"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα

Γράφει ο Δρ. Παντελής Οικονόμου 
Πρώην ανώτερο στέλεχος, πυρηνικός επιθεωρητής του ΙΑΕΑ και συγγραφέας του “Global Nuclear Developments”, Springer 2020


Το αμερικανο-σοβιετικό πυρηνικό δίπολο έπαυσε, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1990, να αποτελεί το ψυχροπολεμικό μοντέλο που έδινε εξηγήσεις στα παγκόσμια δρώμενα.  

Στα επόμενα δέκα και πλέον χρόνια, η επικράτηση των ΗΠΑ σφράγιζε πλέον μονομερώς όλα τα μεγάλα συμβάντα, από τη βίαια διάλυση της Γιουγκοσλαβίας στη δεκαετία του 1990 μέχρι τις πολεμικές επεμβάσεις  στο Ιράκ το 1991 και 2003.

Στη συνέχεια, η παγκοσμιοποίηση άρχισε να οξύνει τις διαφορές στις στρατηγικές σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων. Η ανασυγκροτημένη πυρηνική Ρωσία επανέρχεται σθεναρά στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη. Η άλλη πυρηνική δύναμη, η  Κίνα αρχίζει να εμφανίζει διεθνώς την σταθερά αναδυόμενη οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική ισχύ της. Και οι ΗΠΑ, εκφράζουν δημόσια  τον φόβο τους για απώλεια της παγκόσμιας ηγεμονίας τους, με δηλώσεις κορυφαίων διαμορφωτών της σύγχρονης αμερικανικής γεωπολιτικής, όπως οι Κίσινγκερ, Σκρόουκροφτ  και Ζμπρεζίνσκι.

Ο τελευταίος δημοσιοποίησε την ρηξικέλευθη πρότασή του για ανάγκη διάσπασης του δίδυμου Ρωσίας-Κίνας και  μετατροπή του ενός από τους δύο σε εταίρο των ΗΠΑ. Στο ερώτημα, ποιος θα έπρεπε να ήταν ο δυνητικός εταίρος των ΗΠΑ, απάντησε: «Ο λιγότερο προβλέψιμος και συγχρόνως ο πιο πιθανός αντίπαλος των ΗΠΑ, που  επί του παρόντος είναι η Ρωσία» (1). Λέγεται ότι την ίδια  επιδίωξη εξυπηρετούσαν και οι περισσότερες από 17 μέχρι σήμερα συναντήσεις του 97-χρονου Κίσινγκερ με τον πρόεδρο Πούτιν, για το περιεχόμενο των οποίων ο ίδιος δηλώνει ότι ενημέρωνε την Ουάσιγκτον και τον πρόεδρο Τραμπ (2).

Σε εκείνη τη μετασοβιετική περίοδο, η Ρωσία αντιμετώπιζε άμεσα το γεωπολιτικό ‘‘τρίλημμα’’: 

α) Ανάπτυξη αυτόνομης ηγεμονικής εξωτερικής πολιτικής, 

β) Συμπόρευση με Κίνα σε μία ευρασιατική στρατηγική, ή 

γ) Συνεργασία με ΗΠΑ για στρατηγική αντιμετώπιση της ανερχόμενης Κίνας.

Εκτιμάται ότι η Μόσχα επέλεξε τον τρίτο δρόμο που της εξασφάλιζε τα κενά που θα δημιουργούσε η δρομολογημένη μετατόπισή του κέντρου βάρους της αμερικανικής στρατηγικής από τον Ατλαντικό στον Ειρηνικό και στην Νότια Σινική Θάλασσα. Μιας γεωπολιτικής στροφής που θα διασφάλιζε τα στρατηγικά και οικονομικά συμφέροντα των ΗΠΑ μέσα από πολυάριθμες ανά την υφήλιο σταθερές και κινητές αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις και πολύμορφες οικονομικές εταιρίες κολοσσούς.

Η νέα αμερικανο-ρωσική σύγκλιση άρχισε μετά το 2010, στην περίοδο εμφάνισης της αραβικής άνοιξης και εμπόλεμης βίας στη Μέση Ανατολή. Υπό το πρίσμα αυτής της άτυπης συμμαχίας των δύο πρώην μεγάλων αντιπάλων, και με τη βοήθεια της ερασιτεχνικής και απροκάλυπτης πολιτικής του αμερικανού προέδρου Τραμπ, γίνεται έκτοτε σχετικά εύκολη η ανάγνωση της πραγματικότητας πίσω από πολλές εκ πρώτης όψεως αινιγματικές εξελίξεις.

Υπό το πρίσμα της νέας αμερικανο-ρωσικής γεωπολιτικής σχέσης βρίσκει την εξήγηση της η επιθετική και αναθεωρητική εξωτερική πολιτική της  Άγκυρας. Η ιδιόρρυθμη ρωσο-τουρκική ‘‘λυκοφιλία’’  τελικά ευδοκιμεί διότι παράγει κέρδη και στους δύο εταίρους, χωρίς να απειλείται το ευρύτερο νέο γεωπολιτικό πλαίσιο.

Στη Ρωσία, η συνεργασία της με την Τουρκία εξασφαλίζει ασφάλεια στο ευαίσθητο υπογάστριό της και σταθερότητα στις πρώην σοβιετικές τουρκογενείς εθνότητες. 

Στην Τουρκία αντίστοιχα, εξασφαλίζει την ρωσική υποστήριξη στην προσπάθεια της να επανακτήσει τον ηγεμονικό της ρόλο στον πρώην οθωμανικό χώρο.  

Κυρίως όμως, η ρωσο-τουρκική συνεργασία έχει εξασφαλισμένη την παθητική συναίνεση των ΗΠΑ ενόσω παραμένει ανενόχλητο το αμερικανικό διακύβευμα στην Ασία.

Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη  αδυνατεί να πείσει ότι είναι ικανή να διαδραματίσει έναν αυτόνομο γεωπολιτικό ρόλο.  

Η μετά-Brexit ακρωτηριασμένη γηραιά ήπειρος  αντιμετωπίζει πολύμορφες εθνολογικές, ενεργειακές και πληθυσμιακές προκλήσεις ενώ εξακολουθεί να προσδιορίζεται από τον ιστορικά ασταθή και  αντίρροπο άξονα “Γερμανίας – Γαλλίας“. Η μεν Γερμανία, για λόγους κυρίως ενεργειακών και οικονομικών εθνικών συμφερόντων, συμπλέει ευκαιριακά με Ρωσία και Τουρκία, ενώ η Γαλλία επιδιώκει ηγετικό ρόλο στον ευρωπαϊκό χώρο και επανάκτηση στρατηγικών δεσμών στη ευρύτερη Μέση Ανατολή.

Αυτή η διαιρεμένη Ευρώπη καλείται πλέον να επιλέξει: 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΟΠΛΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ: Κύριοι μεγάλοι, πού (μάς) πάτε;

(Συγγραφέας του πρόσφατα εκδοθέντος επίκαιρου βιβλίου «Παγκόσμια πυρηνική απειλή» – εκδόσεις Ι. Σιδέρης)


Μετά την πολύχρονη συνεργασία μου μαζί τους ως ανώτερο στέλεχος του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) πιστεύω πως δικαιούμαι να απευθύνω μια επίκαιρη ερώτηση, ρητορική φυσικά, προς τις δύο μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις, ΗΠΑ και Ρωσία, οι οποίες εκτός των άλλων υπήρξαν οι κύριοι εμπνευστές του διεθνούς καθεστώτος μη διασποράς των πυρηνικών όπλων (NPT) και συνάμα οι βασικότεροι ενισχυτές του έργου της υπηρεσίας μου:

«Πώς μπορεί ένας πρώην πυρηνικός επιθεωρητής να κατανοήσει και να εξηγήσει στην άφωνη κοινή γνώμη τη στάση σας σε σχέση με τις τελευταίες εξελίξεις περί τα πυρηνικά και συγκεκριμένα την αποχώρησή σας από την ιστορική σας διμερή συνθήκη, την Intermediate Nuclear Forces Treaty INF, που απαγορεύει από το 1987 ένα ευρύ φάσμα πυρηνικών όπλων και πυραύλων;»
 

Προηγήθηκαν δηλώσεις του προέδρου Πούτιν τον Μάρτιο του 2018 ότι τα πυρηνικά όπλα είναι απαραίτητα για να εξασφαλίσει η χώρα του τη θέση της ως μεγάλης παγκόσμιας δύναμης. Και για να πείσει, παρουσίασε στην έντρομη παγκόσμια κοινή γνώμη τα νέα ρωσικά πυρηνικά όπλα που μπορούν να πλήξουν οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη χωρίς(!) να ανιχνευτούν.

Απάντησε τον Οκτώβριο του 2018 ο πρόεδρος Τραμπ με την απόφασή του για μονομερή αποχώρηση των ΗΠΑ από την INF.

Οι ΗΠΑ ισχυρίζονται ότι η Ρωσία από το 2014 δεν συμμορφωνόταν με τις επιταγές της INF. Η Μόσχα το αρνήθηκε και συγχρόνως επικαλέσθηκε ότι η Ουάσιγκτον αποφεύγει τη διαπραγμάτευση για επέκταση της Συνθήκης New START για τον έλεγχο στρατηγικών πυρηνικών συστημάτων που λήγει το 2021.

Το πινγκ πονγκ των αμοιβαίων κατηγοριών και προθεσμιών συνεχίστηκε. Ο Ρώσος πρόεδρος προειδοποίησε ότι, εάν οι ΗΠΑ εγκαταστήσουν πυραύλους ενδιάμεσου βεληνεκούς στην Ευρώπη, η Ρωσία θα αναγκαστεί να λάβει αντίμετρα. Συνέχισε μάλιστα με μια ανατριχιαστική προειδοποίηση για την αυξανόμενη απειλή ενός πυρηνικού πολέμου, ο οποίος «θα μπορούσε να οδηγήσει στην καθολική καταστροφή του ανθρώπινου πολιτισμού και ίσως ακόμη και του πλανήτη μας».

Η Ευρωπαϊκή Ενωση ζήτησε αμέσως αλλά μάταια να «προστατευθεί» η συνθήκη, που είναι κρίσιμη για την ασφάλειά της. Η κατάργησή της θα μετατρέψει τη Γηραιά Ηπειρο σε βάση και στόχο νέων «μοντέρνων» πυρηνικών πυραύλων των ΗΠΑ και της Ρωσίας αντίστοιχα και θα περιπλέξει την ευρωπαϊκή προσπάθεια για αμυντική χειραφέτησή της.

Η διπλωματικά σοφή –κατά την ταπεινή εμπειρική μου γνώση– Κίνα, παρόλο που γνωρίζει ότι αντίστοιχοι πύραυλοι των ΗΠΑ θα αναπτυχθούν σε εδάφη της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας και μεταξύ άλλων θα τη στοχοποιούν, αποκλείει άμεσα και κάθετα τον υπαινιγμό των ΗΠΑ για ανάμειξή της σε μία νέα διεθνή πλέον συνθήκη INF, που ενδεχομένως θα περιελάμβανε και την αντίπαλό της Ινδία.

Σημειωτέον ότι τόσο η Ινδία όσο και άλλες γεωπολιτικά «νευρικές» χώρες όπως η Τουρκία, το Ιράν, το Πακιστάν, το Ισραήλ και η Βόρεια Κορέα έχουν ενεργά προγράμματα ανάπτυξης βαλλιστικών πυραύλων ενδιάμεσου βεληνεκούς που θεωρούνται κατάλληλοι για την προώθηση πυρηνικών όπλων.

 

Εάν τελικά οι δύο υπερδυνάμεις, επικουρούμενες και από τις άλλες τρεις πυρηνικές δυνάμεις Κίνα, Μεγάλη Βρετανία και Γαλλία, δεν προχωρήσουν στη δημιουργία μιας νέας διεθνούς συνθήκης INF που θα απαγορεύει τους εν λόγω πυραύλους, γεννιούνται ορισμένα σημαντικότατα ερωτήματα:

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ: Η πυρηνική κρίση της Βόρειας Κορέας

Πρώην επιθεωρητής Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ).


Το 1993 η Βόρεια Κορέα, κράτος τότε μέλος της NPT (Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Οπλων), κατηγορείται από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) για απόκρυψη πυρηνικών δραστηριοτήτων της από τον διεθνή έλεγχο. 


Στη συνέχεια, το 2003, η χώρα βγαίνει μονομερώς από το καθεστώς διεθνούς ελέγχου της NPT, πετώντας τους επιθεωρητές του ΙΑΕΑ εκτός της χώρας. Με την ενέργειά της αυτή η Β. Κορέα καταπάτησε διεθνείς συμβάσεις και προκάλεσε συναγερμό στη διεθνή κοινότητα και στα αρμόδια όργανα, τον ΙΑΕΑ και το Συμβούλιο Ασφαλείας.


Την ίδια χρονιά, το 2003, κάτω από την πίεση των ΗΠΑ και με καθοριστικό ρόλο της Κίνας, η Β. Κορέα κάθεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων των έξι (Six Party Talks) με τις Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσία, Κίνα, Ιαπωνία και Νότια Κορέα. Εξι χρόνια αργότερα, το 2009, και αφού σε όλο το μεσοδιάστημα δεν έπαψε να παρεμποδίζει κάθε πρόοδο των διαπραγματεύσεων με επαναλαμβανόμενες πυραυλικές δοκιμές και άλλες προκλήσεις, η Β. Κορέα εγκαταλείπει τις διαπραγματεύσεις. Η πυρηνική κρίση βρίσκεται έκτοτε σε συνεχές και αναβαθμιζόμενο αδιέξοδο.
 
Ο κίνδυνος ενός πυρηνικού συμβάντος  στην κορεατική χερσόνησο με ευρύτερες τραγικές εξελίξεις  είναι ιστορικά κορυφαίος. Θυμίζει την κρίση της Κούβας το 1962 αλλά με σημαντικά πολυπλοκότερες παραμέτρους, που αναμφισβήτητα συνυπολογίζονται από τους ισχυρούς και καθιστούν την επίλυση της κρίσης ακραίως δύσκολη. Η απειλή είναι ύψιστου βαθμού και προέρχεται από ένα καθεστώς μη ελεγχόμενο και απρόβλεπτο. Από έναν ηγέτη που τον θρέφουν ο αυταρχισμός, το θράσος και η αμετροέπεια. 


Το πυρηνικό οπλοστάσιο της Β. Κορέας και τα υπό ανάπτυξη πυρηνικά της υλικά, αποθέματα και σχετικές εγκαταστάσεις δεν είναι δυνατόν να εξουδετερωθούν με μη ειρηνικό τρόπο  χωρίς να δημιουργήσουν αποτελέσματα πυρηνικού ολοκαυτώματος. Οι επικρατούσες αντικειμενικές συνθήκες δεν μπορούν να αναδείξουν έναν «διά της βίας νικητή»  χωρίς να προκαλέσουν δραματικές συνέπειες στον ίδιο τον νικητή, δραματικότερες στον ηττημένο και τραγικότατες στην ανεύθυνη ανθρωπότητα. 


Οταν οι μεγάλοι και ισχυροί κατάφεραν να επιλύσουν την κρίση της Κούβας και να λύσουν την πυρηνική κρίση του Ιράν, δεν είναι κατανοητό από τον μη επαΐοντα, αυτόν που τελικά θα πληρώσει τον λογαριασμό, γιατί επί 24 συναπτά έτη (1993 - 2017) δεν εφαρμόστηκαν απέναντι στην Β. Κορέα αποτελεσματικά μέτρα (κυρώσεις εμπορικές, οικονομικές, ενεργειακές, συναλλαγματικές και δραστικές πολιτικές) όπως στην περίπτωση του Ιράν. 


Οι γεωστρατηγικοί σχεδιασμοί των ισχυρών για περιφερειακές ισορροπίες μέσα από ελεγχόμενες κρίσεις, με άμεσα κέρδη τη διατήρηση επιθυμητών συμμαχιών αφενός και αφετέρου επωφελών ιστορικών αντιπαλοτήτων στην περιοχή, κινδυνεύουν να αποδειχθούν στόχοι πολύ κοντόφθαλμοι. Στόχοι για κέρδη που ωχριούν μπροστά στις τραγικές συνέπειες που τελικά μπορούν να προκαλέσουν.  


Ενας πυρηνικός όλεθρος δεν αναδεικνύει σε καμία περίπτωση νικητές. Δημιουργεί άπειρα και αθώα θύματα.
 
Παραμένει η ελπίδα ότι...

Ο νεοκεμαλισμός του κ. Ερντογάν και η Εθνική μας Αμυνα

Του Περικλη Oικονομου
Πτεραρχου ε.α. και επίτιμου ΑΓΕΑ.

Από το 1974 όταν άρχισε η εφαρμογή του μακρόχρονου τουρκικού σχεδίου για την άλωση της Κύπρου και του Αιγαίου, όλες οι κινήσεις που απέβλεπαν στην περαιτέρω προώθησή του, απεδίδοντο από δημοσιογράφους αλλά και ειδικούς αναλυτές στους στρατοκράτες της Αγκυρας, δηλαδή, στο κεμαλικό κατεστημένο, στρατιωτικό και διπλωματικό, που ποδηγετούσε τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες. 

Τα χρόνια περνούσαν για να φθάσουμε στο 2003 όταν κέρδισε πανηγυρικά τις εκλογές το Ισλαμικό Κόμμα (ΑΚΡ), που με πρωθυπουργό τον κ. Ερντογάν άρχισε σιγά σιγά να ξηλώνει το κεμαλικό κατεστημένο και κατόρθωσε να δικάσει ακόμη και πανίσχυρους εν ενεργεία στρατηγούς, για συνωμοτικές ενέργειες που απέβλεπαν στην ανατροπή της νόμιμης κυβέρνησης της χώρας.

Περιμέναμε λοιπόν και εμείς εδώ στην Ελλάδα, μετά την πτώση του κεμαλισμού και τη διακυβέρνηση της χώρας από μια δημοκρατική κυβέρνηση που συμπλήρωσε ήδη δύο τετραετίες στην εξουσία και βαδίζει την τρίτη να αλλάξει αυτή η αδιέξοδη επιθετική πολιτική απέναντι στη χώρα μας. Δυστυχώς, οι ελπίδες για μια δημοκρατική Τουρκία με την κυβέρνηση του ΑΚΡ απεδείχθησαν φρούδες. Δεν υπάρχει διαφορά με αυτά που πίστευε και επεδίωκε το κεμαλικό κατεστημένο τις δεκαετίες που πέρασαν, με την πολιτική που ακολουθεί η σημερινή Τουρκία με εργαλείο εφαρμογής τον υπουργό Εξωτερικών κ. Νταβούτογλου. 

Δυστυχώς, η απειλή κατά της χώρας μας είναι διαχρονική και δεν εξαρτάται από κόμματα και κυβερνήσεις. Ο τουρκικός επεκτατισμός είναι εθνική πολιτική που έχει υιοθετηθεί και ακολουθείται με συνέπεια από το σύνολο του τουρκικού έθνους, άσχετα εάν ο πρωθυπουργός της Τουρκίας λέγεται Ατατούρκ, Ινονού, Ετσεβίτ, Οζάλ ή Ερντογάν.

Η Ελλάδα δεν έχει άλλη επιλογή από το να διατηρεί μια ισχυρή αποτρεπτική δύναμη ικανή να επιφέρει ένα αποφασιστικό πλήγμα στον αντίπαλο, τέτοιο ώστε η ζημιά που θα υποστεί, να είναι πολύ μεγαλύτερη από το πιθανό όφελος.  

Πώς όμως είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτός ο στόχος της αποτροπής και με ποιες δυνάμεις;