"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΩΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το μάθημα που μας έδωσε ο Μαζωνάκης

 

Tης ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ

-Ο έρωτας είναι απαραίτητος στην ζωή σας;

«Δεν έχω ζήσει τον μεγάλο έρωτα εγώ. Πολλά δεν έχω ζήσει. Εύχομαι από εδώ και πέρα να απολαμβάνω όσα μου συμβαίνουν».

– Δεν τα απολαμβάνετε;

«Οχι».

– Αν χτυπήσει το τηλέφωνο και είναι η μητέρα σας, θα απαντήσετε;

«Μπορεί και όχι».

Σκόρπιες ατάκες του Γιώργου Μαζωνάκη από συνεντεύξεις. Η ανάρτηση των γενεθλίων του το 2024, όπου ευχαριστούσε για τις ευχές και έσβηνε τούρτα μόνος με έναν φίλο. Ολα κομμάτια του ίδιου παζλ συνθέτουν την εικόνα που έκανε τον Γιώργο Μαζωνάκη καθολικά αγαπητό και εξηγούν τις αυθόρμητες εκδηλώσεις ανυπόκριτης λατρείας και απέραντης θλίψης.

Στην εποχή της προβεβλημένης ευτυχίας, της αψεγάδιαστης τελειότητας, των φιλοτεχνημένων εικόνων οικογενειακής θαλπωρής, ο Γιώργος Μαζωνάκης ανεπιτήδευτα έδειχνε τις ρωγμές του, τη δική του αληθινή ζωή, που έμοιαζε με εκείνη των θαυμαστών του. Ναι, έμενε σε ένα πολυτελές σπίτι, φορούσε ακριβά ρούχα, ποτέ δεν δήλωσε υποκριτικά ότι τα βγάζει δύσκολα πέρα, προσπαθώντας έτσι να εξισωθεί με το κοινό του. Η ταύτιση γινόταν αυθόρμητα, με τη γνήσια λαϊκότητά του, που ποτέ δεν επέτρεψε να ολισθήσει στον λαϊκισμό.

Τη στιγμή που το star system μανιωδώς σκηνοθετεί μια αδιάπτωτη ευτυχία και όλοι δηλώνουν «ευλογημένοι» και «ευγνώμονες» για τις τέλειες ζωές τους, ο Μαζωνάκης άφηνε να φαίνονται οι ατέλειές του. Ανέλυε τη διαφορά μοναξιάς και μοναχικότητας σε ένα περιβάλλον όπου εκπρόσωποι της σόουμπιζ περιγράφουν αδιαλείπτως το πόσο ερωτευμένοι είναι στους γάμους τους και ως μόνο οικογενειακό καβγά την επιθυμία του/της συζύγου για περισσότερα παιδιά. Ο Γιώργος Μαζωνάκης απαντούσε αυθόρμητα πως δεν έχει ζήσει μεγάλο έρωτα και πως δεν μιλά με την οικογένειά του.

Εβαζε φίλτρα στις φωτογραφίες του Instagram, αλλά ποτέ στην ζωή του, η οποία ουδέποτε αποτέλεσε καταπιεστικό πρότυπο για το κοινό.

Μας έδειξε στην πράξη πως δεν χρειάζεται να δείχνεις τέλειος για να γίνεις αγαπητός. Αντιθέτως, σάρκαζε τις αδυναμίες του, τσαλάκωνε την εικόνα του, διατηρούσε μια αντισυμβατικότητα, όχι ως επικοινωνιακή τακτική, αλλά ως ειλικρινή έκφραση της προσωπικότητάς του.

Βοηθούσε διαρκώς όσους είχαν ανάγκη, κυρίως αθόρυβα, κόντρα στη συνήθη υπερπροβολή της φιλανθρωπίας, που την καθιστά ελεημοσύνη. Το 2023, στη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου τραγούδησε στις κρατούμενες των φυλακών Κορυδαλλού, αντί να αναρτήσει κόκκινα δώρα και καρδιές. Αλλωστε, ποτέ δεν πούλησε την ερωτική του ζωή. Οταν ρωτήθηκε γιατί δεν μιλάει για τα προσωπικά του, απάντησε αυθόρμητα «δεν έχτισα την καριέρα μου με γάμους, σχέσεις και χωρισμούς». Ακόμα και ο ακούσιος εγκλεισμός του στο Δρομοκαΐτειο, δεν άλλαξε το βλέμμα του κοινού στο πρόσωπό του.

Αντίθετα, ο μιντιακός κανιβαλισμός στον οποίο με μένος κάποιοι επιδόθηκαν, προκάλεσε κύμα συμπάθειας.

Ποτέ δεν βγήκε να απαντήσει. «Δεν μου αρέσει να κρίνω και να σχολιάζω τους άλλους, ο καθένας ας κοιτά τον εαυτό του».

Ακόμα και εκείνοι που βρήκαν τον θάνατό του ως ευκαιρία να αποκτήσουν ξανά τηλεοπτικό χρόνο κατηγορώντας τον, κρύφτηκαν όταν πέρασαν τα πρώτα 24ωρα. Η κακεντρέχεια εξαϋλώθηκε από την απέραντη αγάπη του κοινού. Που τον λάτρεψε και το λάτρεψε. Η σχέση ήταν αμοιβαία και ειλικρινής. Ακόμα και τους εκατοντάδες χιλιάδες ακολούθους που είχε στα social media ποτέ δεν τους χρησιμοποίησε ως ράφι για χορηγούμενες «τοποθετήσεις προϊόντος».

Ακούγοντας στον επικήδειο την αναφορά του Μητροπολίτη Νίκαιας «ο θάνατος μας λέει να μη χάνουμε χρόνο να πούμε αμέσως ότι αγαπάμε ο ένας τον άλλο» ένιωσα μια απέραντη θλίψη.

Αραγε ο Μαζωνάκης ένιωσε, ήξερε πόσο τον αγαπούσαμε;

Ή …

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο θρήνος για τον Μαζωνάκη

 

Της Αγγελικής Σπανού

Η πένθιμη ολονυχτία στη Νίκαια τους έκανε να σαστίσουν: πολιτικούς, αναλυτές, επικοινωνιολόγους, δημοσκόπους, σχολιαστές – όσους ασχολούνται επαγγελματικά με την κατανόηση και την ερμηνεία των κοινωνικών τάσεων, με την πρόβλεψη της εκλογικής συμπεριφοράς και την καθοδήγηση υποψηφίων στην ψηφοθηρία. Δεν είχαν καταλάβει ότι αγαπήθηκε τόσο πολύ και ότι θα προκαλούσε τέτοια θλίψη ο πρόωρος θάνατός του μέσα σε ένα παραϊατρείο στο Κολωνάκι όπου κατέφυγε αναζητώντας το θαύμα που θα του επέτρεπε να σταθεί στο ύψος της περίστασης μιας συναυλίας για τα 33 του χρόνια στο τραγούδι.

Ενας νεαρός έλεγε ότι ακούει κάθε μέρα τα τραγούδια του από τότε που θυμάται τον εαυτό του, μια γιαγιά έκλαιγε για το «παιδί της νύχτας» που δεν ξέχασε ποτέ την παλιά του γειτονιά.

Μαρτυρίες ότι περνούσε από το καφενείο και ρωτούσε «τι χρειάζεσαι;», ότι βοηθούσε χωρίς να το προβάλλει, ότι μοίραζε τεράστια φιλοδωρήματα σε σερβιτόρους και ντελιβεράδες.

Αρκούν η φυσική λαϊκότητα και η κοινωνική ευαισθησία για να εξηγήσουν την τόσο μαζική συγκίνηση για έναν εκκεντρικό τραγουδιστή που δεν είχε την αύρα του έντεχνου ή την αποδοχή ενός mainstream καλλιτέχνη, που είχε γίνει είδηση, πρόσφατα, για τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο με εισαγγελική εντολή και για τη δικαστική διαμάχη με την οικογένειά του;

Ακόμη και τα σουξέ του δεν ήταν από αυτά που ακούγονται όλες τις ώρες της ημέρας, όπως της Μαρινέλλας, ή με στίχους που μπορούν να θεωρηθούν ποίηση, όπως κάποια του Μητροπάνου. Δεν παίζονταν σε πρωινές εκπομπές στο ραδιόφωνο ούτε ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα αυτοκινήτων και σπιτιών το μεσημέρι.

Τότε γιατί αυτός ο θρήνος για τον Μαζωνάκη;

Μια εξήγηση για την ένταση και το εύρος της λαϊκής συγκίνησης ίσως βρίσκεται στην αυθεντικότητα και στην αθωότητά του.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε μια παιδικότητα που δεν κρυβόταν ούτε μέσα στις υπερβολές και στην εκζήτηση που χαρακτήριζαν την εμφάνισή του στην πίστα. Κάθε φορά που στεκόταν μπροστά σε κοινό γινόταν χωρίς καμία προσπάθεια φανερό ότι αγαπούσε αυτούς για τους οποίους τραγουδούσε, ότι έψαχνε και δεν έβρισκε υπαρξιακή ασφάλεια, ότι είναι ευάλωτος.

 

Οσοι αναρωτιούνται πώς δημιουργείται το ρεύμα που μπορεί να φέρει πολιτική ανατροπή, αναζητώντας τρόπο συναισθηματικής διέγερσης της κοινωνικής πλειοψηφίας και κινητοποίησης του φαντασιακού, έχουν ένα ενδιαφέρον εύρημα για να εμβαθύνουν την ανάλυσή τους: Η αλήθεια γίνεται αντιληπτή …

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Τι έδειξε η λατρεία του Μαζωνάκη;

 

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του Παντελή Σαββίδη

Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη και η διαμάχη για τη συναυλία του Αντώνη Ρέμου μπροστά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Θεσσαλονίκη μοιάζουν, εκ πρώτης όψεως, δύο ασύνδετα γεγονότα.

Το πρώτο αφορά το συλλογικό πένθος για έναν δημοφιλή τραγουδιστή.

Το δεύτερο τα όρια χρήσης ενός δημόσιου μνημείου.

Συνδέονται, όμως, από ένα κοινό νήμα: τη δύναμη των συμβόλων. Οι κοινωνίες δεν κινητοποιούνται μόνο γύρω από συμφέροντα και ιδέες. Κινητοποιούνται επίσης γύρω από πρόσωπα, τραγούδια, τόπους και εικόνες στα οποία αναγνωρίζουν ένα κομμάτι του εαυτού τους.

Στην πολιτική και κοινωνική κοινωνιολογία «φαινόμενο» δεν είναι απλώς κάποιος πολύ γνωστός. Είναι ένα πρόσωπο ή γεγονός που ξεπερνά τα όρια της συνηθισμένης δημοσιότητας, κινητοποιεί μαζικά συναισθήματα και γίνεται καθρέφτης συλλογικών αναγκών.

Ο Μαζωνάκης απέκτησε αυτή τη θέση επειδή για μεγάλο μέρος του κοινού έγινε οικείο πρόσωπο, σχεδόν μέλος μιας διευρυμένης λαϊκής οικογένειας.

Προσωπικά, δεν γνώριζα αυτή τη σχέση. Όπως, υποθέτω, δεν τη γνώριζαν πολλοί από όσους δεν ανήκαν στο κοινό του. Τη συνειδητοποιήσαμε μετά τον θάνατό του, βλέποντας την έκταση της συγκίνησης και μαθαίνοντας πλευρές της προσωπικότητάς του που μας ήταν άγνωστες.

Ορισμένοι, ωστόσο, από εκείνους που τον αγαπούσαν επιτέθηκαν με μεγάλη δριμύτητα σε όσους δήλωσαν ότι δεν τον γνώριζαν, παρότι λυπήθηκαν από τον θάνατό του και συγκινήθηκαν από όσα έμαθαν αργότερα γι’ αυτόν.

Η αντίδραση είναι ίσως ανθρώπινα εξηγήσιμη, αλλά δεν είναι δικαιολογημένη. Το πένθος δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εξέταση αυθεντικότητας ούτε η αγάπη σε απαίτηση καθολικής αναγνώρισης. Δεν είναι υποχρεωμένοι όλοι να γνωρίζουν έναν καλλιτέχνη, όσο σημαντικός και αν υπήρξε για το κοινό του. Και η λύπη δεν είναι λιγότερο ειλικρινής επειδή γεννήθηκε εκ των υστέρων.

Η λαϊκή αγρυπνία που οργανώθηκε για τον Μαζωνάκη έδειξε ότι το πένθος είχε υπερβεί τον στενό κύκλο των συγγενών και των συνεργατών του. Η λέξη «αγρυπνία» έχει ιδιαίτερο βάρος: συνδέει τη λαϊκή κουλτούρα με το θρησκευτικό τελετουργικό.

Οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν για να μείνουν μαζί απέναντι στην απώλεια, να τραγουδήσουν, να προσευχηθούν και να μετατρέψουν το ατομικό σοκ σε κοινή εμπειρία.

Αυτό θυμίζει τη «συλλογική έξαρση» του Εμίλ Ντυρκέμ. Στις τελετές το κοινό συναίσθημα ενισχύεται επειδή βιώνεται ταυτόχρονα από πολλούς. Η συγκίνηση περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο και το πλήθος αισθάνεται προσωρινά σαν ενιαίο σώμα. Η αγρυπνία ήταν ένας τρόπος να αποκτήσει μορφή το πένθος, σε μια εποχή κατά την οποία οι παραδοσιακοί δεσμοί έχουν αδυνατίσει και οι άνθρωποι αναζητούν νέες τελετουργίες κοινότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά νόημα και η σχέση του τραγουδιστή με το Άγιον Όρος. Ο Μαζωνάκης είχε επισκεφθεί τον Άθω και, σε μία από τις επισκέψεις του, εμφανίστηκε να μαγειρεύει στην κουζίνα μονής. Δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη βαθύτερη πίστη ενός ανθρώπου από δημόσιες εικόνες. Μπορούμε, όμως, να παρατηρήσουμε ένα ευρύτερο μοτίβο: καλλιτέχνες της νυχτερινής διασκέδασης προσφεύγουν συχνά στο Άγιον Όρος ή σε άλλα θρησκευτικά καταφύγια. Υπήρξαν ακόμη και περιπτώσεις ανθρώπων του θεάματος που έγιναν μοναχοί.

Ο κόσμος της πίστας χαρακτηρίζεται από έκθεση, θόρυβο, χειροκρότημα και διαρκή επιβεβαίωση. Το μοναστήρι αντιπροσωπεύει τη σιωπή, την ανωνυμία, την πειθαρχία και την απομάκρυνση από το βλέμμα του κοινού. Για τον διάσημο καλλιτέχνη μπορεί να λειτουργεί ως προσωρινή έξοδος από τον ρόλο που είναι υποχρεωμένος να παίζει. Πρόκειται για έναν μεταιχμιακό χώρο —όπως θα έλεγε ο ανθρωπολόγος Βίκτορ Τέρνερ— όπου η συνηθισμένη κοινωνική ταυτότητα αναστέλλεται και ο άνθρωπος αναζητεί επανασύνδεση με κάτι βαθύτερο.

Η λαϊκή αγρυπνία και η αναφορά στο Άγιον Όρος συναντώνται έτσι στο ίδιο σημείο. Αποκαλύπτουν ότι το λαϊκό τραγούδι στην Ελλάδα δεν είναι μόνο βιομηχανία ψυχαγωγίας. Ακουμπά τη θρησκευτικότητα, το μοιρολόι, την εξομολόγηση και την ανάγκη λύτρωσης. Ο λαϊκός τραγουδιστής γίνεται φορέας ενός δημόσιου πόνου: τραγουδά όσα το κοινό δυσκολεύεται να πει με δικά του λόγια.

 

Υπάρχει και ιστορικό βάθος σε αυτή τη λειτουργία. Στην αρχαία τραγωδία η πόλη συγκεντρωνόταν για να δει επί σκηνής τον πόνο, την ύβρη και την απώλεια. Όταν ο Φρύνιχος παρουσίασε τη «Μιλήτου Άλωσιν», οι Αθηναίοι ξέσπασαν σε κλάματα, επειδή τους υπενθύμισε την πρόσφατη καταστροφή της συγγενικής Μιλήτου από τους Πέρσες — μια συμφορά που αισθάνονταν και ως δική τους. Χωρίς να εξισώνουμε το λαϊκό τραγούδι με την αρχαία τραγωδία, αναγνωρίζουμε μια κοινή κοινωνική λειτουργία: η σκηνή μετατρέπει τον ιδιωτικό πόνο σε κοινό βίωμα.

Τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα μεγέθυναν ασφαλώς το φαινόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πένθος ήταν κατασκευασμένο. Πιο σωστά θα μιλούσαμε για «μεσοποιημένο συλλογικό πένθος»: αυθεντικό συναίσθημα, το οποίο τα μέσα συγκεντρώνουν, οργανώνουν και κάποτε εμπορευματοποιούν. Χρειάζεται να ξεχωρίζουμε την κοινότητα που θρηνεί από τη βιομηχανία που μετατρέπει τον θρήνο σε αδιάκοπο τηλεοπτικό περιεχόμενο.

Η συναυλία του Αντώνη Ρέμου, τώρα, μπροστά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου έθεσε ένα διαφορετικό ερώτημα: πρέπει τα μνημεία να μένουν «στη ναφθαλίνη» ή να συμμετέχουν στη ζωντανή πόλη;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η απαγόρευση κάθε σύγχρονης δραστηριότητας. Τα μνημεία που αποκόπτονται από την καθημερινότητα κινδυνεύουν να γίνουν αόρατα από υπερβολικό σεβασμό.

Άλλο, όμως, μια εκδήλωση δίπλα σε ένα μνημείο και άλλο η μετατροπή του σε σκηνικό εξάρτημα. Η αρχική εγκατάσταση περιέβαλλε το άγαλμα και το ενέτασσε οπτικά στη σκηνογραφία. Μετά τις αντιδράσεις, το στήσιμο άλλαξε. Ένα αυτοτελές έργο τέχνης και ισχυρό ιστορικό σύμβολο κινδύνευε να γίνει φόντο εμπορικού θεάματος.

Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις μπορούν να συνομιλούν με τα μνημεία, αρκεί να προστατεύουν την υλική τους ακεραιότητα και να διατηρούν την ορατότητα και την αισθητική τους αυτονομία. Ο δημόσιος χώρος ανήκει στη ζωντανή κοινωνία, αλλά δεν είναι διαθέσιμος χωρίς όρους σε κάθε εμπορική χρήση.

Ο Μαζωνάκης έγινε, μεταφορικά, ένα μνημείο χωρίς μάρμαρο, μέσα από τη φωνή και τη στάση του  και τις μνήμες που επένδυσε σε αυτήν το κοινό.

Το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι υλικό μνημείο, αλλά και η δική του δύναμη πηγάζει από τα συναισθήματα που κινητοποιεί.

Και στις δύο περιπτώσεις...

ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΡΑΚΙΑ: Ο «χορός» της Νίκαιας και οι πολιτικές του προεκτάσεις.

Image  

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Ωπα. Κάτι αλήθεια συνέβη εδώ. Δεν γίνεται κάθε μέρα τέτοια σύναξη – να κυκλώνει την εκκλησία το πλήθος. Να τραγουδάει με μια φωνή, σαν αρχαίος χορός, και να χορεύει, κλαίγοντας, γύρω από ένα φέρετρο, με χιλιάδες άλλους να μετέχουν στον θρήνο από τις οθόνες τους.

Δεν βλέπουμε κάθε μέρα τέτοια πύκνωση συναισθήματος. Από ένστικτο, οι επαγγελματίες της πολιτικής είδαν ότι ο θρήνος για τον Μαζωνάκη ήταν μια στιγμή σπάνια. Σπάνια και γι’ αυτό επικίνδυνη.

Οταν μαζεύεται τόσο ψυχικό φορτίο, δεν πρέπει να το αφήσεις αδέσποτο. Δεν πρέπει να το αγνοήσεις και να του επιτρέψεις να υποκύψει στην πολιτική του απόσταξη.

Οδηγημένος από αυτό το ένστικτο εμφανίστηκε ο υπουργός Υγείας τη δεύτερη ημέρα της εκδήλωσης του πένθους στον (φυσικό) δημόσιο χώρο. Πήγε στη Νίκαια, στον ναό και στο νεκροταφείο, για να απολογηθεί εκ μέρους της Πολιτείας και να ανακόψει έτσι τη ροή του θρήνου προς την κοίτη της πολιτικής οργής.

 Image

Εν είδει εξορκισμού, επανέλαβε μόνος του τη λέξη-κλειδί: το «σύστημα».

Προτού προλάβετε να στραφείτε κατά του συστήματος, εμφανίζεται ενώπιόν σας το ίδιο το «σύστημα» για να σας εξευμενίσει.

Προτού προλάβετε να αναρωτηθείτε, «αφού εκείνος, με τη φήμη και τα χρήματά του, πήγε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι, τι μπορώ να πάθω εγώ;», σας παρέχεται «αυτοπροσώπως» ένας καθησυχασμός.

Ούτε το σκάνδαλο για τους κομπογιαννίτες της ελίτ, ούτε η ανασφάλεια για την ιατρική ασυδοσία και την αδυναμία του κράτους να την ελέγξει μπορεί πάντως να εξηγήσει το ηφαιστειώδες πένθος για τον Μαζωνάκη.

Αλλες ήταν οι πηγές της πάνδημης αντίδρασης. Ηταν μάλλον η αυθόρμητη ανάγκη πολλών ανθρώπων να συναντηθούν στον τόπο ενός κοινού βιώματος· ανάγκη ενός συλλογικού υποκειμένου διασκορπισμένου σε παράλληλες ψηφιακές πραγματικότητες να επανασυσπειρωθεί. Να ξανανιώσει «μαζί».

 

Αλλά γιατί συντελέστηκε διά του Μαζώ το μαζί;

Γιατί να γίνει εκείνος ο δίαυλος μιας ομοψυχίας που δεν είχε εκδηλωθεί με τέτοια ένταση ούτε για τους «εθνικούς δημιουργούς» – για τον Μίκη ή για τον Σαββόπουλο;

Γιατί δεν επηρέασε ούτε καν η έκκεντρη περσόνα του εκλιπόντος –η queerness του και η επιδεικτική χλιδή του– τη λαϊκή αποδοχή του;

Πώς λιβάνισε ένα τέτοιο είδωλο ακόμη και η μακαριότητά του, ο Αρχιεπίσκοπος;

Ο Γιώργος γεννήθηκε στη Νίκαια και πέθανε ως Μαζώ στο Κολωνάκι. Η κοινωνική πίστα στην οποία είχε με μεγάλη επιτυχία μεταναστεύσει τον επέστρεψε πρόωρα ύπτιο στην κοιτίδα του, χωρίς τα διακριτικά της σταδιοδρομίας του. Χωρίς επίκτητες ιδιότητες και επιμελημένες ταυτότητες.

Τον…

ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ και ΣΚΑΤΟΨΥΧΑ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Με αφορμή την παρέμβαση της κας Μάνου...

 
Image  
 
 
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου

 

Η Αφροδίτη η Μάνου είπε να τοποθετηθεί και αυτή για την ιστορία του Μαζωνάκη.

Με τον Μαζωνάκη ακόμη άταφο βγήκε λοιπόν πειραγμένη για το λαϊκό προσκύνημα να τοποθετηθεί.

Το είδε από την μεριά της κουλτούρας που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί και λίγο πολύ εξέφρασε την απελπισία της γιατί αλλιώς τα ήθελε τα πράγματα και αλλιώς βλέπει ότι έχουν εξελιχθεί.

Και άκουσε πολλά από πολλούς .

Αλλά το πρόβλημα δεν είναι τι είπε η κα Μάνου αλλά τι ήθελε να πει και δεν μπόρεσε ή δεν ήθελε να το πει.

Όλοι αυτοί που πήγαν να αποχαιρετήσουν με τον τρόπο τους τον Μαζωνάκη είναι αυτοί που δεν κατάφερε η πλευρά της Μάνου να προσεγγίσει.

Είναι αυτοί που είχαν μπροστά τους ένα κενό και το κενό αυτό το κάλυψε όπως και όσο το κάλυψε ο Μαζωνάκης.

Και δεν είναι νέο το φαινόμενο.

Κάποτε πιο παλιά είχαμε τον ΛΕΠΑ

Όλοι πάνω στα τραπέζια να μερακλώνονται με το μεγάλο σουξέ «να πεθάνουν οι γυναίκες να πεθάνουν»

Και σιγά μην πέθαναν ……

Και ακολούθησαν άλλοι και άλλοι

Και μετά τον Μαζωνάκη θα βρεθεί κάποιος άλλος.

Η ζωή δεν αφήνει κενά και αυτό πρέπει να το ξέρουν όσοι πιστεύουν ότι μετά από αυτούς θα έλθει η συντέλεια του κόσμου.

Αλλά η συντέλεια αργεί

Αν κάποιος θέλει και μπορεί να δει διαλεκτικά τα πράγματα δεν ψάχνει για καρφιά στο φέρετρο.

Κοιτάει πρώτα ποιοι το έφεραν και μετά τι έχει μέσα.

Καλή η κουλτούρα και η λεγόμενη υψηλή διανόηση αλλά η ζωή συνεχίζεται ερήμην κάποιων που εννοούν να τα εξηγούν όλα και να τα ελέγχουν τάχα όλα.

«Καλές η ΗΠΑ και η Ρωσία μα έχω το δράμα μου και εγώ».

Μια νέα γενιά

---που κυνηγά 8μηνα προγράμματα ανεξάρτητα αντικειμένου και αυτά με γλείψιμο.

---που συλλέγει πτυχία, κάποια και με πληρωμή, που είναι παντελώς άχρηστα αν δεν ενδιαφερθεί ο βουλευτής τους να τους βρει κάπου μια θεσούλα με τον βασικό και έχει ο θεός που μάλλον δεν έχει.

δεν μπορεί να εγκαλείται γιατί ακούει και μερακλώνεται με το «ανήκω σε μένα» του Μαζωνάκη.

Θα μπορούσε να τραγουδήσει το «σώπα όπου να’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» αν πίστευε ότι κάποιος κάπου κρατάει «της καμπάνας το σκοινί».

Χρόνια τώρα έχουμε επιδέξια καταφέρει να απομυθοποιήσουμε τα πάντα και η ζωή θέλει και τον μύθο της να προχωρήσει.

Εκτός από το ψωμί υπάρχει και ο ουρανός και η γενιά αυτή στερείται και από τα δυο.

Κάποιοι παραιτημένοι προ ετών εννοούν τώρα να κάνουν κριτική γιατί (και) εμείς έχουμε παραιτηθεί.

Η γενιά της κας Μάνου πέρασε.

Έκανε ότι έκανε και προσέφερε ότι προσέφερε. .

Αν θέλει να κάνει κριτική για την επόμενη δεν μπορεί να αποποιείται των όποιων ευθυνών της.

Και δεν θα λέγαμε για ευθύνες αν η ίδια δεν έπαιρνε απρόσκλητη το ρόλο του αυστηρού κριτή.

Έτσι και αλλιώς «η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει την δική μας μελαγχολία».

Αλλά φαίνεται ότι ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ"-ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Παπανδρέου και… Μαζωνάκης!

SearchCulture.gr | Κηδεία Κωστή Παλαμά (;)
ΚΗΔΕΙΑ ΚΩΣΤΗ ΠΛΑΜΑ

ΚΗΔΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

 

 

Του Strange Attractor

Υπάρχει ένας πολύ ασφαλής τρόπος να καταλάβεις ότι κάτι είναι «ιστορικό» στην Ελλάδα. Ποιος;

Να το αποφασίσουν τα κανάλια.

Δεν χρειάζονται ιστορικοί.

Δεν χρειάζονται αρχεία.

Δεν χρειάζεται καν στοιχειώδης αίσθηση αναλογίας…

Αρκεί ένα ντρόουν, μια κάμερα από ψηλά, και ένας παρουσιαστής- μαϊντανός,  που θα πει με φωνή συντετριμμένου συγγενή Α’ βαθμού: «Αυτές οι εικόνες δεν έχουν προηγούμενο…»

Και κάπου εκεί, ο Κωστής Παλαμάς πρέπει να αρχίζει να ανησυχεί.

Διότι το 1943, μέσα στην Κατοχή, η κηδεία του μετατράπηκε σε μαζική αντικατοχική εκδήλωση. Ο κόσμος κατέβηκε στους δρόμους, και η παρουσία του είχε πολιτικό και εθνικό περιεχόμενο…

Δεν υπήρχε διαδίκτυο.

Δεν υπήρχε «αποκλειστικό πλάνο από ψηλά».

Δεν υπήρχαν ούτε κανάλια, ούτε πάνελ.

Υπήρχε Κατοχή.

Υπήρχε φόβος.

Και υπήρχε ένα πλήθος που, με την παρουσία του έλεγε πράγματα που δεν μπορούσε να πει ανοιχτά.

Αυτό είναι ιστορική στιγμή.

Όχι επειδή είχε ωραίο τηλεοπτικό πλάνο.

Αλλά επειδή είχε κόστος.

 

Το 1968,εν μέσω χούντας,  στην κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου, το πλήθος δεν ήταν ντεκόρ, και η κηδεία εκείνη εξελίχθηκε σε μαζική αντιδικτατορική εκδήλωση.

 

Ούτε τότε υπήρχαν «εισαγγελάτοι».

Και, κυρίως, δεν υπήρχε το σημερινό τηλεοπτικό κατσαπλιάδικο σουργελιστάν…

Ενώ σήμερα… μια κηδεία ενός λαϊκού τραγουδιστή, εν μέσω δημοκρατίας μετατρέπεται σε σόου, και σε… κοσμοϊστορικό γεγονός.

Ζωντανή τηλεοπτική κάλυψη, και στο στούντιο τρεις ειδικοί.

Ο ένας εξηγεί την κοινωνιολογία.

Ο δεύτερος την πολιτική διάσταση.

Και ο τρίτος, ηχολήπτης σε νυχτερινό κέντρο, απλά μιλάει για το μεγαλείο, και την αγιοσύνη του τεθνεώτος, με τον οποίο συνεργάστηκε κάποτε…

Μετά περνάμε σε διαφημίσεις.

Και λίγο πιο μετά επανερχόμαστε με έκτακτη ενημέρωση:

«ΠΡΟΣΟΧΗ: ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ! ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ»…

Με πλάνα από τεθλιμμένους θαυμαστές του νεκρού ινδάλματος να χοροπηδάνε πάνω στα μνήματα στην προσπάθειά τους να απαθανατίσουν το φέρετρο με τα κινητά τους, και με κάποιους να πέφτουν μέσα σε μνήμα, όταν σπάει το μάρμαρο από το βάρος…

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.

Όμως αυτή είναι και  η ελληνική τηλεόραση, που δεν αρκείται ποτέ στο σημαντικό.

Το σημαντικό είναι πολύ μικρό για τα γραφικά της.

Χρειάζεται ΛΑΟΘΑΛΑΣΣΑ.

Χρειάζεται, ει δυνατόν, και ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ.

Σε λίγο θα μας πληροφορήσουν ότι «ολόκληρη η Ελλάδα βρέθηκε στη Νίκαια»…

«Δεν έχει ξαναζήσει η Ελλάδα τέτοιες εικόνες», άκουσα μια τσάκαλο «ρεπόρτερ» με ματσούκι να λέει αγκομαχώντας…

Η ελληνική τηλεόραση ζει σε μια χώρα όπου κάθε εβδομάδα συμβαίνει κάτι που «δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ».

Ένας γάμος.

Μια συναυλία.

Μια κηδεία.

Ένα reality.

Ένας καύσωνας.

Ένα μποτιλιάρισμα στην… Κηφισίας.

Λαγοκέφαλοι στο Σούνιο, κ.ο.κ.

Όλα ιστορικά.

Όλα πρωτοφανή.

Όλα συγκλονιστικά.

Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια που μάλλον δεν χωράει στο τηλεοπτικό κάδρο.

Ο Παλαμάς είχε απέναντί του την Κατοχή.

Ο Παπανδρέου είχε απέναντί του τη δικτατορία.

Ο Μαζωνάκης είχε απέναντί του… κάποιους κομπογιαννίτες (και τους δικούς του προσωπικούς δαίμονες).

Και αυτό από μόνο του δεν είναι λίγο.

Δεν χρειάζεται όμως να μετατρέψουμε έναν λαϊκό αποχαιρετισμό σε μια δεύτερη 28η Οκτωβρίου…

Δεν χρειάζεται να ακούσουμε ότι «η Ελλάδα γονάτισε».

Δεν γονάτισε η Ελλάδα, απλά πήγε πολύς κόσμος, και πολλοί αργόσχολοι, σε μια κηδεία, ενός διάσημου.

Και καλά έκανε.

Δεν χρειάζεται όμως κάθε πλήθος να μετατρέπεται σε «λαϊκό ποτάμι που πλημμύρισε τους δρόμους, αποτίνοντας φόρο τιμής σε έναν σπουδαίο Έλληνα».

Δεν χρειάζεται κάθε χειροκρότημα να βαφτίζεται «συγκλονιστικό μήνυμα μιας ολόκληρης κοινωνίας».

Μπορεί να είναι απλώς χειροκρότημα.

Και δεν χρειάζεται κάθε νεκρός, όσο δημοφιλής ή καλός ερμηνευτής κι αν ήταν, να ανακηρύσσεται «σύμβολο μιας εποχής», πριν καν προλάβει να κρυώσει το… κερί.

Γιατί τότε η λέξη «σύμβολο» θα πάθει υπερκόπωση.

 

Το πιο κωμικό, βέβαια, είναι η περίφημη σύγκριση με τις μεγάλες κηδείες του παρελθόντος.

 

Έχουμε λοιπόν

Παλαμάς.

Παπανδρέου.

Μαζωνάκης…

Και κάπου εδώ ο ιστορικός μέσα μας θέλει να βάλει τα γέλια, ενώ ο τηλεοπτικός μαϊντανός θα τρίβει τα χέρια του.

«Τρεις μεγάλες κηδείες! Τρία τεράστια πλήθη! Τρεις εποχές! Μείνετε μαζί μας για να αποκαλύψουμε ποια κηδεία είχε τη μεγαλύτερη… τηλεοπτική εικόνα»!

Μη γελάτε, ο Αλέξης είχε πει πως ούτε οι Ναζί δεν είχαν κλείσει την ΕΡΤ επί κατοχής…

Αυτό όμως δεν είναι ιστορική σύγκριση.

Είναι ντέρμπι λαοθάλασσας.

Με VAR.

Με ριπλέι.

Με εναέρια πλάνα.

Και στο τέλος, ειδικό γραφικό:

«ΠΑΛΑΜΑΣ 1943 – ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ 1968 – ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ 2026: Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ»

Μόνο που οι κηδείες δεν είναι πρωτάθλημα.

Και η ιστορία δεν απονέμει κύπελλο σε όποιον είχε περισσότερους περαστικούς…

Η κηδεία του Παλαμά είχε τη δύναμη μιας κοινωνίας που αντιστεκόταν μέσα στην Κατοχή.

Η κηδεία του Παπανδρέου είχε τη δύναμη μιας κοινωνίας που ασφυκτιούσε κάτω από τη δικτατορία.

Η κηδεία του Μαζωνάκη είχε τη δύναμη ενός απαίδευτου κοινού, που απλά έχασε έναν τραγουδιστή, τον οποίο αισθανόταν δικό του.

 

Και οι τρεις εικόνες έχουν τη σημασία τους. Απλώς δεν έχουν την ίδια σημασία.

Κι έτσι, μέσα σε λίγες ώρες, η τηλεόραση καταφέρνει το ακατόρθωτο:

Nα πάρει μια αληθινή στιγμή λαϊκής συγκίνησης και να τη σερβίρει σαν τελικό Champions League, με μπόλικες διαφημίσεις.

Ο Μαζωνάκης αγαπήθηκε.

Και ο κόσμος πήγε να δει την ταφή του.

Αυτό αρκεί.

Δεν χρειάζεται να γίνει Παλαμάς.

Δεν χρειάζεται να γίνει Παπανδρέου.

Και κυρίως δεν χρειάζεται …

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ανήκει στα όνειρά του. Όχι στους τυμβωρύχους

 Tης ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ

«Ημουν φοβικός, ενοχικός, πάντα με ενδιέφερε τι θα πει ο κόσμος, θέλω να με εκτιμάνε, όχι μόνο να με αγαπάνε. Με απασχολεί πάρα πολύ τι πιστεύει ο κόσμος». 

– Οταν βλέπατε ανθρώπους όλο αυτό το διάστημα να μιλούν για εσάς και να αναλύουν την ζωή σας στην τηλεόραση πώς αισθανόσασταν; 

«Δεν ήθελα να βλέπω τίποτα, με τρομάζει, θέλω πλέον ησυχία».

Ξαναβλέπω τη συνέντευξη-ποταμό του Γιώργου Μαζωνάκη στον Τάσο Τρύφωνος, την οποία παραχώρησε μόλις πριν από 2 μήνες και αναλογίζομαι, πώς θα ένιωθε αυτός ο άνθρωπος εάν μπορούσε να ακούσει γυρολόγους τηλεοπτικών καναλιών και ραδιοφώνων να μιλούν για το παρελθόν του, να περιγράφουν ξεδιάντροπα την εμπλοκή του με ναρκωτικές ουσίες, να φτάνουν μέχρι το σημείο να του επιρρίπτουν ευθύνη για την τραγική κατάληξη την επόμενη κιόλας μέρα του θανάτου του. 

Ευτυχώς, δεν μπορεί να τα δει. Και ίσως, το κοινό, που τόσο τον αγάπησε, να έχει, ακούγοντάς τους, την ίδια αντίδραση με εκείνη που περιέγραψε ο Γιώργος Μαζωνάκης στην ίδια συνέντευξη: «Οταν κάποιος μου έλεγε άνοιξε την τηλεόραση να δεις τι λέει ο τάδε για εσένα, αν κοιμόμουν γυρνούσα πλευρό». Αυτό ακριβώς φαίνεται ότι κάνουν και οι πολυάριθμοι θαυμαστές του, αφού τα σχόλια που γράφουν ξεχειλίζουν από λατρεία, παρά τα τερατώδη που ακούγονται για εκείνον.

Η αλήθεια είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο μερίδα των ΜΜΕ αντιμετώπισε τον τελευταίο χρόνο τον Γιώργο Μαζωνάκη αποτελεί την προσωποποιημένη αιτία για την οποία τα μέσα ενημέρωσης έχουν περιέλθει σε καθεστώς ανυποληψίας. Ενα αμιγώς ιδιωτικής φύσεως βίωμα, ο ακούσιος εγκλεισμός ενός ανθρώπου σε ψυχιατρική κλινική, αποτέλεσε εμπορικό προϊόν, το οποίο πουλήθηκε ακριβά για μονάδες τηλεθέασης και κλικ. Κάποιοι βρήκαν τον Μαζωνάκη ως την τέλεια αφορμή για να αποκτήσουν ξανά τηλεοπτικό χρόνο και λόγο ύπαρξης στις σκαλέτες τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών.

Μερικοί μάλιστα εξ αυτών δεν δίστασαν να εργαλειοποιήσουν τον θάνατό του είτε για να μιλήσουν αντιεπιστημονικά εναντίον των εμβολίων, είτε για να τον κατηγορήσουν, όταν πια εκείνος δεν μπορούσε να απαντήσει, λύνοντας έτσι παλιές διαφορές με τον καλλιτέχνη. 

Την ίδια στιγμή, δημοσιογράφοι που δεν τον γνώριζαν, μέσω ενός αγοραίου λόγου που καταστρατήγησε κάθε έννοια προσωπικών δεδομένων και ιατρικού απορρήτου, προσπάθησαν να ανεβάσουν τα νούμερα τηλεθέασης. Η μεγάλη δημοφιλία του χρησιμοποιήθηκε ως το τέλειο άλλοθι, ώστε να κατακρεουργηθεί η ιδιωτικότητά του.

Διαβάζοντας τον τελευταίο χρόνο τους τίτλους που συνόδευαν το όνομά του, η λέξη Δρομοκαΐτειο είχε γίνει μόνιμο ακολούθημα.
«Τι δήλωσε μετά τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο», «Η πρώτη εμφάνιση μετά το Δρομοκαΐτειο», «Η πρώτη δημόσια εξομολόγηση μετά τον εγκλεισμό στο Δρομοκαΐτειο». Ολα περιστρέφονταν γύρω από τη λέξη που ενεργοποιούσε τον αλγόριθμο του Διαδικτύου, επισκιάζοντας τις δεκαετίες καλλιτεχνικού θριάμβου. 

Ο ίδιος με παροιμιώδη υπομονή, ανοχή, έμφυτη αξιοπρέπεια και ευγένεια υπέμενε το τίμημα της διασημότητας, προσπαθώντας άλλοτε με χιούμορ και άλλοτε με επιχειρήματα να διαχειριστεί τον μιντιακό κανιβαλισμό. Ισως γιατί ένιωθε την απέραντη αγάπη του κόσμου που ύψωνε μέσα του τείχος προστασίας.

«Την ζωή σας την κάνατε όπως θέλατε μέχρι τώρα;», ήταν η ερώτηση στην τελευταία συνέντευξη που έδωσε ο Γιώργος Μαζωνάκης. 

«Τα πράγματα κύλησαν και κυλούν όπως πρέπει να είναι» είχε απαντήσει, με ένα μειδίαμα που απέπνεε μια αταίριαστη με το μέγεθος της τριακονταετούς καλλιτεχνικής του επιτυχίας συστολή. 

 

Τελικά...

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Μαζώ: η νομιμοποίηση της πίστας

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Γράφει ο Βασίλης Βαμβακάς

Καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ.

Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη προκάλεσε κύμα δημόσιου πένθους που ξεπέρασε την αναμενόμενη συγκίνηση για το απροσδόκητο τέλος ενός πολύ δημοφιλούς τραγουδιστή.

Στους δημόσιους «αποχαιρετισμούς» ανακαλείται ο «Μαζώ» με τον οποίο μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά (κυρίως των δεκαετιών του 1990 και του 2000), ο αυθεντικός λαϊκός καλλιτέχνης που δεν απομακρύνθηκε από την καταγωγή του, αλλά και ο μοναχικός, τολμηρός περφόρμερ που έπαιξε με τη μόδα, την υπερβολή και τους καθιερωμένους κώδικες της λαϊκής ανδροπρέπειας.

Η συναισθηματική φόρτιση (ενισχυμένη από τις αποκαλύψεις για τις συνθήκες θανάτου του και την πρόσφατη οικογενειακή και ψυχιατρική του περιπέτεια) και οι διαφορετικές ερμηνείες του φαινομένου «Μαζώ» περιέχουν ασφαλώς βάσιμα στοιχεία της προσωπικής και συλλογικής πρόσληψής του.

Δύο στοιχεία από αυτά, όμως, έχουν ιδιαίτερη σημασία για να κατανοηθεί καλύτερα η πολυσυλλεκτικότητα της αποδοχής που εκφράστηκε εξαιτίας του θανάτου του.

 Το ένα είναι η σύνδεσή του με βιογραφικά στοιχεία της εποχής της «ξέφρενης» διασκέδασης. Ο Μαζωνάκης αποτελεί εκφραστή όχι μόνο μιας παρελθούσας νεότητας, αλλά και μιας άλλης εποχής, μιας γενιάς που μεγάλωσε στην εποχή της τηλεοπτικής κυριαρχίας και της οικονομικής ευημερίας, μία από τις χαρακτηριστικότερες εκδηλώσεις της οποίας ήταν η μαζική βραδινή διασκέδαση και οι καταχρήσεις της. Τραγούδια του όπως «Σάββατο», «Gucci φόρεμα», «Ανήκω σε μένα», «Τρεις το πρωί» λειτουργούν ως συλλογικοί χρονικοί δείκτες αυτής της γενιάς που «μεγαλώνει» ουσιαστικά στην ύστερη Μεταπολίτευση.

Το δεύτερο στοιχείο που συναντάμε στις υπάρχουσες ερμηνείες και είναι σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο Μαζωνάκης βγήκε από το αναμενόμενο καλούπι του λαϊκού τραγουδιστή χωρίς να αρνηθεί τη βασική του αφετηρία και καταγωγή. Συναντήθηκε με πρόσωπα και θεσμούς της «νόμιμης» κουλτούρας: τον Σταμάτη Κραουνάκη, τον Φοίβο Δεληβοριά, τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Από την άλλη, συνεργάστηκε με τη ραπ, την τραπ και τη νεανική μουσική κουλτούρα, ενώ υιοθέτησε στοιχεία της camp και της queer αισθητικής, συγχρονίζοντας την εικόνα του με τις νέες συμπεριληπτικές τάσεις, όπως κάνουν διάσημα ποπ είδωλα διεθνώς.

Ο συνδυασμός της απενοχοποιημένης εκπροσώπησης της γενιάς της διασκέδασης και του ανοίγματος σε νέες τάσεις και διαφορετικές επιρροές έδωσε τη δυνατότητα στον Μαζωνάκη να πετύχει κάτι που ελάχιστοι λαϊκοί τραγουδιστές της γενιάς του κατόρθωσαν: να νομιμοποιήσει σε πολύ διευρυμένα ακροατήρια την κουλτούρα της νυχτερινής πίστας και του «πρωινάδικου», που στη δεκαετία του 1990 και 2000 ήταν συγκοινωνούντα δοχεία.

Η νομιμοποίηση της πίστας που πέτυχε ο Μαζωνάκης έχει και μία ακόμη ερμηνεία. Τα τραγούδια του πετυχαίνουν αυτό που θα ονομάζαμε εκσυγχρονισμό της λαϊκής καψούρας, του κυρίαρχου θέματος του ελληνικού τραγουδιού από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα.

Από τη μια μεριά τραγουδάει τον καημό, τη ζήλια, τα ξενύχτια και την αυτοκαταστροφική υπερβολή (μοτίβα που συναντάμε κατά κόρον στο σκυλάδικο), αλλά ταυτόχρονα επικαλείται την ανάγκη αυτονομίας, το αβέβαιο των σχέσεων και τον φόβο απώλειας του εαυτού μέσα στον δεσμό (συνήθως μοτίβα του έντεχνου ή ροκ). Η καψούρα του Μαζώ γίνεται έτσι η λαϊκή έκφραση μιας σύγχρονης αντίφασης: η αγάπη εξακολουθεί να αποτελεί μια ιερή αξία, αλλά αναζητείται μέσα σε έναν κόσμο ρευστών και επισφαλών δεσμών. Το παλαιό λαϊκό πάθος δεν εξαφανίζεται· αποκτά νέα κοινωνική σημασία. Δεν αφορά πλέον μόνο τη μοίρα, τη θυσία και την εγκατάλειψη, αλλά και την αυτονομία, την αυτογνωσία και την ανακατασκευή του εαυτού. Το τραγούδι «Εγώ αγαπάω αναρχικά» –την εποχή του αντιμνημονιακού κρεσέντο (2012)– συμπυκνώνει αυτή τη σύνδεση παραδοσιακών και (μετα)μοντέρνων αισθημάτων οικειότητας που ο Μαζώ ύμνησε με έναν ιδιαίτερο ρομαντικό ναρκισσισμό.

Εν κατακλείδι, ο Μαζωνάκης έκανε την πίστα χώρο όπου…

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Είδωλο με προβλήματα

 

Του Άρη Αλεξανδρή

Το κατευόδιο είναι το εύκολο μέρος.

Ειδικά στην περίπτωση του γνήσια λατρεμένου Γιώργου Μαζωνάκη, όλοι βρίσκουν κι από μια καλή κουβέντα να πουν τώρα – ακόμα κι εκείνοι που όσο ζούσε τον σνόμπαραν ως υπερβολικά «λαϊκοπόπ» και εμπορικό. Eτσι, μετά τον θάνατο του λαϊκού τραγουδιστή, ο κόσμος γέμισε ελεγείες για τον υπέροχο χαρακτήρα του, την ανατρεπτική παρουσία του, τη χαρακτηριστική φωνή και τα κλασικά πλέον τραγούδια του.

Οι αιχμηρές πλευρές ενός δημόσιου προσώπου που αντιστάθηκε διαχρονικά στην κατηγοριοποίηση και έφερε πολλές φορές σε δύσκολη θέση την εύθικτη κοινή γνώμη με τις επιλογές του, σε χρόνο-ρεκόρ μετά τον θάνατό του αμβλύνθηκαν ή ξεχάστηκαν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

Το δύσκολο, βέβαια, θα ήταν να αναγνωριστούν ως οργανικό μέρος του όσο ζούσε. Εκτός από δύσκολο, αυτό θα ήταν και απείρως εντιμότερο από την πλευρά εκείνων που επιφυλάσσουν τώρα στον νεκρό μια ηρωοποίηση που ο ίδιος ποτέ δεν ζήτησε (και ίσως και να κορόιδευε ελαφρώς).

Οι ύμνοι προς τον νεκρό είναι εν μέρει συγκινητικοί, γιατί πηγάζουν από αληθινό θαυμασμό, συμπάθεια, ίσως και αγάπη· παράλληλα, ωστόσο, συνιστούν δείγμα συντηρητισμού και άρνησης.

Εκτός από είδωλο, ο λαϊκός τραγουδιστής ήταν και άνθρωπος με εμφανή προβλήματα. Πόσοι από αυτούς που χύνουν ψηφιακά δάκρυα σήμερα, ήταν έτοιμοι να αποδεχθούν τα προβλήματα αυτά χωρίς να τα κρίνουν;

Πόσοι μπορούν να τα συζητήσουν ευθέως, χωρίς να τα χαρακτηρίσουν ευφημιστικά «δαίμονες» και «εκκεντρικότητες»;

Δεν ήταν και πολύ ακραίο να εικάσει κανείς ότι ο Γιώργος Μαζωνάκης θα κατέληγε σαν ροκ σταρ: Σε ένα ιατρείο που μπορεί να διενεργούσε νόμιμα ή παράνομα μια αμφιλεγόμενη θεραπεία «πλασμαφαίρεσης», η οποία μπορεί να ήταν ή να μην ήταν επικίνδυνη, υπό συνθήκες ασφαλείς ή λιγότερο ασφαλείς, ενώ ο ασθενής ήταν αρκετά ή εξόχως καταβεβλημένος. Η ασάφεια που χαρακτηρίζει το πλαίσιο της μοιραίας ανακοπής του τραγουδιστή, και που τώρα ερευνάται αρμοδίως, δεν είναι άσχετη με την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Oσο ο Μαζωνάκης ερχόταν σε ρήξη με την οικογένειά του με φόντο τον ακούσιο εγκλεισμό του σε ψυχιατρική κλινική ή εμφανιζόταν στην πίστα όχι ακριβώς νηφάλιος ή έδινε συνεντεύξεις σέρνοντας τα λόγια του, η πλειονότητα του κοινού επέλεγε να αποτιμήσει τα ανησυχητικά σημάδια της πτώσης του σαν άκακο δρώμενο: «Ετσι είναι οι σταρ!».

Κανείς δεν ήθελε να δει πιο μακριά.

Η αλήθεια είναι ότι και ο καλλιτέχνης ενθάρρυνε αυτήν τη στάση. Σε πρόσφατη συνέντευξή του υπονόησε ότι υπάρχουν άτομα που θέλουν το κακό του, ότι παρακολουθούνται οι κινήσεις του, ότι βρέθηκε μέχρι και καταγραφική συσκευή κρυμμένη στο σπίτι του. Δεν παραδέχθηκε όμως ότι, ανεξάρτητα απ’ όλα αυτά, κάτι δεν πήγαινε καλά και με τον ίδιο.

Oπως αναμενόταν, παράλληλα με τον θρήνο για τον κοσμαγάπητο τραγουδιστή, εκτυλίσσεται και μια σκανδαλοθηρική εκστρατεία διακρίβωσης της αιτίας θανάτου του.

Είναι όμως η αλήθεια αυτό που ενδιαφέρει τους φιλοπερίεργους θρηνούντες ή μήπως η εκδοχή της που εναρμονίζεται με την εικόνα που έχουν και επιθυμούν να διατηρήσουν για τον τραγουδιστή;

«Τον φάγανε», σχολιάζουν πολλοί κάτω από ειδήσεις και άρθρα σχετικά με την ανακοπή του τραγουδιστή στο Κολωνάκι, γιατί αυτό το σενάριο επιβεβαιώνει εκείνο που οι περισσότεροι θέλουν να πιστέψουν: ότι ο Μαζωνάκης ήταν ένα άθυρμα των περιστάσεων, ένα καλό παιδί που έπεσε θύμα μιας ανεπαρκούς γιατρού, όπως έπεσε θύμα μιας κακής οικογένειας.

Τι θα γίνει όμως αν αποδειχθεί ότι η γιατρός του έσφαλε μεν, αλλά ο θάνατος δεν συνδέεται αιτιωδώς με το σφάλμα της; Αν τα στοιχεία δείξουν πως πράγματι κάτι πήγε στραβά στη θεραπεία, αλλά ότι και ο ασθενής ήταν μια ωρολογιακή βόμβα;

Να εξαντλήσει ο νόμος την αυστηρότητά του σε όσους έκαναν κακό στον καλλιτέχνη.

Να μάθουμε όμως κι εμείς ότι…

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ: Η χαοτική ελληνικότητα του Μαζωνάκη

 

Toυ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΑΚΟΥ

Iσως και να φαντάζει παράδοξο το ομόψυχο πένθος για την εκδημία του Γιώργου Μαζωνάκη. Σπάει την παράδοση του λαού μας να διχάζεται για ψύλλου πήδημα.

Ενώ αποτελεί σύμφυτο χαρακτηριστικό της ράτσας μας να διαφωνούμε (και ενίοτε να καταντάμε να στρέφουμε όπλα ο εις εναντίον του άλλου) για το παραμικρό, στον θάνατο αυτού του τραγουδιστή ήταν πάνδημη η εκδήλωση της θλίψης.

Δεν υπήρξαν αξιοσημείωτες αντιρρήσεις και… αντιστίξεις στην έκφραση των συναισθημάτων που γέννησε το άγγελμα της θανής του Γιώργου Μαζωνάκη.

Μα πώς είναι δυνατόν να στενοχωριούνται το ίδιο οι απολιτίκ χαβαλέδες μπουζουκομανείς με τους μαρξίζοντες αμφισβητίες και τους λατρευτές της ύλης και της κομμουνιστικής «απελευθέρωσης», καθώς και με τους εθνικίζοντες συντηρητικοδεξιούς;

Μα είναι δυνατόν να παραγνωρίζουν οι ηθικολογούντες (δεξιάς τε και αριστεράς) τις παρεκκλίσεις του καλλιτέχνη;

Αντέχουν να λησμονούν τους εθισμούς του και τις επιλογές του, αίτινες άπτονται του σκληρού πυρήνα της προσωπικότητας κάθε ανθρώπου;

Αυτοί που είναι σαν τους τάφους (όπως λέγει και ο Χριστός στο Κατά Ματθαίον κεφ 23, στ. 27-28)* εύκολα θα καταδίκαζαν τον «λε Μαζώ» σε αιώνια παραμονή στην γέεννα του πυρός για συμπεριφορές που θα μπορούσαν να έχουν και οι ίδιοι (αρκετοί έχουν).

Ολοι οι υπόλοιποι (και είναι, ευτυχώς, συντριπτικά περισσότεροι) τον μακαρίζουν γιατί ήταν ένας εκπρόσωπος των τεράστιων αντιφάσεών μας και του ασύλληπτου ύψους που μπορεί να προσεγγίσει ο Ελληνας, αν απελευθερωθεί από τα «αν», τα «γιατί» και τα «διότι» και πράξει καταπώς ορίζει ο αληθής εαυτός του, η φύση του.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης εξέφραζε με χειρουργική ερμηνευτική ακρίβεια τις αντιφάσεις μας.

Με ταλέντο δυσεύρετο απαθανάτιζε σε νότες τα ύψη και τα βάθη μας, τα συν και τα πλην μας, τις διέσεις και τις υφέσεις μας. Οποιος τον άκουγε σε παρέα ξεχνούσε τις αντιθέσεις του με τους άλλους. Ενωνόταν σε μια κατάσταση σπάνια, σε μια συνθήκη σχεδόν ανέφικτη.

Ο τραγουδιστής αυτός εξέφραζε, άγνωστο πώς, το χάος από το οποίο προήλθαμε και στο οποίο θα καταλήξουμε. Και οι Ελληνες είμαστε συγγενείς με το χάος.

Είμαστε γεννήματά του και το προδώσαμε παράγοντας τάξη. Ταξινομήσαμε τις εμπειρίες μας και τα πορίσματα των παρατηρήσεών μας σε επιστήμη. Εφηύραμε τη δημοκρατία και την καταστήσαμε ενός ανδρός αρχή.

Αντιφατικά όλα τούτα;

Πού να δείτε τη ζωή του «λε Μαζώ».

Ο Μαζωνάκης, μέσα στο χάος του, παρήγαγε μουσική τάξη.

Οι ερμηνείες του ήταν τόσο ακριβείς και συνάμα ανθρώπινες, βαθιές, απροσχημάτιστες, που…