"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ ΑΡ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ ΑΡ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΑΣΧΑ: Μικρό Αναστάσιμο


 Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Η ενορία μου έχει μια εκκλησία τσιμεντένια με ηλεκτρικές καμπάνες και εκκωφαντικά μεγάφωνα
. Όσο καλά και να ψάλλουν οι ψαλτάδες, η ένταση των μεγαφώνων ισοπεδώνει τον ήχο. Χριστός Ανέστη δεν φχαριστιέσαι. Ο κόσμος συγκεντρώνεται στην πλατειά αυλή της εκκλησίας, περιμένοντας κυρίως το πολεμικό κήρυγμα, εναντίον άλλου εχθρού κάθε χρονιά, που ακολουθεί τον μακρύ χαιρετισμό σε όλους ανεξαιρέτως τους πολιτικούς άνδρες και γυναίκες, όσο ασήμαντη κι αν είναι η θέση τους, ιδίως αν η χρονιά είναι χρονιά εκλογών, που κάνουν την τιμή στο εκκλησίασμα να παρίστανται.  

Φέτος είπα να χάσουμε αυτή την τιμή και να πάμε στον Άη Δημήτρη, όπου με τράβαγε και μένα η μάνα μου με κάθε ευκαιρία, όταν βρισκόμασταν στο κέντρο, σαν επίσκεψη σε βαρετή θεία. Πόσα περιθώρια έχω κι εγώ να καταπιέσω το μπουμπουκάκι μου;

Για ό,τι και να κατεβαίναμε στην αγορά, ανηφορίζαμε και στον Άη Δημήτρη για κεράκι. Μη και νομίσει ότι τον ξεχάσαμε. 

Όταν ήμουν στο Δημοτικό νόμιζα ότι μπορούσε πράγματι να μας κρατήσει μούτρα, ότι τάχα πήγαμε ως εκεί και βαρεθήκαμε να ανεβούμε για να χαιρετίσουμε. Οι θείες και οι Άγιοι κρατάνε μούτρα για κάτι τέτοια. 

Όταν μεγάλωσα μου έκανε εντύπωση πως στεκόταν ανάμεσα σε προύχοντες στα ψηφιδωτά.  

Εσύ είσαι που αγαπάς όλο τον λαό; Για καλοπιάνεις την πλουτοκρατία;  

Kι ενός πλουσίου δέχθηκε και το μνήμα του να κοτσάρει ψηλά σε κεντρικότατο σημείο, πιο μπροστά κι από το δικό του το κιβούρι. Αλλά αυτά είναι παλιά. Ας αγκαλιάζει όποιον θέλει κι είναι σχεδόν σίγουρο ότι δεν μου κρατάει μούτρα.

Καθώς στάθηκα για λίγα λεπτά μετά την Ανάσταση στο εσωτερικό για να ακούσω τα λόγια -το μπουμπούκι κάθισε σ΄ ένα πεζουλάκι στην πλατειά αυλή με τις λαμπάδες γιατί βαριόταν να ξαναμπεί μέσα- κατάλαβα πρώτη φορά ό,τι έλειπε από το κτίριο και τα ψηφιδωτά και τις σβησμένες τοιχογραφίες, που για ένα διάστημα τα είχα μάθει απ’ έξω. Ήταν ο λαός της πόλης, ο άνω της Εγνατίας, ούτε επιδεικτικά ντυμένος, ούτε πρόχειρα, με καρότσια μωρών, με ηλικιωμένους σε αμαξίδια, οικογένειες, ζευγάρια, γείτονες. Ο κόσμος έψαλλε, το κτίριο έθαλπε από μια συλλογική ψυχή. Ο Άγιος αγκάλιαζε στον αριστερό πεσσό τα δυό καλοντυμένα αδελφάκια, το αγοράκι στρουμπουλός μπόμπιρας, το κοριτσάκι λιγνό σαν να μην τρώει το φαΐ του. Θα το φάει και θα μεγαλώσει.

Αντίθετα με τις άλλες εκκλησίες, που εικονίζονται Άγιοι και πάλι Άγιοι και όσιοι και ασκητές και μας κοιτάνε εκείνοι από εκεί πάνω, εμάς εδώ κάτω, ο Άγιος Δημήτριος σχεδίασε τα πράγματα αλλιώς. 

Τράβηξε τους εκλεκτούς του και τους κάθισε πλάι του ή στάθηκε ανάμεσά τους. Ο Άγιος και οι άνθρωποί του, κανονικοί, πολίτες. 

Θα μου πεις, δεν ήταν τυχαίοι αυτοί. Θα ήταν ας πούμε εφοπλιστάδες, μεγαλέμποροι, στρατηγοί και διοικητές. Και τα παιδάκια αυτών. Ο μόνος που ξέφυγε, ένας απλός διάκονος που τράβηξε όλους τους κόπους για την ανακαίνιση της εκκλησίας κάποτε παλιά που κάηκε. Όμως, πολίτες. Απάνω στους τοίχους της εκκλησίας και κάτω, στο εκκλησίασμα, ο Άγιος μπήκε ανάμεσά τους. Ακούει, δέχεται αιτήματα, ακόμη και αισθηματικής φύσεως (γιατί σβήσανε εκείνα τα Κ+Μ=love από την παλιά τοιχογραφία του τάφου απορώ), παρηγορεί, εμψυχώνει. Άγιος και ήρωας και μέγας πολιτικός.

Έξω έπεφταν πυροτεχνήματα. Τους δρόμους διέσχιζαν οι τελευταίοι με τις λαμπάδες. Η ψυχή της πόλης άρχισε να νυστάζει.  

Να βρισκότανε λέει ένας αρχηγός, να...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Nτηλίβερυ !

 Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Θέλω να σας πω την ιστορία του κοριτσιού, που δεν είναι κορίτσι πια, αλλά μια νέα γυναίκα μετά τα τριάντα, λίγο πριν γίνει μεσήλικη
. 

Είναι χοντρούλα, άχαρη και μόνη.  

Η δουλειά που κάνει δεν έχει σχέση με ό,τι σπούδασε.  

Ένας επαρχιώτης μάγκας την προσέλαβε να κάνει δημόσιες σχέσεις -τρόπος του λέγειν δηλαδή, να ανανεώνει τα χαρτιά υγείας, να συμπληρώνει τα κενά, να παίρνει και να δίνει μηνύματα και φακέλους- στο καφέ, το μεσιτικό γραφείο, την εταιρεία ανακαινίσεων, το εστιατόριο και τέλος στα αιρ μπι εν μπι του, που πρόσθεσε σταδιακά στην αρχική του δραστηριότητα, που ήταν, όπως είπαμε, ένα καφέ, σε απομίμηση Starbucks, με κορίτσια που φοράνε μαύρα και αγόρια με γενειάδες Ναβουχοδονόσορα, σε γραφική πόλη, μια δρασκελιά από τα σύνορα.

Δεν έχει μέρες για να πάρει άδεια, γιατί το καλοκαίρι είναι η υψηλή περίοδος για τις δραστηριότητες του αφεντικού της. Μόνο Σαββατοκύριακα, όταν έχει μαζεμένα ρεπό. Έτσι, ήρθε στη Θεσσαλονίκη με το ΚΤΕΛ. Έκανε την κράτηση για ένα άτομο, αλλά είπε ότι θα βρει συμφοιτητές και φίλους. 

Μούσια. Δεν έχει κρατήσει επαφή με κανέναν κι έπειτα όλοι λείπουν.  

Ρώτησε τί γράφει το θυροτηλέφωνο. 

Της είπαν. “Θα έρθει κόσμος;” τη ρώτησαν. 

Όχι, ομολόγησε, για να ξέρουνε πού να χτυπήσουν, όταν παραγγείλει. Κατέβασε τα στόρια κι έμεινε μέρα μεσημέρι με τα φώτα ανοιχτά.

Παρήγγειλε το πρώτο βράδυ. Της έφεραν δύο σακούλες. Έφαγε στον δερμάτινο καναπέ, μετά ξάπλωσε με το χάρτινο κουτί στον υφασμάτινο καναπέ και το γλυκό με τα τρίμματα από κορν φλέηκς το έφαγε στο κρεββάτι. Το άλλο πρωί βγήκε για λίγο. Είδε τάχα μια έκθεση σύγχρονης τέχνης, όπου όμως μπορούσες να κάνεις το δικό σου έργο και μετά να το δεις να προβάλλεται σε μια οθόνη. Πολύ δημιουργικό! Το βράδυ ξαναέμεινε μέσα.  Έψαξε καμιά τσόντα στην τηλεόραση. Οι ιδιοκτήτες είχαν αποσυνδέσει τη συσκευή από το ίντερνετ γιατί αηδίαζαν από τα κανάλια που είχαν σώσει για να ανοίγουν πρώτα, άλλοι παρόμοιοι επισκέπτες με το κορίτσι μας.

Και πάλι δεν είχε πού να πάει και ντρέπονταν να καθίσει κάπου μόνη να παραγγείλει πίτσα ή μπέργκερ. Ξαναπαρήγγειλε από το τηλέφωνο, σαλάτα και μπιφτέκια με σάλτσα και δύο σουφλέ σοκολάτα με την κρέμα γάλακτος χώρια. Έφαγε στο κρεββάτι βλέποντας ταινίες στο κινητό.  

Την άλλη μέρα βαρέθηκε κι έναν καφέ να φτιάξει. Για τρίτη φορά παρήγγειλε καφέ και σάντουιτς.  

Ήταν έτοιμη να παραδώσει τα κλειδιά και το διαμέρισμα. Άφησε επιδεικτικά όλα τα σκουπίδια της και άπλυτα τα πιάτα που χρησιμοποίησε. Το μπαλκόνι ήταν γεμάτο αποτσίγαρα. Προσφέρεται η θέα του Θερμαϊκού για το ντέρτι του να φοβάσαι να βγεις στον κόσμο και παράλληλα να νιώθεις τόσο καλά, όταν τα έχεις καταφέρει να μη νιώθεις πανικό. Για τρεις μέρες έζησε όπως αυτοί που τη διατάζουν και τη λένε πίσω από την πλάτη της ακατάλληλη για συνεύρεση και χοντρή.  

Έβαλε τα δυνατά της να παραμείνει χοντρή και συνηθίζει από καταναγκασμό σχεδόν να τρώει και να σκορπίζει τα σκουπίδια.  

Το άλλο τριήμερο, όποτε προκύψει, θα πάει αλλού. Δεν θέλει να τη σταμπάρουν, ότι έρχεται με το ΚΤΕΛ για να τρώει και να καπνίζει και να χαζεύει με τις ώρες, σαν γριά με αρθριτικά, από το μπαλκόνι.

Δεν θα παντρευτεί, ούτε θα κάνει καμιά προσπάθεια κοινωνικοποίησης. Οι συμφοιτητές της δεν την καλούσαν για φαγητό ούτε τότε, πόσο μάλλον τώρα.  

Έχει πολλά ντηλίβερυ στη Θεσσαλονίκη. Τι ηλίθιοι ιδιοκτήτες, να μην έχουν ίντερνετ στην τηλεόραση! Πέρασε καλό τριήμερο. Ξέφυγε  από...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΗΦΗΝΟ-ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η κακή εκπαίδευση

 

Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Στη γυάλινη βιτρίνα ενός γραφείου ευρέσεως εργασίας, φιγουράριζαν όλων των ειδών οι χειρωνακτικές ειδικότητες.
Ήταν γραμμένες σε στήλη με κόκκινο μαρκαδόρο και στραβά κεφαλαία.  

Κάτω κάτω, στο ύψος των πελμάτων, ήταν γραμμένη η μόνη μη χειρωνακτική ειδικότητα: φιλόλογοι. 

Θα ήταν μάλλον προσφορά εργασίας για ιδιαίτερα, ή για κανένα φροντιστήριο που έψαχνε ακόμα, αλλά η θέση στην κατάταξη προκαλούσε ευθυμία. Πιο κάτω κι από τις λαντζέρισσες!  

Όσες φιλολογίνες που σπούδασαν τη δεκαετία του 1980 και 1990 έτυχε να γνωρίσω, παίρνοντας τους βαθμούς της μικρής, δεν κάτεχαν και σπουδαία ελληνικά. Έμοιαζαν περισσότερο με αδιάφορους καθηγητές φροντιστηρίου, που είπαν να ξεκουραστούν στο δημόσιο. Η μία επαναλάμβανε “κανείς δεν χάνεται”, η άλλη “δεν έχω τίποτα να πω”, η τρίτη “τα παιδιά έχουν μια ψυχολογία”. 

Τι θέλανε να πούνε, άγνωστο.  

Τα παιδιά διασκέδαζαν στα μαθήματά τους βλέποντας ταινίες στο τηλέφωνο και παίζοντας στοίχημα. 

Όταν βρέθηκε ένας καλός φιλόλογος που τους δίδαξε τον Όμηρο με κέφι, τα παιδιά κάναν αμάν και τι για το μάθημά του. Τα ίδια παιδιά που δεν έλεγαν λέξη αλλού, στον Όμηρο ήταν λαλίστατα. Όταν έφυγε ξαφνικά ο καλός δάσκαλος, τα παιδιά γύρισαν στην “ψυχολογία” και την κρυμμένη οθόνη του κινητού.  

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η γενιά αυτή θα βγει με χαμηλή γνώση ελληνικών και χωρίς να έχει γευτεί την ελληνική λογοτεχνία. Θα ξέρει τα ελληνικά της τηλεόρασης, των γραπτών μηνυμάτων και της αυτόματης μετάφρασης, αλλά όχι του Σεφέρη.

Από τη δική μου εποχή, όταν ο Αντρέας αύξησε καταιγιστικά τον αριθμό των εισακτέων, χάρηκαν οι πάντες, γνωρίζοντας ότι το λογαριασμό θα τον πληρώσουν οι επόμενοι, όταν οι ίδιοι θα βρίσκονταν στην καλύτερη περίπτωση στη σύνταξη.  

Οι καθηγητές χάρηκαν γιατί πολλοί φοιτητές ήθελαν πολλούς καθηγητές και άνοιξαν οι ουρανοί κι έβρεξαν θέσεις για τις συζύγους, τα τέκνα και λοιπές συγγενικές ή κρυφές σχέσεις. 

Οι φοιτητές χάρηκαν, γιατί ένα μεγάλο μέρος που θα έπρεπε να ξαναδώσουν ή να κάνουν κάτι άλλο στη ζωή τους, είχαν πλέον πρόσβαση στο πτυχίο, που είχε ακόμα κάποια αξία, από την εποχή που ήταν σπάνιο και η απόκτησή του κοπιώδης.  

Με τον πληθωρισμό των καθηγητών, που ήταν πρόχειροι και βγήκαν από το φούρνο βιαστικά σαν άψητα ψωμάκια, άλλαξε και το πρόγραμμα σπουδών, που έπρεπε να προσαρμοστεί σε ό,τι γνώρισαν οι νεοφώτιστοι, δηλαδή στο θέμα του διδακτορικού τους, όταν το είχαν κι αυτό, και όχι στην βασική ιεράρχηση των γνώσεων που ήταν από τις γενικές στις ειδικότερες. 

Η διαφορά στις ικανότητες και την πείρα του επιστημονικού προσωπικού δημιούργησε πολέμους. Έπρεπε οι ικανοί να φύγουν για να μην αισθάνονται άσχημα οι καινούργιοι και όχι τελείως άξιοι. Οι τελευταίοι αυτοί, που τόσο πολέμησαν τον αυταρχισμό διαπίστωσαν ότι έπρεπε για να επιβιώσουν να εφεύρουν έναν νέο. 

Το κατάφεραν συνασπιζόμενοι γύρω από τα κοινά συμφέροντα με τις τεχνικές που είχαν μάθει στη θητεία  τους στο πραγματικό ελληνικό πανεπιστήμιο, τη  Μαγναύρα των κομματικών διαδρόμων. Μα ύστερα ξέσπασαν και εκεί πόλεμοι, ανάμεσα σε αλληλοσυγκρουόμενες φατρίες που είχαν πια ανάγκη και ιδιωτικούς στρατούς για να εμποδίζουν συνελεύσεις, συνεδριάσεις και εκλογές αντιπάλων. Αγανακτισμένοι κύριοι στις τηλεοράσεις, πολέμαρχοι στα παρασκήνια και στο διαμοιρασμό της λείας. Μέχρι που πια δεν ενδιαφέρονταν κανείς, έξω από τον στενό τους κύκλο. Μέχρι που σκέπασε η μυρωδιά της μούχλας το πεδίο.

Δεν γίνεται καλύτερα νυχού! Καλύτερα λεφτά θα βγάζει, δεν θα τροφοδοτεί με τον ισχνό μισθό της τις τοπικές, αδίστακτες κοινωνίες και θα γλιτώσει την “ψυχολογία” του κορόιδου που θα την κάνει να πέφτει από τον έναν άχρηστο στον άλλο.  

Τατουατζού, ακόμα καλύτερα! Θα απολαμβάνει σεβασμό.  

Ή θα...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι βασεις και ο πάτος

Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Φέτος από τα παιδιά των συναδέλφων σε σοβαρή σχολή δεν πέρασε κανένα.
 

Ούτε ένα σπανακοπιτάκι, ούτε ένα φτηνό φοντάν-σοκοφρέτα.  

Ένας παινεσιάρης τα έβαλε με το σύστημα που το παιδί του δεν περνάει στην Καρδίτσα και θα πρέπει να ξαναδώσει.  

Μα, εσύ δεν μας έλεγες ότι παίρνει εικοσάρια;  

Ο Θεός και η ψυχή του. Πάντως τις συμβουλές να προτιμήσει τα παραρτήματα των ξένων ΑΕΙ δεν θα τις ακολουθήσει. Πέρυσι θραύση είχαν κάνει Πανεπιστήμια με βάση κάτω από 10.000. Φοντάν πάντως φάγαμε. Τζίφος από πρωτιές το χαζομάγαζό μας.

Από την άλλη, πομπώδης ιστοσελίδα που διαβάζω από συνήθεια και μόνο, θριαμβολογεί για την πρωτιά του Καποδιστριακού στην Ιατρική και τη Νομική. Είναι παραπάνω από τα άλλα δημόσια Πανεπιστήμια της χώρας, άρα μπράβο του, είναι και το καλύτερο. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, όταν η μισή Ελλάδα ζει στην Αθήνα και θέλει τα παιδιά της να σπουδάσουν στο σπίτι τους, ενώ η υπόλοιπη έχει να διαλέξει ανάμεσα σε μισή ντουζίνα Πανεπιστήμια και πάμπολλα τμήματα, σκορπισμένα στα βράχια σαν κατσίκια. 

 Οι περισσότεροι, και από αυτούς τους πολλούς οι καλύτεροι, θα θέλουν Αθήνα. Μεγάλο κατόρθωμα! Για να μάθουν τα περιφερειακά Πανεπιστήμια, όπως τα αποκαλεί ο Τύπος και οι καθηγητές της Αθήνας, σαν να έχουν να κάνουν με ξυπόλυτους συγγενείς, να ονειρεύονται να ξεχωρίσουν. Η αλήθεια είναι πιο σύνθετη και δεν σηκώνει πανηγυρισμούς.

Έξω από την Αθήνα υπάρχει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που έκλεισε τον αιώνα, και τα νεώτερα δημόσια Πανεπιστήμια που μετρούν κι εκείνα αρκετές δεκαετίες. Το τραυματικό δεν είναι η μικρή διαφορά ανάμεσα στις Ιατρικές Σχολές (βάση Αθήνας 18.875, βάση Θεσσαλονίκης 18.575, μέχρι 18.050 της Κρήτης), αλλά η καταβύθιση της ναυαρχίδας του Α.Π.Θ. της διάσημης των Φιλοσόφων σχολής. Φιλολογία Αθήνας 14.798, Θεσσαλονίκης 11.127 και στην τελευταία της Πάτρας, όσοι δεν κατάφεραν ούτε πάνω από τη βάση να πηδήξουν, με 9.240 θα έχουν δικαίωμα να μάθουν γράμματα στα Ελληνάκια. Ιστορικό-αρχαιολογικό Αθήνας 12.228, Θεσσαλονίκης 14.400, Ρεθύμνου 13.300  και στο τέλος της Πάτρας με 9.240.

Έναν καιρό, οι φιλόλογοι κοιτούσαν τα άλλα τμήματα της Φιλοσοφικής αφ’ υψηλού, αφού χρειάζονται σχεδόν δεκαεννιάρι μέσο όρο για να περάσουν και τα καλά φιλολογικά μυαλά της Αθήνας έβαζαν πρώτη προτίμηση Θεσσαλονίκη. Το Καποδιστριακό απέπνεε συντήρηση και στενότητα πνεύματος. Στη Θεσσαλονίκη, ευρύτης.  

Το ίδιο και οι αρχαιολόγοι που όφειλαν να εξασφαλίσουν δεκαοχτώμιση. 

Τα δύο ανωτέρω τμήματα κοιτούσαν αφ’ υψηλού τους φιλοσόφους-ψυχολόγους. Αυτοί στο δεκαοχτάρι, αλλά ποιός φανταζόταν τα κατοπινά μεγαλεία τους, όταν όλοι τρέχουν στον ψυχολόγο, όπως έτρεχαν οι προηγούμενες γενιές στη χαρτορίχτρα.

Με βαθμολογία 14.798 φιλόλογος δεν γίνεσαι, πόσω μάλλον με 11.127 και ανάθεμα τί φιλόλογος θα γίνεις με 9.240. 

Τώρα θα μου πεις είναι τιμητικό που το Ιστορικό-αρχαιολογικό του Α.Π.Θ. έφαγε του Καποδιστριακού με 14.400;  

Σπουδαία τα λάχανα! Μπακαλιάρους θα πετάνε οι μεν, κοτσάνες ξεγυρισμένες θα πετάνε οι δε. Βράστα! 

Για την Πάτρα δεν λέω τίποτα, να χαίρεται τις εννιά χιλιάδες κάτι, γιατί οι Πελοποννήσιοι νομίζουν ότι τους αντιπαθούμε και χαιρόμαστε με το χάλι τους, πράγμα που δεν είναι αλήθεια.

Βλέπω το μέλλον ζοφερό. Όχι όπως τώρα, που τα νέα παιδιά δεν καταλαβαίνουν απλές λέξεις και πρέπει πεις ό,τι θέλεις περιφραστικά μπας και το πιάσουν. Στο εγγύς μέλλον θα σε βαράνε κιόλας, γιατί η έλλειψη λεξιλογίου τον σκάει τον άνθρωπο που δεν μπορεί να εκφραστεί. 

Και τί άραγε να εκφράσει;  

Ποιός ξέρει τί γίνεται, ασχημάτιστο, χωρίς όνομα, εκεί μέσα. 

Μια λύση είναι τα τραγούδια της τραπ. Με αντίστροφη μετάφραση από τα ελληνικά στη γλώσσα αυτού του ποιητικού είδους, μια κάποια επικοινωνία θα επιτυγχάνεται. Εκτός κι αν...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ"-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Παλιοσινάφι

 

Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

   Δεν ξέρω γιατί ακόμα διαβάζω εκείνη τη σιχαμένη ιστοσελίδα. Από συνήθεια (έμαθε το μάτι μου στη σελιδοποίηση και δεν τα πιάνει εύκολα αλλού), από βλακεία και περισσότερο γιατί εκεί θα βρω σίγουρα να γκρινιάσω. Έχω σταμπάρει τις πιο αηδιαστικές στήλες και τους πιο ανυπόφορους συντάκτες. Για άλλοθι έχουν κι έναν καλό γραφιά που πιάνει όλους τους μακαρίτες των γραμμάτων. Πρώτα τα καταναγκαστικά έργα, μετά το ξύλο και μετά αλοιφή στους μώλωπες με τα ωραία που είπε ο Ελύτης.

Κορυφαία αηδιαστική υπήρξε για ένα διάστημα πρώην κυβερνητική εφημερίδα. Ψέμματα, προπαγάνδα αναίσχυντη, κουτοπονηριές και κρυμμένες απειλές του αναγνωστικού κοινού. Δεν μας πιστεύεις ωρέ φασίστα; Τα γράφουμε εμείς αυτά! Θα τα ξαναπούμε!

Η κορυφαία αηδιαστική έχασε τα αυγά και τα πασχάλια. Οι απειλές ήταν του περικυκλωμένου πριν τον πυροβολήσουν. Πάει αυτή. Με την άλλη τη σιχαμένη τί θα γίνει.

Το κύριο άρθρο είναι φυσικά προπαγάνδα, τα άσπρα μαύρα, όχι εσείς δεν ξέρετε, ακούστε εμάς που τα ξέρουμε και πάει λέγοντας. Αυτοί που τα ξέρουν τώρα, κατά βάση κάποιος τους τα είπε και τα ξέρουν και μάλλον η κακομοιριά τους κάνει να τα γράφουν με τόση υποταγή κι όχι κανένα συμφέρον υπολογίσιμο κι αφορολόγητο.

Όταν εκτελέσουν τις οδηγίες και βγάλουν άγιους αυτούς που είναι να τους φοβάσαι και γλυκιές κοπέλες άτυχες τις σωστές Ερινύες, για να γεμίσουν τις σελίδες πλακώνουν το μπι μπι σι και τη μετάφραση της κακόηχης μηχανής αναζήτησης. Κι εκεί, μετά τα φούμαρα της προπαγάνδας αρχίζει το μπερντάχι με τα στρεβλά ελληνικά. Αυτά που θα μιλούνται, όταν οι γηγενείς θα έχουν γίνει ευνουχισμένη μειονότητα. Στο πλάι πετάνε ειδήσεις της πασαρέλας – κλεμμένες κι αυτές – τα νέα της χαρούμενης κοινότητας, τα νέα του γηροκομείου Αθηνών και με το ποιά διάσημη διάβηκε το κατώφλι του ευγνωμονούσα, αφού πρώτα γνώρισε την αχαριστία του κόσμου. Ακολουθούν τα ζουμερά νέα με το ποιός απάτησε ποιόν, τα κοσμικά νέα των φυλακών, τα νέα των παραθρησκευτικών προσωπικοτήτων και στο τέλος τέλος, αφού και το κλέψιμο έχει στερέψει και η αυτόματη μετάφραση βγάζει τα ίδια και τα ίδια, τα νέα από τις κλεμμένες αναρτήσεις διαφόρων στους προσωπικούς λογαριασμούς τους, με την ανάρτηση ολόκληρη κι από κάτω την ερμηνεία του συντάκτη. Θέλει και λυσάρι, από μόνοι μας δεν μπορούμε να καταλάβουμε γιατί ξεσπάει η αοιδός.

Μετά κολλάει για να δέσει η ύλη κι ένας Ελύτης από φύλλο προ πεντηκονταετίας και καμιά νοσταλγική κλάψα από τα πολλά δράματα του νέου ελληνισμού.

Κάθε φορά λέω δεν θα τη διαβάσω. Αλλά πάνε τα δάχτυλα μόνα τους. Μ΄ αρέσει ο ξεπεσμός τους.

Παλιά για να αναφέρουν εκδήλωση, απλώς και μόνο μέρα και ώρα, έπρεπε να τους πληρώσεις (αρχαία συνήθεια της δημοσιογραφίας, την περιγράφει τέλεια ο Μπαλζάκ). Οι πρώην εργαζόμενοι, αν και απόφοιτοι Λυκείου, νομίζουν πώς έλαβαν το Πνεύμα και οι κοινοτυπίες τους είναι αδιαπραγμάτευτα σπουδαίες. Τώρα εκθειάζουν αυτούς που θα έπρεπε να ελέγχουν, χτυπούν τη νοημοσύνη, γελοιοποιούν την αγάπη.

Εκεί λέει στο Χάρβαρντ τους μαθαίνουν την πρώτη μέρα, όπως εμείς κάποτε μαθαίναμε την πρωινή προσευχή, πόσο τυχεροί είναι που τους δέχτηκαν στο Χάρβαρντ, πόσο ανώτεροι και προνομιούχοι είναι και πως πρέπει να πιστέψουν ότι αυτοί θα παίξουν ρόλο στην πορεία του κόσμου. Αν δεν τα βάλεις όλα αυτά βαθιά μέσα σου, αν δεν ποτιστείς με αυτού του είδους την αυτοπεποίθηση…

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Γόβα νούμερο 46

 



Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Προχτές κατέβηκα μετά τη δουλειά στην παραλία για να πάρω το λεωφορείο μερικές στάσεις πιο κάτω. Στη στάση Στρατηγείο και νυν «(Δημαρχιακό) Μέγαρο)» επικρατούσε αναβρασμός. Σ’ ένα πανώ διάβαζες: «κανένας, κανένα, καμία μόνη, όσο υπάρχει η Θεσσαλονίκη».

Το βρήκα θλιβερό να χρησιμοποιείται το ουδέτερο γένος για άνθρωπο, να αντιμετωπίζει τον άνθρωπο σαν πράγμα δηλαδή, κι ακόμα πιο θλιβερό η γλυκειά φράση του Νικηφόρου Χούμνου, που απένειμε στη Θεσσαλονίκη την ιδιότητα να δέχεται φιλόξενα τους ξένους, σε εποχές που ήταν απόλυτα θεμιτό να διώχνουν ή να βιαιοπραγούν έναντι του ξένου, να χρησιμοποιείται για να επιβάλλει μια δεκτικότητα που κανείς δεν ζήτησε από τους πολίτες αυτής της πόλης.

Υποθέτουν πώς οι πολίτες είναι δεκτικοί στα πάντα. Οι δημοτικοί άρχοντες που αποφασίζουν για την παραχώρηση των δημόσιων χώρων θα γνωρίζουν καλύτερα.

Δυό χρόνια πριν, μια βραδιά μετά τη βόλτα στην έκθεση βιβλίου. Πάλι στην ίδια στάση, πάλι να αργεί το έρημο το λεωφορείο. Κατάφερα επιτέλους να μπω και μόλις βρήκα σημείο να κρατηθώ, διαπίστωσα ότι ήμουν στη μέση ενός ονείρου. Οι υπόλοιποι επιβάτες ήταν ένα πολύχρωμο πλήθος, που λες κι είχε μόλις ληστέψει την γκαρνταρόμπα λαϊκής τραγουδίστριας. Αγόρια ψηλά, καλοξυρισμένα, με το μήλο του Αδάμ να προβάλει, με τουαλέτα φούξια από συνθετικό σατέν και με γόβα δωδεκάποντη, από αυτές που σου κάνουν κάλους στα δάχτυλα. Κι άλλες τουαλέτες, διχτυωτές, λαμέ, με δαντέλες, με τιραντάκια, με στρας. Κορίτσια κοντοκουρεμένα κι αγριωπά με καρό πουκάμισα σαν εργαζόμενοι σε συνεργείο αυτοκινήτων.

Σε μια από τις θέσεις καθόταν, αταίριαστος, ένας χλωμός νέος με το πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι το τελευταίο κουμπί, παρά τη ζέστη. «Θα μας κάψει ο Θεός» έκραξε με λυγμική φωνή που άφηνε υπόνοια κάποιας πάθησης.

Το στριμωγμένο, πολύχρωμο πλήθος καλοδέχτηκε την κραυγή και υπερθεμάτισε.

Η ανταπόκριση του έδωσε αέρα. Απαρίθμησε κι άλλα που θα μας κάνει ο Θεός και στο καθένα το κοινό απαντούσε με περισσότερο κέφι. Σε απορία κάποια στιγμή, αν τα σχόλια που εκτοξεύονταν ήταν στ’ αλήθεια ενθαρρυντικά ή απλή καζούρα, κραύγασε τη σημαντικότερη δήλωσή του: «Είμαι τριάνταέξι χρονώ, είμαι παρθένος κι είμαι περήφανος γι’ αυτό».

Τα γελάκια ατόνησαν, κάποιοι από τις πίσω θέσεις είπαν χοντράδες. Το επανέλαβε, σπαρακτικά τώρα. Τα λαμέ αγόρια και τα αρειμάνια κορίτσια δεν είχαν τίποτα να πουν. Γύριζαν σπίτι, όπου κάποια μάνα έβλεπε τηλεόραση και περίμενε να γυρίσουν. Μπορεί να της είχαν πάρει και τα ρούχα από κανένα παλιό γάμο.

Κανένας δεν βρήκε μια στοργική κουβέντα για τον σφιχτοκουμπωμένο νέο και την περηφάνεια του, που κατέβηκε μόνος κι αυτός, να πάει σπίτι.

Τσιγκούνα η λουσάτη περηφάνεια και στενόκαρδη.

Αφήνει …

ΚΚΕ-δο-ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: To κορίτσι και η τσάντα

 

Tης ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Η περίφραξη του σχολείου έξω έξω προς τα πευκάκια είχε μια τρύπα, από τις κλασικές τρύπες που έχουν οι περιφράξεις για να μπαίνεις και να βγαίνεις ανενόχλητα.

Και τον φύλακα τι τον έχουνε;

O φύλακας είναι για να ανεβάζει και να κατεβάζει τη μπάρα στα αυτοκίνητα και να ρωτάει “ποιόν θέλετε;”. Σιγά μην κάνει το γύρο στην άλλη άκρη του σχολείου να ελέγξει τί γίνεται στα πευκάκια. Εκεί στο χωματόδρομο που βγάζει η τρύπα πάνε και παρκάρουν για λίγα λεπτά κάτι μαύρες μερσεντές, κάτι περίεργες καινούριες μερσεντές με συμπιεσμένο το κλασικό σχήμα σαν κουτάκι αναψυκτικού που το έχεις ζουλήξει, γιατί τάχα αυτό το συμπιεσμένο σώμα μοιάζει πιο δυναμικό και ακριβότερο.

Το σχολικό έχει αφήσει το κορίτσι μια χαρά και θα το παραλάβει επίσης μια χαρά στις 3.30 για να το πάει σπίτι. Ενδιάμεσα όμως, μια αθώα βόλτα προς την τρύπα με τρεις φιλενάδες, που θα γυρίσουν δύο, θα ξαναπάνε δύο στο άλλο διάλειμμα και θα γυρίσουν τρεις και μια μαύρη μερσεντές που θα φύγει γεμάτη σκόνη από το χωματόδρομο  αρκούν για να ολοκληρωθεί η παραγγελία της τσάντας «Μπίρκιν».

Δεκαπέντε χρονών και θέλει «Μπίρκιν». Εδώ η Μπίρκιν δεν είχε τσάντα «Μπίρκιν». Αν μου τη χαρίζανε θα την έπαιρνα γιατί χωράει τα πάντα, και το σπίτι σου και σένα. Αλλά δεν θα μου τη χαρίζανε, γιατί δεν έχω κανέναν τόσο πλούσιο φίλο, για να μην πω για συζύγους, που κοιτάνε να τη βγάλουν καθαρή με τίποτα ασημένια Ιωαννίνων ή γαλακτομπούρεκα Γαλυφιανάκη με απώτερο σκοπό να τα φάνε οι ίδιοι. Η «Μπίρκιν» λοιπόν είναι μια πολύ ακριβή τσάντα, μα πραγματικά ακριβή, που πρέπει να έχεις μέσον στον οίκο που την παράγει, ή πραγματικά πολλά λεφτά για να δεχτούν, όχι να σου την πουλήσουν, αλλά απλώς να πάρουν την παραγγελία σου και να σε κρατήσουν στο περίμενε για κάνα δυό χρόνια.

Το κοριτσάκι λοιπόν θα πάρει την τσάντα –έχει σκεφτεί και πού θα την κρύβει πριν μπει στο σπίτι- και οι γονείς, που σκάνε οχτώ χιλιάρικα το χρόνο για να «πάρει την καλύτερη δυνατή παιδεία» το παιδί τους και να μην βρίσκεται στην ίδια τάξη με μετανάστες, θα κοιμούνται ήσυχοι κι ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους.

Έκανε λάθος που εξεμάνη ο αρχηγός της συντηρητικής παράταξης. Δεν έχει πληροφορηθεί σωστά πώς το μεγαλύτερο ποσοστό πώλησης νιάτων δεν γίνεται για μια θέση στον ήλιο, αλλά για περισσότερα ακριβά πράγματα από αυτά που ήδη η οικογένεια προσφέρει χωρίς να σκέφτεται, η ευκατάστατη οικογένεια που τον ψηφίζει και που δεν θέλει να ξέρει ούτε τί ζωή ζει, ούτε τί ζωή ονειρεύεται το κορίτσι με την τσάντα.

Η αλήθεια είναι ότι οι φίλες της θα σκάσουν. Θ΄ανοίξει καμιά φορά και θα φανούν όλως τυχαίως τα διακοσόευρα στην εσωτερική τσέπη. Εκεί που άλλες συναγωνίζονται με Ι-phone τελευταίου εξαμήνου, τους σκας την τσάντα που κάνει μεταχειρισμένη όσο ενοίκια δυό χρόνων μιας μέσης οικογένειας και τις αποτελειώνεις.

Και τί ζητάει ο άνθρωπος;

Συγκινήσεις στα πευκάκια. Σιγά το πράγμα.

Όχι, δεν είναι φτωχοκόριτσο. Τα φτωχοκόριτσα κοιτάνε να βρούνε μια δουλειά το απόγευμα ή μια δουλειά ό,τι νά’ναι και τελειώνουν τα τέσσερα χρόνια στα πέντε.

Τα φιλόδοξα κοριτσάκια όλων των προελεύσεων είναι άλλη ιστορία. Ίσως αυτό είναι το λάθος στην κατά άλλα σωστή επισήμανση. Προηγείται η φιλοδοξία της ανάγκης.

Τα παιδιά που έχουν ηθικό έρεισμα δεν υποκύπτουν στα μαύρα αυτοκίνητα, τα μαύρα λεφτά, τις μαύρες τσάντες και τις μαύρες εκλογές στο Πανεπιστήμιο. Μια δύναμη μέσα τους δεν τα αφήνει.

 Θά’θελα να του το πω στο αυτί του κυρίου Κουτσούμπα.

Να …  

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΣΤΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τα κέφια του κυρίου Σλοαν

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

 

Σε μερικά ζητήματα, η σοφία του νομοθέτη φαίνεται όχι σε όσα προβλέπει ο νόμος, αλλά σε όσα δεν προβλέπει, γιατί διαφορετικά η ζημία θα ήταν μεγαλύτερη.

Εδώ και χρόνια υπερπρονομιούχοι άνθρωποι των μέσων ενημέρωσης εμφανίζονται κλαίγοντας που η οικογένειά τους δεν έχει “ορατότητα”. Είναι μια από τις λέξεις που χρησιμοποιούνται μεταφορικά για να χάσουν τη σημασία που είχαν και να πάρουν μια άλλη. Ορατότητα εδώ σημαίνει όχι να βλέπεις εσύ, π.χ. να έχεις ορατότητα στην ομίχλη, αλλά να βλέπεσαι εσύ, να σε βλέπουν οι άλλοι.

Οι ισχυροί άνθρωποι των μέσων ενημέρωσης ανησυχούν γιατί στα ιδιωτικά σχολεία που πηγαίνουν τα παιδιά τους η οικογένειά τους δεν φαίνεται οικογένεια όπως οι άλλες, με κάποιο τρόπο δηλαδή τους αποκλείουν.

 

Οι οικογένειες όπως αυτή που διαθέτουν οι παραπάνω τηλεαστέρες, θά’λεγε κανείς ότι είναι της μόδας. Αποκλεισμένες δεν είναι. Αποκλεισμένη είναι η οικογένεια ενός εργαζόμενου με το βασικό μισθό ή ακόμα και με λίγο παραπάνω από αυτόν.

Λένε επίσης για τα παιδιά. Η υπάρχουσα νομοθεσία επιτρέπει τα κληρονομικά δικαιώματα των παιδιών να προστατευτούν και η επιμέλειά τους να δοθεί, στην περίπτωση που χάσουν πρόωρα τον έναν από τους δύο γονείς, αν δεν κάνω λάθος, με μια απλή διαθήκη.

Κάνουν επίσης εκστρατεία ενημέρωσης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για όσους δεν συμφωνούν με τις απόψεις τους. Μήπως οι άλλες οικογένειες είναι ευτυχισμένες; Mήπως δεν παρατάνε τα παιδιά τους, δεν τα κακοποιούν, δεν τα βιάζουν; Aς δούνε τα μούτρα τους πρώτα κι ύστερα ας εμποδίζουν αυτούς που θέλουν να γίνουν γονείς από αγάπη, από τίποτα άλλο παρά αγνή αγάπη.

Το σημείο που αποκρύπτεται από τα πολλά σορόπια περί αγάπης, είναι ότι το παιδί της «αόρατης» οικογένειας ήρθε στον κόσμο από μια γυναίκα εξαθλιωμένη υλικά και ίσως πνευματικά, που εξαναγκάστηκε, ή με δική της θέληση, πούλησε την ικανότητα που της δίνει η φύση να γίνει μητέρα. Ήρθε στον κόσμο από μια γυναίκα που δέχθηκε ή εξαναγκάστηκε να γίνει σκεύος. Έτσι παρήχθη το πολύτιμο τέκνο που επεδίωξαν μετά ζέσεως τα ενήλικα μέρη της «αόρατης» οικογένειας.

Η ΑΠΟΡΙΑ ΜΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΦΥΛΟ. ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΙ ΕΞΕΥΤΕΛΙΣΜΟ ΣΥΝΙΣΤΑ Η ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥΣ;

Όλοι οι αγώνες των γυναικών για να ζήσουν με αξιοπρέπεια στον χιλιομπαλωμένο αυτό κόσμο, είναι σαν να μην έγιναν, αφού και με το νόμο, στην επόμενη φάση, κάποιες από αυτές θα υποπέσουν από την κατηγορία άνθρωπος στην κατηγορία πράγμα.

Βέβαια, θα είναι φτωχές, ή χρεωμένες, ή μετανάστριες, ή ναρκομανείς ή ό,τι άλλο θέλεις, στα τελευταία σκαλιά της ύπαρξης και οι γυναίκες που αγωνίζονται για τα δικαιώματα των γυναικών έχουν μόρφωση, άνετο σπίτι και είναι κάποιες. Δεν θέλουν να ξέρουν τι γίνεται στο βούρκο.

Το επόμενο σκαλί θα είναι μέσω νομικών βημάτων να νομιμοποιηθεί και η “τεκνοθεσία”. Η λέξη αυτή πάσχει όπως και η ορατότητα. Όχι απόκτηση τέκνου, αλλά τοποθέτηση τέκνου.

Το παίρνεις από το ράφι και το τοποθετείς, όπου σου αρέσει. Αλλά πλήρωσες για να το αγοράσεις. Και μια γυναίκα αντί για μάνα, έγινε επωαστήρας.

Υπάρχουν οικογένειες που παραμελούν τα παιδιά τους κι άλλες ακόμα χειρότερες. Φροντίζουν τόσο συστηματικά, τόσο καθημερινά να μας το υπενθυμίζουν τα μέσα ενημέρωσης. Δεν λένε τα έξυπνα μέσα ενημέρωσης, ότι όσοι άνθρωποι ευτυχούν, σε μια καλή οικογένεια το οφείλουν. Η παραμέληση και η κακοποίηση είναι αδικήματα και για την κοινωνία, όταν υπήρχε και λειτουργούσε, ήταν πράξεις κατακριτέες. Το να επιδιώκεται όμως, πλάγια, υποκριτικά να γίνει αποδεκτή η υποδούλωση του γυναικείου φύλου για λόγους αναπαραγωγής, αυτό θα καταργεί το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια του μισού πληθυσμού.

Και τώρα πουλιούνται παιδιά με όλους τους δυνατούς τρόπους, αλλά η πράξη είναι παράνομη. Και το γνωρίζουν και τα κυκλώματα και οι τελικοί αποδέκτες.

Είναι μεγάλο άλμα, ένα ιλιγγιώδες άλμα στη δυστοπία, έμμεσα, πλάγια κάποιοι ευκατάστατοι που διάλεξαν τον τρόπο της ζωής τους, να τα θέλουν όλα, ακόμα κι αυτά που δεν τους δίνει η φύση, και να τα πληρώνουν γιατί μπορούν.

Το ερώτημα είναι…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: To αγόρι της χρονιάς

 

Tης ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

 

Ο πιο μαχητικός εκπρόσωπός μας, έγινε γνωστό σε στενό οικογενειακό κύκλο, ότι υπέβαλλε παραίτηση.

Καλό και τούτο! Μέχρι κι αυτός θα απηύδησε κι αποφάσισε να κάνει κάτι καλύτερο με τη ζωή του.

Η συνέχεια όμως της ιστορίας ήταν διαφορετική. Η γυναίκα του παραμένει στο λογιστήριο –κανείς δεν ήξερε ότι η γυναίκα του δούλευε μαζί του- και αποφάσισαν από κοινού ότι συνέφερε καλύτερα να παραιτηθεί εκείνος για να αφοσιωθεί στις δραστηριότητες που είχαν από καιρό ξεκινήσει, γνωρίζοντας πώς γίνονται τα πράγματα από μέσα, αυτή τη φορά διευθύνοντας νόμιμη επιχείρηση.

Επειδή δεν διακρίθηκε ποτέ σε τίποτα, εκτός από το να γελοιοποιεί όποιον είχε διαφορετική γνώμη στις συνελεύσεις, ούτε ιδιαίτερη μόρφωση απέκτησε –ένα απλό πτυχίο χωρίς την απαιτούμενη ειδίκευση- ήρθαν πολλές σκέψεις για το περιεχόμενο της επιχείρησής του. Αντί να απαυδήσει και να τα βροντήξει, έγινε μέρος της αιτίας.

Κατέβηκε στην Αθήνα πολύ γρήγορα και χώθηκε σε όλα τα συμβούλια που μπορούσε να χωθεί. Έκανε συχνά δηλώσεις στις φιλικά προσκείμενες τηλεοράσεις και σιγά σιγά τον έμαθαν και οι άλλες, γιατί σήκωνε τα τηλέφωνα και έδινε πρόθυμα πληροφορίες, αληθινές ή κατευθυνόμενες δεν έχει σημασία.

Το πρόσωπο αυτό είναι το κοντινότερο που γνωρίζω στο χαρακτήρα του παλιού, αυταρχικού κομματάρχη, αν και ο ίδιος πιστεύει τον εαυτό του στην πρωτοπορία των κοινωνικών αγώνων.

Έχει δικό του στρατό, που βρίζουν κάθε διαφορετική άποψη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και ευθύνονται για τη μεγαλύτερη σε έκταση ανακάλυψη φασιστών εκεί που δεν υπάρχουν.

Κανένα σκάνδαλο δεν τους ενοχλεί, αρκεί να μη θίγονται τα προσωπικά τους κέρδη.

Έχουν προνομιακή σχέση με την ισότητα και τα δικαιώματα λες και τα αρμέγουν από όλους τους υπόλοιπους και τα συλλέγουν σ’ έναν κουβά δικό τους.

Η παρέα αυτή, αν και έχει όλη την υποστήριξη του κράτους στα κρυφά, και ειδικότερα μιας όψης του κράτους, του παράλογου και άδικου κράτους που καλό θα ήταν να μας αφήσει, στα φανερά το μάχονται και το προπηλακίζουν.

Οι παλιοί, αποτρόπαιοι πολιτευτές ήταν και φαίνονταν ό,τι ήταν. Οι συνεχιστές του πνεύματός τους είναι ευέλικτοι σαν μπαλαρίνες, υποκριτές σαν το φονιά που κλαίει στην κηδεία του θύματος και άδειοι σαν την τσέπη στο τέλος του μήνα.

Χωρίς δυσκολία λοιπόν, κι αναλογιζόμενη τα πεδία στα οποία έχει διαπρέψει, τη μεγάλη του καρδιά απέναντι στα δίκαια ξένων χωρών και ξένων υπηκόων, τη στοργή του προς όλους όσους θά’θελαν να είναι κάτι άλλο και μισούν αυτούς που τους αρέσει ό,τι είναι, τη θερμή του υποστήριξη στο δικαίωμα για σουβλάκια τη Μεγάλη Παρασκευή και τη γιορτή των Χριστουγέννων σαν ένα πανανθρώπινο πάρτυ και, τέλος, τη δικαιοσύνη του απέναντι στους ατάλαντους και αντιγραφείς, που πρέπει επιτέλους να πάψουν να τους υποσκελίζουν οι ταλαντούχοι και σοβαροί, πιστεύω ότι δεν μπορώ παρά να προτείνω τον ευαίσθητο και πρωτοπόρο αυτό άνθρωπο για τον τίτλο “αγόρι της χρονιάς”.

Κανένας άλλος τη χρονιά που πέρασε …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Αναψαν τα τηλέφωνα

 

Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Σε λίγο θα γυρίσω στις διορθώσεις, όμως ένα πράμα μου τριγυρίζει στο μυαλό. Πρέπει, λέει, να τον ψηφίσουμε για το καλό μας. 

 Ήταν η τρίτη κυρία που με πήρε τηλέφωνο. Αυτόν τον συγκεκριμένο. Πρέπει. Το είπε αργά και επιτακτικά. Για το καλό μας.  

Είχα μια σειρά από ερωτήσεις. Τί τον έχει τον τύπο και μαλλιάζει η γλώσσα της στα τηλέφωνα, πού το ξέρει εκείνη το καλό μας και ποιά νομίζει ότι είναι που θα πει στους άλλους τί να κάνουν.

Το ξανασκέφτομαι τώρα και μάλλον λέω το έχει σπουδάσει το πράγμα. Θράσος απλό και αφραγκία δεν είναι (άραγε πώς να πληρώνεται; με τον αριθμό των κλήσεων, με τον αριθμό των κλήσεων που δεν της το κλείνουνε στα μούτρα, με τον αριθμό θετικών ανταποκρίσεων: ναι, ναι αυτόν θα ψηφίσουμε, τον σωτήρα μας!). Το έχει σπουδάσει γιατί τα λέει απλά, αργά κι έτοιμη να σου βάλει τα δυό της χέρια στο λαρύγγι. 

Έπειτα, εκείνο να απολύτως δημοκρατικό «να ψηφίσουμε». Μας βλέπει. Θέλει να ψηφίσουμε μαζί της, ό,τι κι αυτή, δηλαδή το σωτήρα μας. Για το καλό μας, για το καλό της δεν έχει σημασία. Το καλό της είναι καλό μας. Αφού μας το λέει. Πρέπει.  

Τα χέρια της είναι παχουλά με πολλά δαχτυλίδια. Κάνουν την πίεση πιο αισθητή.

Ανήκει στα μετόπισθεν που βαστάνε την εμπροσθοφυλακή. Κονταροχτυπιέται με άλλες λιγότερο αποφασιστικές, που έχουν δουλέψει λιγότερο τα λόγια. Την τρίτη φορά που θα πει στη γιαγιά «την Κυριακή έχουμε εκλογές. Είναι κρίσιμες. Παίζονται πολλά. Πρέπει να ψηφίσουμε τον τάδε για το καλό μας. Τό’ πιασες ή να το πάμε από την αρχή;”. Eκείνη σαν υπνωτισμένη θα πει, «ναι τό’πιασα, τον τάδε, για το καλό μας».

Στη γειτονιές των ανθρώπων που παρενοχλεί η αυταρχική κυρία, τα πεζοδρόμια μυρίζουν και οι άνθρωποι πηδάνε πάνω από τα σκουπίδια. Περιμένουν τρία τέταρτα το λεωφορείο για τη δουλειά τους. Πρέπει να πληρώνουν τα πάντα, ακόμα και τα απλά τα πράγματα που δίνει η φύση. Ένα πράσινο φύλλο, λίγο αέρα, λίγη ησυχία. Να μην πούμε τις πολυτέλειες, όπως έναν όμορφο τοίχο απέναντι, ένα φανάρι που να μη θυμίζει ζούγκλα. 

Η κυρία δεν ζει σε λαϊκή πολυκατοικία, ούτε σε λαϊκή γειτονιά, ή αν ζει το κρύβει γιατί έχει βάλει πλώρη γι’ αλλού. Μαζί με το σωτήρα θα σωθεί κι αυτή και θ’ αφήσει τους άλλους να βρωμάνε. Στην πόλη που θα γίνει Κυανή Ακτή, στην πόλη που θα γίνει Ριβιέρα, Ίμπιζα, τα πάντα εκτός από τον ωραίο εαυτό της, τα ψόφια ζώα σαπίζουν μαζί με τα πεταμένα κουφώματα και τις απροσδιόριστες σακούλες. Τα απομεινάρια της ιστορίας της λιώνουν μαζί με τα σκουπίδια και κάτω από χαιρέκακα γέλια των εργολάβων και υπεργολάβων που πιαστήκανε τα χέρια τους να δίνουν μίζες και μπλέχτηκαν τα τεφτέρια τους ποιός παίρνει τί και για λογαριασμό ποιανού.

 Όχι στο τηλέφωνο, όχι στο τηλέφωνο, μολύβι και χαρτί, μολύβι και χαρτί. Για το γαμπρό είπαμε τα παίρνει η πεθερά ή το ανάποδο; Όχι ρε ζώον, τα παίρνει ο πρώην συνεργάτης της πεθεράς. Κι αυτοί μετά τα βρίσκουν μεταξύ τους. Γράψτα μην μας κάψεις.

Θα γίνει Ίμπιζα η πόλη των ταλαιπωρημένων, των απηυδισμένων, των σιωπηλών ανθρώπων. Πολύ φοβάμαι πως όχι. Η ωραία της ζωή και η σπιρτάδα της θα είναι ανάμνηση που θα την πλάθουν όπως θέλουν, αλλά κυρίως γλυκερά, άνεργοι που οργανώνουν ευφάνταστες θεματικές ξεναγήσεις. Θα βουλιάξει για λίγο καιρό ακόμα στην αδιαφορία, μέχρι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ονειρεύομαι τη μέρα...

 Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Οι περισσότεροι συνομήλικοί μου ονειρεύονται τη μέρα που θα ξεπληρώσουν το δάνειο, ή που θα βρουν καλύτερη δουλειά και τα τα βροντήξουν και τα φύγουν. Μερικοί -λίγοι- ονειρεύονται τη μέρα που τα αγαπημένα τους παιδιά θα φύγουν για σπουδές και θα ησυχάσει το κεφαλάκι τους από γαϊδουριά και πνεύμα αντιλογίας. Σπουδές νά’ ναι κι ό,τι νά’ναι, έστω και Πανεπιστήμιο Πέρα Παναγιάς και Δώθε Μαγούλας. 

Εγώ όμως έχω άλλα όνειρα.

Για τα όνειρά μου χρειάζονται δύο βασικές υποθέσεις. 

Έστω ότι οι γείτονες είναι πολιτισμένοι άνθρωποι, σαν Γάλλοι ας πούμε, ή σαν Βέλγοι το πολύ.  

Κι έστω ότι έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου και η προγονική δόξα έχει αναστηλωθεί και το ηθικό της ελληνικής κοινωνίας βρίσκεται στα ύψη, ανασαίνει το δροσερό αέρα των ψηλών βουνών και ατενίζει τη θάλασσα στο βάθος και τα αμέτρητα νησάκια της με αισιοδοξία, υψηλοφροσύνη και ένα τσούρμο κουτσούβελα με κόκκινα μάγουλα και καλούς τρόπους.  

Έ, τότε λοιπόν, θα τους ταράξουμε τους γείτονες στην πολιτιστική διπλωματία. Με μια αυτοπεποίθηση που θα ξεχειλίζει θα είμαστε σε θέση να πάμε να δώσουμε τα φώτα μας σε κάθε δύσκολη στιγμή.  

Δεν έχουν να πληρώσουν το λογαριασμό του ηλεκτρικού στο μουσείο βέλγικης πατάτας; Eμείς! Θα βγάζουμε το κινητό και θα πληρώνουμε με ίντερνετ μπάνκιγκ.  

Δεν έχει λεφτά ο σύλλογος μεσαιωνικών μαγισσών της Βρετάνης; Kαι πάλι εμείς! Και σκουφάκια να τους αγοράσουμε και γυάλινες σφαίρες να χορηγήσουμε, «Έλληνες, έχουμε ζόρια» θα λένε και μεις φλαπ! θα τσακιζόμαστε να τσοντάρουμε. 

Έχουν προβλήματα με το φεστιβάλ Αστερίξ; Και οι φίλοι γιατί βρίσκονται; Πάλι εμείς! Να πληρώσουμε τα εισιτήρια των καλεσμένων, να τους δώσουμε και πάνινες τσάντες με ελληνικά προϊόντα (γίνονται ανάρπαστα, τα κλέβουν ως και οι διοργανωτές), να τους ταΐσουμε τζάμπα στις ελληνικές ταβέρνες (και κει σκοτωμός, τρώνε για τρεις οι καλλιτέχνες) και ως ανταποδοτικά ωφέλη θα απαιτήσουμε κοψοχρονιά πέντε άδειες ανασκαφής ελληνικών αποικιών στη Μεσόγειο, δύο έδρες ιστορίας αρχαίας και σύγχρονης τέχνης στο Παρίσι και ίδρυση εκπαιδευτηρίων στην παραμεθόριο με χαρακτηριστικά ονόματα ελληνικά: «Λύκειο Θόδωρος Αγγελόπουλος», «Λύκειο Μίλτος Σαχτούρης», Ωδείο «Γιώργος Ζαμπέτας».  

Έκδοση σοβαρή χωρίς εμάς δεν γίνεται ούτε διοργάνωση χωρίς το σηματάκι της Ολυμπιακής στους χορηγούς.  

Να μη σας πω ότι παρακαλάνε για ένα μεταπτυχιακό στο Α.Π.Θ. και μια συνεργασία σε ερευνητικό πρόγραμμα με βασικό εταίρο τμήμα ελληνικού Πανεπιστημίου, έτσι για να έχουν ένα δυνατό χαρτί για την έγκριση. 

Όταν πάμε να μιλήσουμε για τη σχέση της χώρας τους με τη δική μας σε διάφορες ιστορικές εποχές, μας λιβανίζουν και όλο ξετρυπώνουν κάτι υπολείμματα ελληνικής γλώσσας στο νότο για να μας συγκινήσουν. Οι κάτοικοι της επαρχίας μας βλέπουν για σωτήρες, γιατί τα έργα πολιτισμού μας τους δίνουν ψωμί και αναβαθμίζουν την περιοχή τους. Ελληνικά μαθαίνουν ως και οι οικιακοί βοηθοί για να βρίσκουν θέση σε καλά σπίτια. 

Τόσος είναι ο σεβασμός που έχουμε κερδίσει, που μερικοί επαναστάτες μιλούν εναντίον μας για πολιτιστικό επεκτατισμό. 

Ας λένε! Οι ιθύνοντες μας καλοπιάνουν και μας προτείνουν να μας φέρουν δάνεια από τα δικά τους μουσεία, να μην κουραζόμαστε να τρέχουμε στα δικά τους. Μερικοί δε το παρακάνουν: επιστρέφουν στους ανώτατους άρχοντές μας γνήσια ελληνικά χειρόγραφα και αγάλματα που βούτηξαν κάτι έμμισθοι ανιχνευτές αρχαιοτήτων δικοί τους, σε πολύ παλιές εποχές, που τέλος πάντων, αντιμετωπίσαμε κι εμείς δυσκολίες. 

Ε, ακούστε και το καλύτερο! Όταν σε μια κρίση χώνονται ξένες δυνάμεις να μας βάλουν φυτίλια για να μαλώσουμε, τι κάνουμε λέτε; Zητάμε κι άλλα! Διεκδικούμε κι άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, κι άλλες άδειες για έρευνες, ώστε στο τέλος, αντί να μας πάρουν, απλώς να υποχωρήσουμε λίγο από τα πολλά που ζητάμε και να βρεθούμε και πάλι με κέρδος.  

Αλλά δεν κρατάμε κακία. Η παιδεία μας, που μας έφερε εδώ ψηλά που μας έφερε, δεν μας επιτρέπει στενομυαλιές και μικροψυχίες. Συνεχίζουμε να τους ενισχύουμε πνευματικά και οικονομικά και όταν μπορούμε, πάλι φλαπ! πάρτε τόσα να μη δυσκολευόσαστε.

Βέβαια, οι δύο υποθέσεις δεν είναι εύκολο να πραγματοποιηθούν.  

Για γείτονες δεν έχουμε Γάλλους, ούτε καν Βέλγους, μας χωρίζουν πολλά βουνά, πολλοί φράχτες. 

Για να πούμε δηλαδή του στραβού το δίκιο, μοιάζει εντελώς αδύνατο.

Αλλά το ομολογώ:  

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΨΩΝΑΡΟΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Δημόσια εγκλήματα

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Εκείνο τον καιρό πήγαινα όποτε μπορούσα στην Αθήνα να δω θέατρο. Ο ενθουσιασμός ξεκινούσε από το απόγευμα, όλα είχαν ένταση και γέλιο, ακόμα και η ουρά για το εισιτήριο. Ο πρωταγωνιστής ήταν ένας χαρισματικός κακός, μια ψυχή αβυσσαλέα που μαγνήτιζε κι έπαιζε με την ελληνική γλώσσα σαν ο θαυματοποιός με τις φλόγες. Τη συμπρωταγωνίστρια την άρπαζε ρεαλιστικά από τα ρούχα, την έσπρωχνε, μόνο που δεν την πατούσε κάτω. Η σπασμένη φωνή της έμαθα αργότερα ότι ήταν και κείνη ρεαλιστική.

Ζήλευε ο άθλιος που είχε και κείνη χαρισματική φωνή και κοίταζε να την τσακίσει, εκεί που ο ρόλος του έδινε ασυλία. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερε όσο κράτησαν οι παραστάσεις, ήταν όμως κοινό μυστικό ότι βασανίστηκε αγρίως. Καριέρα έκανε παρόλα αυτά, αν και άξιζε για παραπάνω.

Τη βλέπω κάθε φορά σαν μοναχή ταγμένη στην τέχνη της, με θαυμάσια εκφορά λόγου και μ’ ένα τρέμουλο, που δεν ξέρω πόσο το έχει διαλέξει ή είναι ένα ρίγος αδυναμίας που τη διαπερνά. Έτυχε λόγω δουλειάς και στα παρασκήνια να βρεθώ και σε μαθήματα θεατρικά και πολλές φορές αγριεύτηκα με τα όρια της πραγματικής και της φανταστικής ζωής.

Μια αρένα βάρβαρη, που έπρεπε να έχει κανείς ιδιότητες μαρκησίας Nτε Μερτέιγ για να νικήσει. Γνωρίζω παιδιά που διέπρεψαν στη σχολή, αλλά δεν έπαιξαν ποτέ στο επαγγελματικό θέατρο. Κι άλλα που ήταν εν γνώσει τους “αυλή”, ή σχεδόν παρακαλούσαν να γίνουν δούλοι στην “αυλή” κάποιου.

Παράνοια, ξενύχτι, φθόνος, υποκρισία, ρουφιανιά, φτώχεια, οικονομική εξάρτηση. Ζωή σχοινοβάτη. Μπορεί να τ’ αντέξει κανείς; 

Φυσικά και μπορεί κι αν μάθει το μάθημα σωστά, μπορεί να βρεθεί από τη μεριά που λάμπει ο ήλιος.

Μετά θα τους βρίσκουν όμορφους, έμπειρους, σοφούς, θα ζητούν τη γνώμη τους για τα κοινωνικά συμβάντα και την πολιτική. Όταν πεθάνουν, θα πάνε σε ειδικό χωράφι, που το λένε γειτονιά των αγγέλων, πολύ μακριά από τη γειτονιά των μαύρων σκυλιών, που ήταν οι αρχηγοί της αυλής τους και τα στηρίγματά τους στον ελικοειδή δρόμο προς τη δόξα.

Οι κοινοί άνθρωποι, που έχουν μια γενική ιδέα για το καλό και το κακό δεν έχουν θέση στον κόσμο αυτό. Μοιάζουν αφελείς μπροστά στο μέγεθος της πολυπλοκότητας των σχέσεων και των εξαρτήσεων.

Πώς γίνεται η τέχνη να ξεπέφτει στον υπόνομο; 

Eίναι ερώτημα αφελούς. Αφού η ψυχή σου λαχταράει να εκτεθεί και να δοξαστεί και να ψευτοαγαπηθεί, πώς περιμένεις αυτό να τ’αποκτήσεις τζάμπα; 

Θ’αρπάξει από την ψυχή σου ένα κομμάτι ο κάθε διάβολος σε κάθε σκαλί, μέχρι να φτάσεις στο πλατύσκαλο και ν΄ακουμπήσεις πλάτη σε τοίχο. Μετά, κατά το λογισμό σου.

Δεν είναι όλοι Ντε Μερτέιγ, δεν είναι όλοι επιδέξιοι στη διπλωματία και τη διαφυγή. 

Δεν είναι όλοι αδίστακτοι. Τώρα που ακούγονται τεκτονικές οι αλλαγές στο φλοιό της ελληνικής κοινωνίας, φανερώθηκε η βία απροκάλυπτα, σαν να επρόκειτο όλοι να εξομολογηθούν και να ζητήσουν τα χρωστούμενα μπροστά στην τελευταία κρίση.

Γίνονταν αλήθεια όλα αυτά; 

Γίνονταν κι άλλα περισσότερα γίνονταν μέσα στην αυλή των θαυμάτων, όπου οι νεοσσοί πολλοί και τ’ αρπακτικά ανεξέλεγκτα. 

Μα...

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Χριστουγεννιάτικη ιστορία

 Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Mια φορά κι ένα καιρό, είχαν πιάσει τα κρύα, πλησίαζαν τα Χριστούγεννα κι έγινε ένα ανήκουστο πράγμα. 

 Πάνω στις μυστικές βουλήσεις του ουρανού, έπεσε μια σφυριά κατά λάθος, ένα ελατήριο πετάχτηκε από τη θέση του κι ο χρόνος του μεγάλου ρολογιού σταμάτησε στη μέση από το ένα δευτερόλεπτο στο άλλο.

Ο εύζωνας της προεδρικής φρουράς έμεινε με το πόδι ψηλά την ώρα που εκτελούσε τον αργό διασκελισμό, τα νερά στα σιντριβάνια πάγωσαν, τα νυχτερινά λεωφορεία σταμάτησαν εκεί που βρίσκονταν και τους τελευταίους επιβάτες τους πήρε ένας βαρύς, γλυκός ύπνος.

Η θάλασσα ανεπηρέαστη συνέχισε να καθρεφτίζει το φεγγάρι-νυχάκι, λευκό, ολοκάθαρο στο νυχτερινό ουρανό, το ίδιο και τ’ αστέρια να λαμπυρίζουν ξεσπαθωμένα, όλο αιώνια νιάτα κι αφοβιά.

Με τους ανθρώπους τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Εκείνοι τρόμαξαν στην αρχή βλέποντας να συμβαίνουν διαρκώς καινούρια παράξενα πράγματα –γιατί εκείνη η σφυριά αλλού κάτι χάλασε, αλλού κάτι έσπασε, αλλού κάτι έπιασε λοξά και το διόρθωσε χωρίς να το θέλει- με αποτέλεσμα να χαθεί ο λογαριασμός, η λογική και η φυσική τάξη των πραγμάτων.

Δεν γνωρίζω αν διαταράχθηκαν κάποιοι νόμοι της φύσης, γιατί από από τη φυσική δεν έμαθα πολλά πράγματα, υποθέτω μόνο ότι πολλά, μα πάρα πολλά πήγαιναν πια λάθος στο ρολόι του κόσμου.

Στην αρχή κλειστήκαν όλοι στα σπίτια τους, μέχρι να δούνε τι θα γίνει. 

Βγαίνανε στα μπαλκόνια με βάρδιες για να μην τους δούνε οι απέναντι, οι ταξιτζήδες και οι αστυνομικοί που όλο ζητούσαν χαρτιά και έκαναν έρευνες, αλλά είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που ήταν κανονικοί, κακοί αστυνομικοί, από αυτούς που σέρνανε απλούς ανθρώπους στο τμήμα κι εκεί κάποιοι άλλοι τους έδερναν υποχρεωτικά, έτσι για προληπτικούς λόγους.

Αυτοί ήταν μαλακοί αστυνομικοί, απεχθάνονταν τη βία, τους άρεσαν τα μπαράκια στις παραλίες και οι ξανθιές συνάδελφοι, θέλανε να ζήσουν όπως όλοι οι άλλοι κι ούτε καν φτωχοί ήταν όπως κάποτε, δουλειά ψάχνανε μόνο που να μην έχει πολύ ξεθέωμα και ήταν ήσυχοι που τη βρήκαν. Αυτοί οι αστυνομικοί λοιπόν γίνονταν λίγο αστείοι γιατί δεν ξέρανε πώς να τρομοκρατήσουν ή πώς να κάνουν μια ερώτηση να ακουστεί τρομακτική, ώστε να κατουριούνται τα μικρά παιδιά και οι μεγάλοι να χλωμιάζουν. Γι αυτό προτιμούσαν να γυρίζουν την πλάτη στο λιγοστό κόσμο που περπατούσε στους δρόμους και να τα λένε παρέες παρέες μεταξύ τους να περάσει η ώρα.
 
Οι άνθρωποι που έμεναν στα σπίτια τους κι έβλεπαν τους άλλους από τα μπαλκόνια –και πάλι όπως είπαμε με προφυλάξεις και με βάρδιες με τους υπόλοιπους που έμεναν στο σπίτι- άρχισαν σιγά σιγά να τα χάνουν και να μαλώνουν μεταξύ τους πολύ βάρβαρα, πολύ υστερικά και οι οξείες φωνές χτυπούσαν τα τύμπανα διατρυπώντας τοίχους και μεσοτοιχίες σαν επαγγελματικά κρουστικά δράπανα.

Πολλοί κατάλαβαν ότι νόμιζαν ότι είχαν οικογένεια ενώ στην πραγματικότητα δεν είχαν, μόνο ζούσαν με κάποιους άλλους, που τους ήταν στην πραγματικότητα ξένοι κι έπρεπε να συνεργαστούν για να μοιράσουν τα πακέτα με το φαΐ με κάποια τάξη, ενώ ιδιωτικά ο καθένας κρατούσε λογαριασμό τί πήρε και τί έδωσε την κάθε μέρα, με ιδιαίτερη έμφαση στο τί τους χρωστούσαν και ασθενική μνήμη στο τί χρωστούσανε εκείνοι, με αποτέλεσμα όλοι να αισθάνονται αδικημένοι στα πράγματα, στα λεφτά, στα δέματα και στις συσκευασίες σάλτσας και μουστάρδας, να αισθάνονται ριγμένοι στη σχέση και να ζητούν φορτικά περισσότερα.

Όση μεγαλύτερη αξία έπαιρναν τα πακέτα φαγητού, τόσο λιγόστευαν οι μαγαζάτορες την ποσότητα και μίκραιναν τη συσκευασία της σάλτσας, της μουστάρδας, τον αριθμό των φυστικιών μέσα στα σακουλάκια ξηρών καρπών, ακόμα και το μπισκότο που δίνανε μαζί με τον καφέ-πακέτο, το κάνανε πια δείγμα.

Παρατηρήθηκε τότε το φαινόμενο, ο ένας να κλέβει τον άλλο στην ίδια οικογένεια –που όπως είπαμε δεν ήταν πια οικογένεια, αλλά μια μικρή αγέλη που τα κουτσοεύρισκε για να επιβιώσει- ενώ αναδείχθηκαν οι βιομήχανοι συνθετικού φαγητού, ξέρετε, αυτό που η γαρίδα έχει ουρά γαρίδας αλλά το μέσα είναι φλούδα ψαριού τρίτης ποιότητας τυλιγμένο σε λεπτό φύλλο για να μοιάζει κύλινδρος, παραπασπαλισμένος με γαλέτα και τηγανισμένος για να είναι κρατσανιστός και να μην ξέρεις τι έχει μέσα, πίτες με πολτώδες αδιευκρίνιστο περιεχόμενο, φρούτα πολτός σε σακουλάκι με στόμιο ενσωματωμένο καλαμάκι κι ένα σωρό άλλες ευρεσιτεχνίες για να μην ξέρεις τι είναι μέσα και για να μοιάζει με το φαΐ που ιστορικά κάποτε τρώγαν όλοι, ή τουλάχιστον το είχανε δει σε φωτογραφίες.

Παραγωγή έργου δεν γίνονταν, καταβαραθρώθηκαν οι χειρώνακτες, αυτοί που δεν είχαν μόνιμη κατοικία ή που η οικογένειά τους τους απέβαλλε από την οικογενειακή εστία γιατί ήταν πολύ ηλικιωμένοι, μεσήλικες άνεργοι, ή νέοι που έφερναν αντιρρήσεις. Στο δρόμο η ζωή ήταν σκληρή, δεν χρειάζεται να επεκταθούμε, όλοι είχαν δει τουλάχιστον μια φορά από τις γρίλιες τι γινόταν «εκεί έξω», αλλά στη συνέχεια δεν είχαν την περιέργεια να ξαναδούν. Το κακοπροαίρετο κουτσομπολιό χάθηκε, χάθηκε ο κώδικας της επικοινωνίας και τα τελετουργικά που έκαναν τη ζωή να μοιάζει ότι έχει αρχή, μέση και τέλος, και γι’ αυτό το λόγο χάθηκαν και οι φιλοσοφικές αναζητήσεις.

Θα έλεγε κανείς ότι το ρολόι όχι ακριβώς γύρισε πίσω στην προϊστορία, αλλά έφτιαξε μια προϊστορία καινούρια κι ανέδειξε καινούριους φύλαρχους, κατασκευαστές γευμάτων, διανεμητές φαρμάκων για τις ρυθμιστικές μολύνσεις, μηχανικούς που ήλεγχαν τα συστήματα προσκομιδής και αποκομιδής και μια κάστα ιερατική που αποφάσιζε τί θα ανακοινώσει και πώς, καθώς επίσης και πώς θα πείσει την κρίσιμη μάζα να εναρμονιστεί με τις αποφάσεις.

Το πιο ίδιο χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι ότι κανείς δεν έδινε δωρεάν τίποτα σε κανέναν και καμιά φορά για να γελάσουν, λέγανε παλιές ιστορικές εκφράσεις όπως «να τρώει η μάνα και του παιδιού να μη δίνει» γιατί το αστείο τώρα ήταν «να μην τρώει η μάνα και του παιδιού να δίνει».  

Όταν καμιά φορά τύχαινε κανείς κάπως να δείχνει πως αγαπάει άλλον άνθρωπο...

 

ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40 και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟΡΑΓΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Που είναι τα "ΟΧΙ" μας ???


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Όταν ήμουν φοιτήτρια είχα γνωρίσει μια πολύ ασυνήθιστη κυρία. Στα χρόνια της δικτατορίας είχε απομονωθεί μαζί με τον άνδρα της στο χωριό του σ’ένα νησάκι – υπήρξε διωκόμενος ως δημοκρατικός στρατιωτικός – κι ο τρόπος που βρήκε για να ενοχλεί τους τοπικούς χωροφυλάκους και τους φίλους της «επαναστάσεως» ήταν να πλέκει κουρτίνες με συνθήματα και να τις κρεμά τη μιά μετά την άλλη στα παράθυρα του σπιτιού τους.  

Η δικτατορία πέρασε, ο άνδρας της χάθηκε, αλλά εκείνη συνέχισε να πλένει και να κρεμάει τις ίδιες πεισματικές κουρτίνες. 

«ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΧΙ ΜΑΣ;” αναρωτιόταν με κεφαλαία γράμματα μία από αυτές. Αν ζούσε τώρα, νομίζω τα όχι της θα αηδίαζαν, θα ξεμπλέκονταν από την πλέξη «ποδαράκι» και θα έφευγαν για να μη βλέπουν.

Το όχι για κάποια χρόνια το έβλεπες σαν φάντασμα να διαγράφεται ευανάγνωστο σε πλαγιές βουνών, που το είχαν γράψει με ασβεστωμένες πέτρες τα βαλαντωμένα νιάτα του πολέμου. Όχι! Δεν έχω ξαναδεί να επιβιώνει πουθενά, σε κανένα χωριό αυτή η σιωπηλή, πανίσχυρη διαμαρτυρία. Εσύ, αεροπλάνο που περνάς, Όχι! Εσύ, ξένε που πλησιάζεις στο χωριό μας, Όχι! Εσύ, παιδάκι που αναρωτιέσαι αν το έγραψε γίγαντας που κρύβεται στα βράχια, Όχι, το γράψαμε εμείς, τα ξυπόλητα αγροτόπαιδα που είπαμε το ψωμί ψωμάκι το ’41.

Αλήθεια, νομίζω πως το όχι μας σιχάθηκε και πήρε των ομματιών του. Διπλωματία, διπλωματία, σύρε κι έλα, προσβολές, «συγγνώμη που με πατήσατε», «σας καταλαβαίνω απόλυτα, έχετε δίκιο να με βαράτε»….  

Ωρέ ουστ! Κοπρόσκυλα, είπε το όχι, έφτυσε χάμω, διάλεξε μια μαύρη πέτρα καλή, την πέταξε πάνω από τον ώμο κι ούτε γύρισε να κοιτάξει.

Όχι μπορεί να πει κάποιος που...