση του έναντι της Ουάσιγκτον και προσπάθησε να βελτιώσει τις αμερικανο-τουρκικές σχέσεις κυρίως στον αμυντικό τομέα, καθότι ανησυχούσε ιδιαίτερα για την αυξανόμενη απειλή του «σιιτικού άξονα Ιράν-Συρίας». Έτσι, το Σεπτέμβριο του 2011 συμφώνησε να εγκαταστήσει το αντιβαλλιστικό Radar στη βάση Kürecik δυτικά της Malatya (Μελέτη) και πέτυχε τη μεταστάθμευση στην αεροπορική βάση του Incirlik των τεσσάρων αμερικανικών μη επανδρωμένων μαχητικών αεροσκαφών (UCAVs) τύπου Predator, µετά την απόσυρση των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η Άγκυρα εξασφάλιζε την υποστήριξη της Ουάσιγκτον, έμπαινε στο παιχνίδι της αναπτυσσόμενης αντιβαλλιστικής ασπίδας, αποκτούσε ένα στρατηγικό όπλο κατά του βαλλιστικού και πιθανόν μελλοντικά του πυρηνικού οπλοστασίου του Ιράν, ενώ με τα UCAVs αποκτούσε ένα σημαντικό τακτικό πλεονέκτημα παρακολούθησης και αντιμετώπισης των ανταρτών του PKK.

H Τουρκία, προσπαθώντας να επιφορτισθεί έναν περιφερειακό και εν μέρει διεθνή ρόλο, προκειμένου να έχει λόγο στο σχεδιασμό του νέου διεθνούς σκηνικού, ενσωμάτωσε στον ήδη βεβαρυμμένο τομέα εθνικής ασφαλείας της κινδύνους και απειλές που αντιμετωπίζουν τρίτες χώρες, ειδικά μετά τις εξελίξεις που ακολούθησαν την Αραβική Άνοιξη. Το γεγονός αυτό οδήγησε την Άγκυρα στην προσαρμογή της εξωτερικής της πολιτικής και στην αναθέρμανση των σχέσεών της με την Ουάσιγκτον. Έκτοτε, διατηρεί μια φιλο-σουνιτική στάση έναντι του αραβικού κόσμου, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει να καλλιεργεί μια αντι-ισραηλινή στάση, απαιτώντας την απολογία του Τελ Αβίβ, την άρση του αποκλεισμού της Λωρίδας της Γάζας και την αποζημίωση για τα θύματα της επιχείρησης στο Mavi Marmara. Η στάση της Άγκυρας απέναντι στο Τελ Αβίβ έχει προβληματίσει και έχει διχάσει τους Αμερικανούς. Από την πλευρά του το πεντάγωνο υποστηρίζει ότι «πάση θυσία» θα πρέπει να εξομαλυνθούν οι τουρκο-ισραηλινές σχέσεις, ενώ αντίθετα κάποιες άλλες φωνές από το Κογκρέσο εμμένουν υπέρ του ψηφίσματος για την αρμενική γενοκτονία.