Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΕΛΛΑΔΑ: Το κράτος του Καποδίστρια[1] και ο ιστορικός ρόλος της Ρωσίας ως στρατηγικού μας εταίρου
1. Από τις πρώτες
ενέργειες του Καποδίστρια μόλις ήρθε στην Ελλάδα, στις 8.1.1828, ήταν να
ζητήσει από τη Βουλή -που προήλθε από την Γ' Εθνοσυνέλευση της Τροιζίνας (19.3
- 5.5. 1827) και η οποία τον εξέλεξε με επταετή θητεία-, την αναστολή του
Πολιτικού Συντάγματος, επειδή "αι
δειναί της πατρίδος περιστάσεις και η διάρκεια του πολέμου δεν εσυγχώρησαν ούτε
συγχωρούσι την ενέργειαν" αυτού, ως περιέχοντος, όπως θα πει σε άλλη
περίσταση, "απάσας τας δημοκρατικάς
αρχάς των επαναστατών του 1793".
Στην πραγματικότητα το
Σύνταγμα της Τροιζίνας ελάχιστη σχέση είχε με το Σύνταγμα των Γάλλων
επαναστατών, υπό την έννοια ότι εδραζόταν στην πολιτική κυριαρχία των
πόλεων/κοινών (προνοούσε μόνον για μια σκιώδη κεντρική κυβέρνηση, η οποία
επιπλέον τελούσε υπό την πλήρη εξουσία της βουλής), και όχι στο πολιτικά
κυρίαρχο κεντρικό κράτος του Συντάγματος του 1793. Σημασία έχει, εντούτοις, να
συγκρατήσουμε εξαρχής ότι ο Καποδίστριας δεν δηλώνει αντίθετος επί της αρχής
στα συντάγματα αυτά, αλλά στην εφαρμογή τους, σε μια στιγμή που η επανάσταση
διαρκεί ακόμη, που ούτε κράτος υπάρχει ούτε και η ελληνική υπόθεση της
ανεξαρτησίας έχει κριθεί και οι Δυνάμεις της εποχής εχθρεύονται απολύτως τις
ιδέες τους. Σημειώνουμε, επίσης, ότι η αντίρρηση του Καποδίστρια συνοδεύεται
από την επισήμανση πως η ενέργειά του αυτή είναι προσωρινή, "έως της
συγκροτήσεως της (νέας) Εθνικής Συνελεύσεως" που ορίσθηκε να συνέλθει
2,5 μήνες αργότερα, τον Απρίλιο 1828.
Το προσωρινό πολιτειακό
σχήμα που ενέκρινε η Βουλή, με εισήγηση του Καποδίστρια, προέβλεπε την
κατάργησή της και την σύσταση ενός κεντρικού εξουσιαστικού συμβουλίου από 27
μέλη, του Πανελληνίου, που θα συμπαρίσταται στον Κυβερνήτη, με γνωμοδοτική βασικά
και νομοπαρασκευαστική αρμοδιότητα. Οι πράξεις του Κυβερνήτη για να είναι
έγκυρες, έπρεπε να είναι "θεμελιωμένες
επάνω εις τας εγγράφους αναφοράς του Πανελληνίου ή των τμημάτων του".
Παράλληλα ο
Καποδίστριας οργάνωσε διοικητικά την χώρα σε (επάλληλα) τμήματα, που εδραζόταν στο σύστημα των κοινών: Κάθε τμήμα διαιρείται "εις τας εξ ων σύγκειται επαρχίας και αύται πάλιν εις πόλεις, κώμας και
χωρία".
Τούτο δηλώνει ότι
επιλέγεται η αρχή της τοπικής και περιφερειακής πολιτειακής αυτονομίας, που
ανάγεται στο ελληνικό παρελθόν της κοσμόπολης, όχι της διοικητικής αποκέντρωσης
ή αυτοδιοίκησης, που αναπέμπει στο εξερχόμενο από τη φεουδαρχία πολιτικά
κυρίαρχο κεντρικό κράτος. Καθεμία από τις βαθμίδες αυτές της πολεοτικής
αυτονομίας διαθέτει ίδιον σύστημα διακυβέρνησης: οι δημογέροντες, στα
πρωτοβάθμια κοινά, εκλέγονται με καθολική ψήφο, από τους πολίτες άνω των 25
ετών, ενώ στο επίπεδο της επαρχίας, η διοίκηση ασκείται από συλλογικό σώμα
αντιπροσώπων των κοινών. Τα κοινά, "εξακολουθούν
την ενέργειαν των χρεών των, ως και πρότερον" -διαθέτουν τις ίδιες
αρμοδιότητες όπως πριν, τις οποίες ασκούν σύμφωνα με τους "άχρι τούδε
κανόνας".
Στις αρμοδιότητες
αυτές, επομένως, περιλαμβάνονται αφενός οι εσωτερικές υποθέσεις του κοινού και
αφετέρου, η άσκηση των αρμοδιοτήτων που συνάδουν με την κεντρική εξουσία.
Ανάμεσα σ'αυτές, η πλέον συμβολική, για την αναγωγή τους στο σύστημα των
κοινών, αλλά και ουσιώδης, η οποία κρίνει την φύση του (προσωρινού) πολιτειακού
συστήματος που επέλεξε ο Κυβερνήτης, είναι η άσκηση της δημοσιονομικής και,
γενικότερα, της δημοσιο-οικονομικής αρμοδιότητας, η οποία δηλώνεται ρητώς ότι ανήκει
στα κοινά. Τα κοινά, θα πει, είναι οι φορείς "δι'ών γίνεται η ενέργεια της δημοσίου οικονομίας", υπό την
εποπτεία της επαρχιακής δημογεροντίας.
Η κεντρική κυβέρνηση
παρίσταται στην επαρχιακή "δημογεροντία" δια του "εκτάκτου επιτρόπου", ο οποίος, στο
μεταβατικό στάδιο, είναι επιφορτισμένος με την υποβοήθηση του έργου της
ανασυγκρότησης του συστήματος των κοινών και, περαιτέρω, με την άσκηση αρμοδιοτήτων
"έννομης επιστασίας" κατά τη λειτουργία τους και την εφαρμογή της
νομιμότητας. Στις ειδικότερες πρόνοιες, που θα εισαγάγει ο Καποδίστριας, είναι
προφανής η μέριμνά του να επαναφέρει την πολιτειακή ισορροπία στο εσωτερικό των
κοινών, που ανέτρεψαν οι συνθήκες της επανάστασης, υπέρ της προεστικής τάξης. Μέριμνα,
που κατέτεινε ουσιαστικά, στην επαναφορά του λαού στα πράγματα των κοινών και
στην εγγραφή των τελευταίων στο γενικότερο πολιτειακό γίγνεσθαι του κράτους.
Και τούτο διότι, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε ως επί το πλείστον κατά την
προ-επαναστατική περίοδο, η αυτονόμηση της προεστικής τάξης και η ιδιοποίηση
της εξουσίας των κοινών από αυτήν, στη διάρκεια επανάστασης, εκδηλώθηκε εφεξής
με την άρνησή της να εναρμονισθεί με το διατακτικό της εθνικής πολιτείας.
Ακραίες εκδηλώσεις του φαινομένου αυτού αποτελούν οι περιπτώσεις των Υδραίων
και των Μανιατών. Η προεστική τάξη θα αντιταχθεί στην απόφαση του Κυβερνήτη να αναλάβει
το κέντρο μέρος των δημοσίων προσόδων ή να ελέγξει τον τρόπο της διαχείρισής
τους από αυτήν. Ορισμένοι μάλιστα θα φθάσουν μέχρι του σημείου να αξιώσουν
αποζημίωση για τις απώλειες που υπέστησαν λόγω της συμμετοχής τους στην επανάσταση.
Έχει ενδιαφέρον,
μάλιστα, ότι η μερίδα της προεστικής αυτής τάξης, που εκπροσωπείτο στο
Πανελλήνιο, προκειμένου να εμποδίσει την επανείσοδο του λαού στην πολιτεία των
κοινών, θα επικαλεσθεί το επιχείρημα του "εξευρωπαϊσμού" της χώρας,
αξιώνοντας από τον Καποδίστρια να καταργήσει την καθολική ψήφο (στην Αγγλία
τότε κατείχε το δικαίωμα ψήφου μόλις το 7% των ανδρών). Στην αξίωση αυτή ο
Κυβερνήτης θα διακρίνει "μιαν ανίκητον δυσκολίαν", η οποία συνίσταται
"εις το ότι δεν έχω την δύναμιν να
κάμω ένα νόμον, ο οποίος θέτει όρους εις το δικαίωμα της ψήφου. Δικαίωμα, το
οποίον ο ελληνικός λαός δοξάζει, ότι μετεχειρίσθη έως σήμερον χωρίς περιορισμόν". Όπως θα επισημάνει ο τότε αντι-πρέσβης της
Ρωσίας στην Ελλάδα, "οι
κοτζαμπάσηδες αυτοί "χρησιμοποιούντες τα φιλελευθέρας αρχάς ως μέσον
διαιωνίσεως της επιρροής των", εστράφησαν με μίσος κατά του Κυβερνήτη,
"καθόσον απαγορεύει τας αρπαγάς, τιμωρεί τους ενόχους και προστατεύει τους
καταπιεζομένους…".
Η αποτυχία του Καποδίστρια
να αντιμετωπίσει τη στασιαστική, συχνά, αντιπολίτευση της προεστικής τάξης, θα
τον οδηγήσει στην επιλογή της καθαρής διοικητικής αποκέντρωσης. Μέσω της Δ'
Εθνικής Συνέλευσης και στη συνέχεια με Ψήφισμα του 1830, θα αποφασισθεί όπως
"μέχρι την έκδοση του (νέου)
εκλογικού νόμου, το συμβούλιο των δημογερόντων
"θέλει διορίζεσθαι από την κυβέρνησιν εκλεγόμενο από τον κατάλογο
πολιτών, τον οποίον θέλει προβάλει εις αυτήν αι τοπικαί αρχαί, και των οποίων
τον αριθμόν θέλει διπλασιάσει η Γερουσία". Συγχρόνως, επιχειρεί να
οργανώσει και να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά από το κέντρο, πράγμα που έθιγε
καταφανώς τα αυθαίρετα ή μη προνόμια της προεστικής τάξης. Εφεξής οι τοπικοί
πόροι αποφασίζεται να εισάγονται "εις
το εθνικόν ταμείον… και η κυβέρνησις (να) τους δαπανά όταν και όπως εγκρίνει
εις τας ανάγκας εκάστης των επαρχιών, χρείας δε τυχούσης, (να) έχει το δικαίωμα
να τους εξοδεύει και εις τας κοινάς του έθνους ανάγκας".
Αξίζει να προσεχθεί η
διαδρομή της προεστικής τάξης: από τα συντάγματα που αναπαρήγαν αυθεντικά το
σύστημα των κοινών, την πολιτεία των οποίων είχαν οικειοποιηθεί, στη διάρκεια
της επανάστασης, θα οδηγηθεί στην άκαμπτη υπεράσπιση μιας εκδοχής τους, αυτής
που προέκυψε από την ανατροπή των εσωτερικών τους ισορροπιών στη διάρκεια της
επανάστασης. Συγχρόνως, θα θεωρήσει απολύτως συμβατό με τα συμφέροντά της το
"συνταγματικό" επιχείρημα της ευρωπαϊκής μετα-φεουδαλικής ορθοταξίας,
πριν προσχωρήσει εξολοκλήρου, στο τέλος, στη βαυαρική απολυταρχία. Η τελευταία,
ως κρατική δεσποτεία, προέκρινε τον ολοσχερή εγκιβωτισμό της κοινωνίας των πολιτών
στην ιδιωτική σφαίρα και την αποκλειστική ιδιοποίηση της πολιτικής από τη νέα,
καταφανώς χειρότερη, εκδοχή του "κοτζαμπασιδισμού", τη
βουλευτοκρατία.
2. Από
τα ανωτέρω ολίγα προκύπτει νομίζω αβίαστα ότι ο Καποδίστριας είχε κατά νουν ένα
κράτος, το οποίο εγγραφόταν στο ιστορικό κεκτημένο της ελληνικής οικουμενικής
κοσμόπολης, που συγκέντρωνε άλλωστε την ομοθυμία των προεπαναστατικών Ελλήνων.
Ένα κράτος που δεν ενσάρκωνε μονοσήμαντα το πολιτειακό σύστημα, αλλά το
επιμέριζε ανάμεσα στην κεντρική κυβέρνηση και στα κοινά, αφενός και αφετέρου
ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών, συγκροτημένη σε δήμο, στο πλαίσιο των
κοινών, και στην αναφορική στο κοινό συμφέρον κεντρική πολιτική εξουσία. Στο
πρόσωπο του Καποδίστρια παίχθηκε η τελευταία πράξη του διακυβεύματος της
οικουμενικής κοσμόπολης, δηλαδή της προοπτικής ενός κράτους που θα ήταν ικανό
να ενσαρκώσει το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο του ελληνισμού και να το αντιτείνει
στην ανερχόμενη ευρωπαϊκή απολυταρχία και, αργότερα, στο πρωτο-ανθρωποκεντρικό
κράτος έθνος.
Ετικέτες
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ,
ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ,
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ,
ΙΣΤΟΡΙΚΑ,
ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ,
ΡΩΣΙΑ
Ανοιχτή επιστολή του ΣΤΑΥΡΟΥ ΞΑΡΧΑΚΟΥ και του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ: "Η χώρα έχει ανάγκη από ένα Μνημόνιο εναντίον του κράτους και όχι εναντίον της κοινωνίας"
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Aισθανόμαστε ότι έχουμε χρέος ως πολίτες αυτής της
χώρας να απευθυνθούμε στους συμπολίτες μας, να τους διατυπώσουμε τη
γνώμη μας και να τους καλέσουμε να συνειδητοποιήσουν ότι το ελληνικό
πρόβλημα έχει ως πρωτογενή αιτία το ιδιοτελές όσο και δυναστικό κράτος,
που εγκατέστησε το κομματικό σύστημα στη χώρα από τη δεκαετία του 1980.
Ότι, δηλαδή, η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει την άρση των πυλώνων που οδήγησαν στην καταστροφή. Οι οποίοι είναι: η κομματική ιδιοποίηση του πολιτικού συστήματος, το δυναστικό και εκφαυλισμένο κράτος και η νομοθεσία που θεσμοθετεί τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Να αντιληφθούν, επομένως, ότι η λύση δεν βρίσκεται στην εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, αφού η πολιτική τάξη εξάντλησε τα όριά της: Ούτε θέλει ούτε μπορεί να αλλάξει, και μάλιστα να υπερβεί τον εαυτό της.
Δύο χρόνια από τη στιγμή που η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έριξε τη χώρα στον λάκκο των λεόντων, η πολιτική τάξη δεν έπραξε το παραμικρό όχι μόνο για να άρει τα αίτια της κρίσης, που στο σύνολό της δημιούργησε, αλλά και για να δείξει την παραμικρή διάθεση μεταμέλειας και αλλαγής πορείας.
Διαγκωνίζεται πάνω στα συντρίμμια της χώρας για να υφαρπάσει τη λαϊκή νομιμοποίηση με ψευδή διλήμματα του τύπου «Μνημόνιο ή χρεοκοπία», «ευρώ ή δραχμή», «σταθερότητα ή ακυβερνησία», ενώ είναι απολύτως βέβαιο ότι η χώρα δεν θα αποφύγει ούτε τη χρεοκοπία ούτε ίσως την επάνοδο στη δραχμή εάν δεν αρθούν τα αίτια της κρίσης.
Η Ελλάδα της δημιουργίας και του πολιτισμού είναι όμηρος των ολιγαρχικών συμμοριών που ύφανε η πολιτική τάξη στο σύνολο του κράτους, οι οποίες τη λυμαίνονται και τη σπιλώνουν.
Συνένοχες στον κατήφορο αυτό είναι τόσο οι «μνημονιακές» δυνάμεις, που έριξαν τη χώρα βορά στη διεθνή των αγορών, όσο και οι «αντιμνημονιακές» δυνάμεις, το σύνολο σχεδόν της πολιτικής τάξης.
Η ελληνική κοινωνία παρίσταται μάρτυρας μιας άγονης αντιπαράθεσης των πολιτικών δυνάμεων, που επικεντρώνεται στο σύμπτωμα -στα υπέρ ή κατά του Μνημονίου-, προκειμένου να αντιπαρέλθουν το πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή την άρνησή τους να εναρμονισθούν με το συμφέρον της κοινωνίας και της χώρας.
Υπεραμύνονται με πάθος των προκλητικών τους προνομίων, των ευφάνταστων ασυλιών τους, του «δικαίωματός» τους να μην υπάγονται στη δικαιοσύνη, να διαπλέκονται με σκοπό τη διαφθορά, να μην αγγίζουν τη δημόσια διοίκηση και τη δικαιοσύνη για να τη χρησιμοποιούν προς όφελος των ιδίων και της «πολιτικής τους πελατείας», με την κάλυψη του ίδιου του Συντάγματος. Η κοινωνία των πολιτών έχει αναδειχθεί στον πρωταρχικό και μείζονα εχθρό του συνόλου της πολιτικής τάξης.
Έχοντας επίγνωση της εμμονής αυτής της πολιτικής τάξης να μην αγγίξει, μέχρι σήμερα, το απεχθές της σύστημα, η ελληνική κοινωνία δεν έχει άλλη επιλογή παρά να αναζητήσει τρόπους ώστε πολιτικοί και κράτος να αισθάνονται καθημερινά την ανάσα της.
Ότι, δηλαδή, η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει την άρση των πυλώνων που οδήγησαν στην καταστροφή. Οι οποίοι είναι: η κομματική ιδιοποίηση του πολιτικού συστήματος, το δυναστικό και εκφαυλισμένο κράτος και η νομοθεσία που θεσμοθετεί τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Να αντιληφθούν, επομένως, ότι η λύση δεν βρίσκεται στην εναλλαγή των κομμάτων στην εξουσία, αφού η πολιτική τάξη εξάντλησε τα όριά της: Ούτε θέλει ούτε μπορεί να αλλάξει, και μάλιστα να υπερβεί τον εαυτό της.
Δύο χρόνια από τη στιγμή που η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έριξε τη χώρα στον λάκκο των λεόντων, η πολιτική τάξη δεν έπραξε το παραμικρό όχι μόνο για να άρει τα αίτια της κρίσης, που στο σύνολό της δημιούργησε, αλλά και για να δείξει την παραμικρή διάθεση μεταμέλειας και αλλαγής πορείας.
Διαγκωνίζεται πάνω στα συντρίμμια της χώρας για να υφαρπάσει τη λαϊκή νομιμοποίηση με ψευδή διλήμματα του τύπου «Μνημόνιο ή χρεοκοπία», «ευρώ ή δραχμή», «σταθερότητα ή ακυβερνησία», ενώ είναι απολύτως βέβαιο ότι η χώρα δεν θα αποφύγει ούτε τη χρεοκοπία ούτε ίσως την επάνοδο στη δραχμή εάν δεν αρθούν τα αίτια της κρίσης.
Η Ελλάδα της δημιουργίας και του πολιτισμού είναι όμηρος των ολιγαρχικών συμμοριών που ύφανε η πολιτική τάξη στο σύνολο του κράτους, οι οποίες τη λυμαίνονται και τη σπιλώνουν.
Συνένοχες στον κατήφορο αυτό είναι τόσο οι «μνημονιακές» δυνάμεις, που έριξαν τη χώρα βορά στη διεθνή των αγορών, όσο και οι «αντιμνημονιακές» δυνάμεις, το σύνολο σχεδόν της πολιτικής τάξης.
Η ελληνική κοινωνία παρίσταται μάρτυρας μιας άγονης αντιπαράθεσης των πολιτικών δυνάμεων, που επικεντρώνεται στο σύμπτωμα -στα υπέρ ή κατά του Μνημονίου-, προκειμένου να αντιπαρέλθουν το πραγματικό πρόβλημα, δηλαδή την άρνησή τους να εναρμονισθούν με το συμφέρον της κοινωνίας και της χώρας.
Υπεραμύνονται με πάθος των προκλητικών τους προνομίων, των ευφάνταστων ασυλιών τους, του «δικαίωματός» τους να μην υπάγονται στη δικαιοσύνη, να διαπλέκονται με σκοπό τη διαφθορά, να μην αγγίζουν τη δημόσια διοίκηση και τη δικαιοσύνη για να τη χρησιμοποιούν προς όφελος των ιδίων και της «πολιτικής τους πελατείας», με την κάλυψη του ίδιου του Συντάγματος. Η κοινωνία των πολιτών έχει αναδειχθεί στον πρωταρχικό και μείζονα εχθρό του συνόλου της πολιτικής τάξης.
Έχοντας επίγνωση της εμμονής αυτής της πολιτικής τάξης να μην αγγίξει, μέχρι σήμερα, το απεχθές της σύστημα, η ελληνική κοινωνία δεν έχει άλλη επιλογή παρά να αναζητήσει τρόπους ώστε πολιτικοί και κράτος να αισθάνονται καθημερινά την ανάσα της.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ,
ΞΑΡΧΑΚΟΣ,
ΠΑΡΟΝ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


