"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Νεολαία: o νέος λαός.



Από καταβολής ανθρωπότητας το νήπιο (νή έπος: άλαλο) ενσάρκωνε ένα αίνιγμα και έναν κίνδυνο εν ταυτώ. Εκτός γλώσσης, εκτός κοινότητος, εκτός ανθρώπινης κοινωνίας γενικά, το νήπιο, επισκέπτης που καταφθάνει εκ του μηδενός, έθετε σε συναγερμό τον περίγυρο. Κάθε τι ξένο, μόνο αν γίνει σαν κι εμάς μπορεί να θεωρηθεί οικείο. Κατά συνέπεια, η ανατροφή και η παιδαγωγική εδραιώθηκαν ως μηχανισμοί ενσωμάτωσης που συχνά δεν λησμωνεί και τα πλεονεκτήματα της βίας. Τα παιδιά, έλεγαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, έχουν τα αυτιά στη ράχη. Ως εκ τούτου, η παροιμιώδης καχυποψία απέναντι σε κάθε νέα γενιά (νεολαία: νέος λαός) έχει να κάνει πάντα με μια ανησυχία ότι ο νέος, ακαθοδήγητος και δύστροπος εξ ορισμού, δεν θα ανταποκριθεί στις δεδομένες υποχρεώσεις του. Η ανησυχία έχει βάση φυσικά. Από το είναι ως το δέον ο δρόμος είναι μακρύς. Αλλά το χαρακτηριστικό είναι ότι κάθε παλιά γενιά αρέσκεται να προβάλλει πάνω στους άρτι αφιχθέντες πολλά από τα δικά της δαιμόνια και μαζί πλήθος από τις δικές της ολιγωρίες, σάμπως να τρέμει μήπως ξεπεραστεί. 


Με άλλα λόγια ο νέος ποτέ δεν προβάλλεται σαν αυτάρκης οντότητα. Κατέχει βέβαια τη νεότητα, την υγεία και την ομορφιά, αλλά –από κοινωνική σκοπιά- αυτό που βαραίνει είναι ό,τι του λείπει. Δεν υπάρχει κοινωνία που να μην απαρτίζεται από νέους, ανεπάγγελτους, άνεργους, διασκεδαστές, χαροκόπους, πότες κ.λ.π. Η επιβίωση βασίζεται στη στέρηση και την εργασία, η σχολή είναι δώρο, όχι φυσική κατάσταση. Κατά συνέπεια, ο νέος μόνο αν μάθει τη γλώσσα της εργασίας μπορεί να λογίζεται κανονικό μέλος της κοινότητας.  


Ούτε λίγο ούτε πολύ αυτό σημαίνει ευθέως ότι η ίδια η εφηβεία ερμηνεύεται ως (ηδονική για τους νέους, απειλητική για τους κρατούντες) ασθένεια που όσο πιο λίγο διαρκέσει τόσο το καλύτερο για την κοινωνία.  


Σε αυτό η νεολαία αντιδρά μόνο με το ένστικτο της. Το χάσμα των γενεών δεν αφορά μόνο την ηλικία, το κύριο γνώρισμα του είναι μια διάκριση σε ενταγμένους και ανένταχτους.  


Είναι μήπως τυχαίο ότι τα παιδιά που εργάζονται θυμίζουν ενήλικες από τα δεκαπέντε τους;  


Η εφηβεία δικαιολογημένα βαυκαλίζεται με το όραμα μιας πολύμορφης εξέγερσης. Ακόμα και μια σούζα με τη μηχανή θυμίζει «επανάσταση». Πράγματι κάθε τι το εδραιωμένο προκαλεί το νέο γιατί του επιβάλει το παρελθόν σαν παγιωμένη αξία. Και προ των αξιών, όπως ξέρουμε, η πρώτη αντίδραση είναι...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Επιδημία κουλτούρας

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
(1η δημοσίευση 8/10/2007 στη LIFO)

 
Υπουργείο Πολιτισμού δεν θα έπρεπε να υπάρχει.  


Υπουργείο Παιδείας, ναι, διότι η εκπαίδευση της μαθητιώσης και σπουδαζούσης νεολαίας προέχει· υπουργείο Υγείας, ναι, διότι κάθε τι νοσογόνο αποτρέπει τον πληθυσμό από την εργασία και την απόδοση· άρα και η απόδοση θέλει το υπουργείο της, ως υπουργείο Εργασίας ή Προόδου. 


Αλλά ο πολιτισμός, έτσι όπως τον ταύτισαν με την εκθεσιομανή, φανφαρόνικη και πτωχαλαζονική εικόνα της χώρας, ποιον ωφελεί -όταν μάλιστα συστεγάζεται με τον αθλητισμό και τα κέρδη του; 


Οι «πολιτιστικές εκδηλώσεις» σαρώνουν σαν επιδημία αυτόν τον τόπο. Κάθε δήμος και γιορτή για τη διάσωση της παράδοσης, κάθε κοινότητα και έκθεση, κάθε προάστιο και πνευματικό κέντρο.  


Τα πρωθυπουργικά χείλη έχουν εθιστεί να προφέρουν σε τακτά διαστήματα το μέγα σύνθημα: η Ελλάδα έχει να επιδείξει τον πολιτισμό της


Βουρ λοιπόν· δώστε στο πόπολο θεατρικές παραστάσεις με τα αθάνατα έργα των προγόνων μας, εκθέστε προ πάντων των ομμάτων ζωγράφικες, φωτογραφίες, γλυπτά, κάντε έκθεμα κάθε ιστορική στιγμή της χώρας.  


Κάθε κυβέρνηση σκοπεί πριν απ’ όλα στην άμεση αποτελεσματικότητα. Θέλει έτοιμα θεάματα με εκτυφλωτική λάμψη, συναρπαστικές συναυλίες όπου το φιλοθεάμον κοινό εξυγιαίνει την ανάσα του, μετάκληση ξένων καλλικέλαδων που εισάγουν στα μύχια του ακροατή την αίσθηση της ευρωπαϊκότητας. Η ημερησία διάταξη το επιβάλλει: Δώστε χρώμα για να σωθεί το πνεύμα, μπουκώστε τους δήμους με θεάματα πληρώνοντας παγκουί.  


Ο λίγδης και φουκαράς Έλληνας πέθανε, τώρα παρελαύνει το νεόκοπο ανθρωπομάνι που ζει και πορεύεται μόνο με τη μεγάλη τέχνη.  


Ο «καλλιτέχνης» πλέον απέβη σήμα κατατεθέν του δημόσιο βίου μας. Ως γνωστόν, ο επαγγελματικός προσανατολισμός, πρόβλημα άλυτο για τη νεολαία, βρήκε ευτυχή διέξοδο στην «καλλιτεχνικότητα». Ο καλός επιχειρηματίας, ο καλός υπάλληλος, ο καλός πολιτικός, ο καλός μάστορας, ωχριούν μπροστά στον άνθρωπο της «Τέχνης», που «μετουσιώνει τα υπαρξιακά αδιέξοδα και δίνει νόημα στον ευτελή βίο».  


Μια απλή έρευνα -που ουδέποτε επιχειρήθηκε, για ευνόητους λόγους- η οποία θα κατέγραφε στατιστικά τον αριθμό γραφιάδων, ζωγράφων, ηθοποιών, σκηνοθετών, ποιητών, μεταφραστών, μουσικών, κινηματογραφιστών, οργανοπαικτών, χορευτών, εκδοτών, γκαλεριστών, θεατρικών επιχειρηματιών και παρατρεχάμενων παρακεντέδων κλπ., θα παρουσίαζε την εικόνα μιας κοινωνίας που δεν έχει άλλη μέριμνα από το θεάσθαι και θεατρίζεσθαι.  


Και λοιπόν;  


Με αυτόν τον κόμπο στο λαιμό, η σιωπηρή και ραγδαίως αποδεκατιζόμενη μειοψηφία που της απόμεινε κουκούτσι μυαλό -αν της απόμεινε- παρακολουθεί αυτή την επέλαση του «πολιτισμού» -και, πιο σωστά, της «κουλτούρας»-, που δεν ορρωδεί προς ουδενός.  


Η κατρακύλα είναι τόσο θεριεμένη, ο κουρνιαχτός τόσο πυκνός, ώστε μέσα στον γενικό πληθωρισμό πάσα αντίρρηση και επιφύλαξη ακούγεται σαν μικροψυχία και φθόνος


Τα δεδομένα πάντως κοάζουν, σχεδόν χλιμιντρίζουν:


  Οι δύο τελευταίες γενιές ντόπιων διανοουμένων γνωρίζουν τα μισά γράμματα απ’ ό,τι οι προηγούμενες.  


Η σχέση με την αρχαία γλώσσα ανεκόπη οριστικά. Κατ’ αναλογία, η έκπτωση παρατηρείται σε όλες τις αποκαλούμενες πνευματικές δραστηριότητες


Η εποχή κολακεύει τις τεχνικές που μιμούνται την καλλιτεχνικότητα αλλά δεν την δημιουργούν. Έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου η γκαλερί μετράει περισσότερο από τη ζωγραφική, ο εκδότης περισσότερο από τον συγγραφέα, το πόστο περισσότερο από τον άνθρωπο.  


Η χλιδή του «τίποτα» πνίγει σιγά σιγά τους αργούς ανθρώπους που ωριμάζουν σαν το σπάνιο βοτάνι και δεν ζητούν «πολιτισμό» για να αναθαρρήσουν, αλλά στοιχειώδη διακριτικότητα και αφτιασίδωτη καθημερινότητα. 


Ο πνευματικός βίος, έστω και λιγοστός, δεν μπορεί να έχει άλλη φιλοδοξία: για να επιβιώσει θα πρέπει να ξεμαγαρίζεται καθημερινά από αυτό το πολιτισμικό «μπουμ», που έχει καταστεί κανονική φούσκα του χρηματιστηρίου. Μια μικρή χώρα δεν χρειάζεται να έχει «μεγάλους» καλλιτέχνες, οι μικροί της φτάνουν -αρκεί να υπάρχουν κι αυτοί. Αλλά για να υπάρχουν θα πρέπει ο αγρός να καλλιεργείται, η σπορά να πέφτει τακτικά.  


Πώς να σπείρουμε όμως, όταν ακόμα και η λέξη «καλλιέργεια» εξοστρακίστηκε από το λεξιλόγιο -για να παραδώσει τη θέση της στη ρομαντική χαζοεξαδέλφη της που τη φωνάζουν κουλτούρα; 


Η στρέβλωση σχίζει χασέδες, είναι το ντόπιο πετροδολάριο. Σε μια εποχή που η εκπαίδευση πρέπει να θωρακίζεται και να αλλάζει ταχύτητες για να προλάβει το μέλλον, η εγχώρια εκπαιδευτική αρένα έχει αφήσει τα θρανία για να κολακεύσει τον συνδικαλισμό.  


Δυστυχώς, η μαθητιώσα νεολαία μαθητεύει λαμπρά στον δικό της συνδικαλισμό καταλαμβάνοντας τα σχολεία


Όποιος θέλει τον καρπό αλλά αγνοεί τις ρίζες, τελικά...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η Ελληνική κακοδημοκρατία

Ο δημοκρατικός χαυνοπολίτης ή δημοπίθηκος καταπίνει μεγάλες ποσότητες καζουιστικής από τα χείλη θεσμισμένων προσώπων με αποτέλεσμα να συγχέει τη ρητορική πειθώ με την καζούρα... Φωτ.:SOOC

Toυ (συγχωρεμένου)   ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ

Η κούτρα μας μπορεί να κατεβάζει επιχειρήματα για τα πάντα με μερικά «αν υποθέσουμε», «λαμβάνοντας υπόψη τις δεδομένες συνθήκες», «λόγω των ιδιοτυπιών της χώρας», «όπως το μαρτυρεί η πρόσφατη ιστορίας μας» και τα παρόμοια, όλα εξηγούνται και πολλώ μάλλον αιτιολογούνται.  


Ο δημοκρατικός χαυνοπολίτης ή δημοπίθηκος καταπίνει μεγάλες ποσότητες καζουιστικής από τα χείλη θεσμισμένων προσώπων με αποτέλεσμα να συγχέει τη ρητορική πειθώ με την καζούρα. Τον πολίτη πρέπει να τον ταΐζουν το δημοκρατικό μάθημα με το κουταλάκι από πρωίας μέχρι νυχτός, οπότε οι εμετοί έρχονται ως φυσικό επακόλουθο.  


Σοβεί κατά συνέπεια ένα σοβαρό πρόβλημα: πώς θα επιβιώσει το άτομο που έχει πάρει ηθικό διαζύγιο από την κοινωνία του, που έχει ξορκίσει την αλληλεγγύη και την κοινότητα, αλλά παραταύτα παραμένει δέσμιο υποχρεώσεων και οφειλών;  


Ασφαλώς απομένουν νησίδες ασφαλείας, η οικογένεια (αν υπάρχει), οι φίλοι και οι ομότιμοι, ένα είδος δικτύου τέλος πάντων που λειτουργεί ως καθαρτικό. Ωστόσο, όταν το κατ' εξαίρεση αποβαίνει κανόνας, δεν έχουμε πια μονώτες που αυτοβασανίζονται αλλά γενικευμένη επιδείνωση που λαμβάνει διαστάσεις κοινωνικής επιδημίας. 


Ξέρει βέβαια ο καθένας ότι κοινωνικά είναι συμβασιούχος δεμένος δι' ακαταλύτου συμβολαίου με τους άλλους. Αποδέχεται -έστω και με σκοτεινές υστεροβουλίες- το νόμο, την ηθική, τα δικαιώματα, τη δικαιοσύνη, την υπακοή και την πειθαρχία. Πριν απ' όλα και μετά απ' όλα γνωρίζει ότι «ανήκει» στο κοινωνικό σώμα· εκεί επιβιώνει και τσαλαβουτάει καθημερινά, το ανώνυμο πλήθος της πόλης είναι το πλαγκτόν της παρουσίας του, η πίκλα που συντηρεί ζωντανή τη συνύπαρξη. Έχει ταυτότητα αριθμημένη, ισότιμη θέση στα επίσημα κατάστιχα, ΑΦΜ και ημερομηνία γεννήσεως, επάγγελμα και υπηκοότητα.  


 Όσο κι αν το εγώ του κτίζεται από τα έξω, η αίσθηση της ιδιωτικότητας, αυτό το προσωπικό και ανεπανάληπτο που τον συνέχει αποδεικνύεται με τα χρόνια ανθεκτικό λημέρι το οποίο στα δύσκολα μετατρέπεται σε κρυψώνα και καταφυγή.  


Εκεί ξένο ποδάρι δεν πατάει. Οι στράτες και οι αγορές δεν το αγγίζουν. Εκεί άλλωστε παύει να ισχύει -προσωρινά τουλάχιστον- και η συμβολαιική του υποχρέωση


Οφείλω να λέω αλήθεια;  


Κι όμως το ψέμα είναι ο πιστότερος φίλος μου. 


Οφείλω να εκπληρώνω τις υποχρεώσεις μου;


Κι όμως, η ανώδυνη απάτη σε βάρος των άλλων ποτέ δεν με έβλαψε


Οφείλω τέλος πάντων να είμαι ηθική μονάδα; 


Κι όμως, η ηθική μου χρειάζεται μόνο για υποχρεώνω τους άλλους, όχι τον εαυτό μου. Το δέον αποτελεί ασπίδα απέναντι σε τρίτους, όσο για μένα το μόνο που λογαριάζεται είναι η άμεση ζωή - ακόμη και εκτός ηθικής.  


Συγκρίνοντας τη μουτσούνα που του έχει φορέσει η δημοκρατία με το μύχιο εαυτό του, ο πολίτης -εντός νόμου για τους άλλους, άνευ νόμου για τον εαυτό του- δεν αργεί να πάθει κρίση θαυμασμού και να αναμετρήσει την ασύμμετρη σχέση που του υπαγορεύουν.  


Διακρίνει το θλιβερό θέατρο των μασκαράδων και το θεωρεί κατώτερο από τη δική του ιδιωτικότητα όπου μουτσούνα δεν ισχύει. Η θετική στάση που υπαγορεύεται έξωθεν τελικά αποδεικνύεται σκέτο μύθευμα· ο νόμος αποδυναμώνει τον άνθρωπο, του κλέβει το αίμα, μετατρέπει τη βούλησή του σε ξεδοντιασμένο στόμα. Έτσι δεν αποκλείεται και το δίλημμα:  


Ανίσχυρος με τους άλλους ή ισχυρός μόνο με τον εαυτό μου!  


Αν αυτή η κατάσταση ιδιάζει σε νοσηρές εξαιρέσεις, τότε ο νόμος μπορεί να αμυνθεί και να αποκαταστήσει την τάξη. Στην περίπτωση όμως που διαποτίζει όλες τις ατομικότητες και εξαπλούται εν είδει λέπρας, το κοινωνικό σώμα εκφαυλίζεται, καθίσταται επικίνδυνο για τον εαυτό του μέχρι σημείου να μην ξέρει πια αν η φύση του είναι αντινομική ή αν η αντινομία είναι απλώς φυσική. 


Γιατί όμως να καταφεύγουμε πάντα σε απόλυτες λύσεις και να μην αναλογιστούμε τις σωτήριες ποσοστώσεις;  


Λίγη απάτη βοηθάει τις επιχειρήσεις, λίγο ψέμα κανέναν δεν έβλαψε, λίγη ανεντιμότητα σε σώζει από τα χειρότερα· όπως άλλωστε και λίγη ειλικρίνεια ευνοεί τα αισθήματα, λίγη αλήθεια φέρνει κοντά τους ανθρώπους, λίγη γενναιοδωρία δεν κάνει κακό. 


Χονδρικής πάντως μόνο η διαφθορά παρέχεται. Άλλωστε η δημοκρατία, επειδή γνωρίζει απ' έξω κι ανακατωτά το κακό, είναι και μανούλα στη διαίρεση. Την αδικία δεν τη φορτώνει σε μια κεντρική, αυταρχική εξουσία· απεναντίας έχει την κομψότητα να μοιράζει την ευθύνη σε όλους


Ο τρόπος; 


Με το ιδιοφυές τέχνασμα της ψήφου που ισούται ευθέως με συνενοχή: 

"Επίγεια σοφία" (Ενας χρόνος χωρίς τον ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ)

Αφιερωμένη στη μνήμη του ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ που έφυγε σαν σήμερα από τη ζωή πρίν από έναν χρόνο


Από την ανοησία – τη δική μου και των άλλων – έμαθα τα περισσότερα πράγματα. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ευφυΐα. Η ανοησία δεν είναι ενοχή. Αρχίζει, όμως, να ενοχλεί, όταν φοράει τη λεοντή και πλαστογραφεί τα πάντα γύρω της χωρίς καμία επίγνωση. Ο βλάκας ενοχλεί όχι για τη βλακεία του, η οποία είναι άξια συμπάθειας, αλλά γιατί θέλει να πουλήσει τη βλακεία του για ιδιοφυΐα. Πώς να είσαι, λοιπόν, φίλος με έναν άνθρωπο που αν του πεις την αλήθεια, θα σε μισήσει; Αν δε, υπολογίσουμε τους ανόητους που εγκωμιάζουν τους ανόητους, έχουμε μια εικόνα των δημοσίων ηθών. 


Η μετριότητα δεν είναι κάτι στατικό, αμετακίνητο. Μπορεί να βελτιωθεί. Και βελτίωση σημαίνει πάντα να μάθεις ποιος είσαι. Κάθε μετριότητα έχει δικαίωμα στη ζωή. Όταν διεκδικεί, όμως, το πρωτείο, κάνει εχθρούς και στήνει παγίδες στον εαυτό της. Γενικά, οι βλάκες είναι το μεγάλο πρόβλημα κάθε δημοκρατίας, και κάθε μεγαλείου, βέβαια, όπως μας έμαθε ο Φλωμπέρ στο Μπουβάρ και Πεκυσέ…


Έχει νόημα να ζεις, γιατί ο θάνατος δε μπαίνει μέσα στη ζωή. Γι’ αυτό λένε, χτύπα ξύλο… Η ζωή έχει τρομακτική καύλα – για όλους, για τους πάντες. Βλέπεις, άνθρωποι ανάπηροι που έχουν μείνει με το ένα δαχτυλάκι και τρώνε με το δαχτυλάκι… Και δεν ζει κανείς σκεπτόμενος διαρκώς το θάνατο, όσο φιλόσοφος κι αν είναι. Ο θάνατος είναι μια πένθιμη σκέψη που έρχεται και φεύγει – χωρίς να ορίζει τη ζωή


Ο δημοκρατικός χαυνοπολίτης ή δημοπίθηκος καταπίνει μεγάλες ποσότητες καζουιστικής από τα χείλη θεσμισμένων προσώπων με αποτέλεσμα να συγχέει τη ρητορική πειθώ με την καζούρα. Τον πολίτη πρέπει να τον ταΐζουν το δημοκρατικό μάθημα με το κουταλάκι από πρωίας μέχρι νυχτός, οπότε οι εμετοί έρχονται ως φυσικό επακόλουθο


Χονδρικής πάντως μόνο η διαφθορά παρέχεται. Άλλωστε η δημοκρατία, επειδή γνωρίζει απ' έξω κι ανακατωτά το κακό, είναι και μανούλα στη διαίρεση. Την αδικία δεν τη φορτώνει σε μια κεντρική, αυταρχική εξουσία· απεναντίας έχει την κομψότητα να μοιράζει την ευθύνη σε όλους. 

Είμαστε όλοι "καλλιτέχνες"!

Αρθρο ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗ

(...) Αν το καλοσκεφτούμε και πάρουμε στο κατόπι έναν νεαρό που κατεβαίνει από τη Δράμα στην Αθήνα, για να κάνει προκοπή, εύκολα διαπιστώνουμε ότι η εύκολη και η πλέον βολική λύση αφορά το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Μάλιστα, αν διαθέτει και σωματικά προσόντα, αυτά και μόνο είναι ικανά να του ανοίξουν τις πόρτες διάπλατα (έστω και με κάποιες ευνόητες... εκδουλεύσεις).

Γενικά το παζάρι δίνει ψωμί, φτιάχνει σωστές ή σαθρές σταδιοδρομίες, δεν μπορεί όμως να αποκρύψει το μέγα ζήτημα του προσανατολισμού των νέων (προσανατολισμού που δεν είναι μόνο στενά επαγγελματικός, αλλά και ψυχικός) και ο οποίος έχει αποβεί εθνικός γρίφος και σχολείο μερικής ή ολικής αποτύφλωσης (...)

Επ' αυτού, η απορία που γεννά η συγκρότηση της νεοελληνικής κοινωνίας δίνει άλλη διάσταση στα πράγματα: πώς γίνεται μια κοινωνία σαν τη δική μας, με περιορισμένη διαστρωμάτωση και με λειψούς πόρους, να εμφανίζει προκλητική συσσώρευση βιβλιοπωλείων, πανεπιστημίων, θεάτρων, θιάσων, θεατρικών σχολών, ποιητών, λογοτεχνών, ιστορικών κάθε λογής; 

 Ενας άνθρωπος σαν τον Γιώργο Λούκο, που εργάστηκε επιτυχώς στο εξωτερικό όσο και στα καθ' ημάς, συνοψίζει αυτό το πρόβλημα με αποστομωτική άνεση: "Ζούμε σε μια χώρα που έχει περισσότερα θέατρα από το Παρίσι, το Λονδίνο και το Βερολίνο... Στην Ελλάδα είμαστε όλοι καλλιτέχνες!".

Ενώ στην Αβινιόν δεχόταν 60 γραπτές προτάσεις ετησίως, εδώ δέχεται 700 προτάσεις από ανθρώπους που ούτε καν τους έχει ακούσει! Με ανάλογα κριτήρια μπορούμε να κρίνουμε το καθηγητικό δυναμικό, το ποιητικό και το πεζογραφικό, την ύλη των περιοδικών μας (λογοτεχνικών και άλλων), όπως και το φρόνημα των αναγνωστών μας. Οταν ο Λευτέρης Πανταζής ονομάζει "καλλιτέχνες" όλους τους συναδέλφους του, δεν απέχει πολύ από την πλειάδα ηθοποιών και άλλων "αξιωματούχων" της σοβαρής λεγόμενης τέχνης!

Ξέρουμε φυσικά ότι αυτές οι σκέψεις δεν αποτελούν καμιά συνταρακτική καταγγελία· ούτε αφορούν μεμονωμένα πρόσωπα. Αν ίσχυε αυτό, τότε θα ήμασταν ευτυχείς, διότι οι ντόπιες δυνάμεις θα είχαν σωστό προσανατολισμό και θα ανέχονταν κάθε λογής εξαιρετέα αναπηρία. Αν όμως η χώρα τυπώνει ψεύτικο νόμισμα και μάλιστα το απολαμβάνει, η ψευδής απόδοση ψευτίζει και τα ίδια τα πρόσωπα, είτε είναι ηθοποιοί αυτά είτε θεατές ή αναγνώστες. Οπερ σημαίνει ότι πιθανότατα (και παρά τις αναγνωρισμένες εξαιρέσεις) η καθεστηκυία τάξη του καλλιτεχνικού δυναμικού όχι μόνο πάσχει από ανήκεστες βλάβες, αλλά παρακολουθεί από κοντά και υποτάσσεται δουλικά στο ψευδές κύρος των θεσμών της χώρας.

Τα "γκρικ στατίστικ" δυστυχώς δεν περιορίζονται στα οικονομικά δεδομένα· με απίθανη ελαστικότητα περιλαμβάνουν κάθε χώρο όπου το ανεξέταστο προτιμάται και προωθείται, ενώ το εξεταστέο αποκρύπτεται και ποντίζεται στο πέλαγος της λήθης. 

Τι, τέλος πάντων, θέλει να αποκρύψει αυτή η χώρα; Γιατί τρέμει να αποκαλύψει το αληθινό πρόσωπό της; Γιατί "κλείνει" τα σύνορά της, οσάκις της ζητούν ταυτότητα;

ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ