"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΙΩΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΚΙΩΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ - ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ: Κάποια άλλα Χριστούγεννα


Χριστούγεννα , και λέω ν’ αφήσω τα ζοφερά τρέχοντα και να σταθώ σε κάποιους όχι και τόσο μακρινούς και ανέμελους καιρούς – σε μέρες, θα ’λεγα, χειρότερες από αυτές που βιώνουμε. Με τη διαφορά ότι τότε προσδοκούσαμε το καλύτερο – δεν είχε προηγηθεί η πλαστή ευημερία των τελευταίων χρόνων, που καλούμαστε τώρα να ξοφλήσουμε. 


Θα σταθώ στα χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, σε κάποιες εικόνες της Αθήνας τέτοιες, χρονιάρες μέρες.


Μια χαρούμενη Αθήνα, με την οδό Αιόλου μια απέραντη αγορά – προέκταση των κοντινών. Και ο κόσμος να σουλατσάρει και, ανάλογα με τις ανάγκες και τις οικονομικές του αντοχές, να ψωνίζει. Κι εκεί κοντά το Χρηματιστήριο, με τους πάγκους των αργυραμοιβών απέξω, να ντάνες οι χρυσές λίρες και το χρυσαφικό. Κι άντε να διανοηθεί κάποιος να τα βουτήξει. Ολα τότε (αγορές, προίκες) αποτιμώνταν σε λίρες: 150 δραχμές η μία, ώσπου σε μια νύχτα (Απρίλης 1953) ο τότε υπουργός Συντονισμού Σπύρος Μαρκεζίνης διπλασίασε την τιμή της (όπως και του δολαρίου – από 15, 30 δραχμές), με αποτέλεσμα κάποιοι έχοντες να γίνουν πλουσιότεροι και άλλοι, χρεοφειλέτες, φτωχότεροι.


Ηταν τα χρόνια που στον φτωχόκοσμο της επαρχίας είχαν ανοιχτεί δυο δρόμοι: της Αθήνας και της ξενιτιάς. Για να γίνουν, κατά προτίμηση, μαστόροι, θυρωροί, λαχειοπώλες, εφημεριδοπώλες, λούστροι στην Αθήνα. Εργάτες και ανθρακωρύχοι σε Γερμανία και Βέλγιο. Λαντζέρηδες και καθαριστές σε Καναδά και Αυστραλία (και οι εναπομείναντες να περιμένουν το συνάλλαγμα για να επιβιώσουν). Και ο κινηματογράφος και το λαϊκό τραγούδι (με κύριο εκφραστή τον Στέλιο Καζαντζίδη), να προβάλλει και να τραγουδάει τους καημούς τους. Ηταν η εποχή που ο τόπος απορφανιζόταν από το πιο ζωτικό ανθρώπινο δυναμικό του, με ορατές τις συνέπειες.


Μια και αναφέρθηκα στους λαχειοπώλες, να σταθώ στο πρωτοχρονιάτικο Λαχείο Συντακτών (θεσπίστηκε το 1935 για την οικονομική ενίσχυση των πενόμενων τότε δημοσιογράφων και καταργήθηκε –έγινε Κρατικό Λαχείο– επί χούντας, για ν’ αντικατασταθεί από το καλούμενο αγγελιόσημο, που τώρα τρόικα και κυβέρνηση πάνε να καταργήσουν για να δώσουν τη χαριστική βολή στον κλάδο). Οπου ο πρώτος λαχνός τού εν λόγω λαχείου έδινε μια ολόκληρη πολυκατοικία.


Κι αφού ο λόγος στο σινάφι μας, ελάχιστες οι εφημερίδες που κυκλοφορούσαν (από τα περίεργα κι αυτό: τότε που ο κόσμος διάβαζε, οι εφημερίδες ήταν λίγες, τώρα που δεν διαβάζει, άπειρες), με τους εφημεριδοπώλες να τις κρατάνε παραμάσχαλα και να τρέχουν φωνάζοντας κάποιο τίτλο ή απλώς: «Εφημερίδες»!


Την τιμητική τους είχαν τότε, πριν προκύψουν οι φωτεινοί σηματοδότες (ο Γρηγόρης κι ο Σταμάτης), οι τροχονόμοι, που ρύθμιζαν την κυκλοφορία των λίγων σχετικά αυτοκινήτων όρθιοι σ’ ένα λευκό βαρέλι. Και παραμονή Πρωτοχρονιάς οι διάφορες επιχειρήσεις να τους ακουμπάνε παραδίπλα πεσκέσια: από γλυκά μέχρι ηλεκτρικές συσκευές.


Βασική ψυχαγωγία του κόσμου το ραδιόφωνο, το πικάπ με τα τραγούδια και τους χορούς της μόδας. Και τις Κυριακές σινεμά, με ουρές στις ελληνικές ταινίες – κωμωδίες και δράματα κατά προτίμηση. Και απαραίτητα με τα «καλά» τους: φόρεμα της μόδας τα θηλυκά, κοστούμι με γραβάτα τα σερνικά (το ότι θα ’ρχόταν μια μέρα όπου το ξεσκισμένο παντελόνι, και γενικά η λετσαρία, θα ήταν μόδα, ούτε η πιο προχωρημένη φαντασία δεν μπορούσε να πιάσει).


Κι αφού τα λέμε όλα ή περίπου... Απ’ τους καημούς των φτωχο-ανθρώπων της γενιάς μου: όταν ο κόσμος καλοντυνόταν, δεν είχαν τη δυνατότητα να πάρουν ένα ρούχο της προκοπής. Κι όταν την είχαν είχε επικρατήσει το (τάχα) απλό ρούχο – της παγκόσμιας (και) ενδυματολογικής ομοιομορφίας. (Η τελευταία φορά που φόρεσα κοστούμι, θυμάμαι, ήταν στις δεξιώσεις, τέτοιες ημέρες, από τον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, προς τιμή των ανθρώπων του Τύπου, που καταργήθηκαν – γινήκαμε και πολλοί. Οπως και οι θερινές, για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, μολονότι τελευταία είχαν συρρικνωθεί αριθμητικά και το «μενού» περιελάμβανε μόνο αναψυκτικά. Τίποτα δεν άφησε η κρίση.)


Κι ας τελειώσω με μια έκφραση που δεν είναι δική μου (δεν θυμάμαι σε ποιον ανήκει), που ακουμπάει στο προαναφερόμενο παρελθόν: 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ και ΙΣΤΟΡΙΑ: Κάποια άλλα Χριστούγεννα…



Χριστούγεννα εν όψει, και στα παλιά θα σταθώ και πάλι, αφού τα τωρινά έτσι κι αλλιώς τα λουζόμαστε, παραλογισμένοι από μια τριακονταπενταετία πλαστής ευημερίας που καλούμαστε να ξοφλήσουμε (τα συνήθη, εννοείται, θύματα).



Γυρίζω λοιπόν κάμποσα χρόνια πίσω, στην Κατοχή, εκείνη του ’40 (γιατί από κατοχές παντός είδους άλλο τίποτα σ’ αυτό τον τόπο).  

Στην Κατοχή που τα χρόνια που ακολούθησαν οι μανάδες παρουσίαζαν σαν εφιάλτη στα παιδιά τους: «Κάντε κράτει, μη μας βρει καμιά άλλη Κατοχή και πούμε το ψωμί ψωμάκι!»



Η γενιά μου δεν έχει μνήμες από εκείνη την Κατοχή. Εχει όμως από τα κατοπινά χρόνια – χρόνια ανέχειας κάθε είδους, για τα οποία βέβαια αίτια δεν ήταν καμιά εξουσία (γιατί ποιος τολμούσε να την αγγίξει), αλλά η άτιμη κοινωνία και η μοίρα – η κακομοίρα. Το δήλωναν άλλωστε τα λαϊκά τραγούδια και οι κινηματογραφικές ταινίες της εποχής. Ηταν ωστόσο τα αποκαλούμενα χρόνια της αθωότητας, τουλάχιστον για τα παιδιά που λέγανε τα κάλαντα, κυρίως από ανάγκη, προσδοκώντας σε κάποιο «λεφτό» ή καλούδι: «Καλήν ημέραν άρχοντες», όπου οι άρχοντες μπορεί να ήταν σε χειρότερη μοίρα από τα παιδιά που τα ’λεγαν, αλλά όλο και κάτι έδιναν – για το καλό…



Και περνάω σε μια μαρτυρία της συγγραφέως και παιδαγωγού Ελλης Αλεξίου (1894–1988), που της είχα ζητήσει, τέτοιες ημέρες, να θυμηθεί κάποια άλλα Χριστούγεννα («Ελευθεροτυπία», 24 Δεκεμβρίου 1979):



«Ηταν καλοκαίρι του 1942 – από κει αρχίζει η ιστορία που θα σου πω. Πείνα και δυστυχία. Ο κόσμος πέθαινε από την πείνα και από τους Γερμανούς. Εκεί λοιπόν που δεν είχαμε ένα κομμάτι ξερό ψωμί να φάμε, ακούμε κάποιον να φωνάζει στο δρόμο:



-Κοτόπουλα, καλά κοτόπουλα!



Μαζί μ’ όλο τον κόσμο που έτρεξε πατείς με πατώ σε, τρέξαμε κι εμείς. Και τι ήταν; Μικρά κλωσόπουλα μόλις βγαλμένα από το αυγό!



Εκανα να γυρίσω πίσω, αλλά η κοπέλα που μας βοηθούσε στο σπίτι, με συγκράτησε:



- Να πάρουμε ένα!



- Τι να το κάνουμε;



- Να το μεγαλώσουμε!



- Με τι;



- Θα το μεγαλώσω εγώ!



Δώσαμε μερικά… εκατομμύρια –τα λεφτά τότε δεν είχαν καμιά αξία– και πήραμε ένα κλωσοπουλάκι, που έγινε η μεγαλύτερη φροντίδα της Μαρίας.



- Θα το μεγαλώσουμε για τα Χριστούγεννα! είπε από την αρχή.



Τώρα, τι το τάιζε; Τσουκνίδες, κοπανισμένα κόκαλα κι ό,τι άλλο έβρισκε στους δρόμους καθώς το σεργιάνιζε δεμένο μ’ ένα σπάγκο από το πόδι για να μην της φύγει. Και να δεις ότι το κλωσόπουλο με τα ψέματα μεγάλωνε σιγά σιγά και γινότανε πετεινάρι.



Τις παραμονές των Χριστουγέννων είχε μεγαλώσει αρκετά.



- Θα το σφάξω απόψε και θα τ’ αφήσω να στεγνώσει για να το φάμε αύριο, μου λέει η Μαρία την παραμονή.



Εγώ όμως έτσι όπως το είδα το λυπήθηκα.



- Δεν τ’ αφήνεις να το σφάξουμε αύριο το πρωί, αφού θα το φάμε αύριο; της λέω.



- Καλά, λέει αυτή.


ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ: Για ένα γιορταστικό 2014…


«Πάει ο παλιός ο χρόνος, ας γιορτάσουμε παιδιά…» λέει το άσμα των ημερών. Τώρα, τι να γιορτάσουμε δεν το ξεκαθαρίζει: τον (εν προκειμένω) παλιό, κακό, ψυχρό κι ανάποδο που φεύγει και τη χαρά της προσδοκίας του νέου, ή να γιορτάσουμε, έτσι κι αλλιώς –και για τον φευγάτο και για τον ερχόμενο!

Ανήκω σ’ αυτούς που ό,τι και να συμβεί διατηρώ μιαν αισιοδοξία: «Κι αυτό θα περάσει», λέει άλλωστε ένας καζαντζακικός τύπος. «Αν σου συμβεί κάτι κακό, σκέψου ότι μπορούσε να σου συμβεί κάτι χειρότερο», γράφει σ’ ένα διήγημά του ο Τσέχοφ. Η γενιά μου δεν περνάει άλλωστε τα χειρότερα (αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει και να τα ανέχεται).

Χαμένες ευκαιρίες

Πάει ο παλιός ο χρόνος, και λέω να σταθώ σε κάποια, σχετικά πρόσφατα, σημαντικά συμβάντα –εννοώ στην Ελλάδα- που το 2014 συμπληρώνουν «στρογγυλά» χρόνια. Εψαξα λοιπόν τα χαρτιά και τη μνήμη μου, και ιδού μερικά (με την επιφύλαξη ότι όλο και κάτι σημαντικό μπορεί να μου ξέφυγε). Και φυσικά, κυρίως, γεγονότα που αφορούν τον πολιτιστικό χώρο. Αλλά πριν (εξ ου και το κυρίως), για να δέσει καλύτερα το πράγμα, μια αρπαχτή σε κάποια πολιτικο-ιστορικά – για να καταδειχθούν περισσότερο οι χαμένες ευκαιρίες και η εκτίμηση ότι δεν διδασκόμαστε τίποτα από το παρελθόν:

* Εβδομήντα χρόνια από τη λήξη της γερμανικής κατοχής (1944), για να ακολουθήσει το Δεκεμβριανό μακελειό και ο εμφύλιος, με το κυνήγι των «αντιφρονούντων» από τη νικήτρια παράταξη, που κράτησε ώς το 1974. Πενήντα (1964) από την ανάληψη (μετά τις θριαμβικές επαναληπτικές) της εξουσίας από την Ενωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου, η οποία ωστόσο εξέθρεψε τους αποστάτες, που έστρωσαν το χαλί στη δικτατορία. Σαράντα από την πτώση της χούντας –αφού πριν άναψε το πράσινο φως στους Τούρκους για τον άγριο τεμαχισμό της Κύπρου– και τον εξοστρακισμό της βασιλείας.


* Τετρακόσια χρόνια από τη γέννηση του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου – Ελ Γκρέκο, και το υπουργείο Πολιτισμού ανακήρυξε το 2014 Ετος Ελ Γκρέκο, με εκδηλώσεις σε Ελλάδα (ειδικότερα στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Κρήτη) και Ισπανία.

* Δέκα από την Ολυμπιάδα του 2004, που πήραμε με μύρια βάσανα, εκτελέσαμε άψογα (άγνωστο ακόμα με ποιο οικονομικό κόστος –πολλοί υποστηρίζουν ότι στον λογαριασμό που πληρώνουμε συμπεριλαμβάνεται κι αυτό), εισπράττοντας διεθνή εγκώμια («ευκαριστούμε Ελλάντα»!), αλλά με αναξιοποίητες και ρημαδιασμένες τις περισσότερες ακριβοπληρωμένες ολυμπιακές εγκαταστάσεις.

Αξέχαστοι

* Είκοσι (1994) από τον θάνατο της Μελίνας Μερκούρη και του Μάνου Χατζιδάκι, που μας λείπουν, αλλά παραμένουν ολοζώντανοι με το έργο τους (αν ζούσαν, πάντως, η Μελίνα το 2014 θα ήταν 94 ετών και ο Χατζιδάκις 89).

* Τριάντα από τον θάνατο του Βασίλη Τσιτσάνη, του Γιάννη Σκαρίμπα και του Μάνου Κατράκη, 40 του Κώστα Βάρναλη και του Κοσμά Πολίτη, 10 της Διδώς Σωτηρίου και της Ελένης Καζαντζάκη (συζύγου του Νίκου Καζαντζάκη και συγγραφέως, μεταξύ άλλων, του «Ασυμβίβαστου» –βιογραφία του Καζαντζάκη), 5 της Δανάης Στρατηγοπούλου (της αξέχαστης Δανάης– κι ας μην ξαναθυμίσω πώς «έφυγε»).

* Κι επειδή παραμεγάλωσε η αναφορά στο θανατικό, να σταθώ σε κάποιες γεννήσεις: Εκατόν τριάντα από τη γέννηση του Κώστα Βάρναλη, 125 του Βασίλη Ρώτα, 120 της Ελλης Αλεξίου, 110 του Γιάννη Τσαρούχη, της Μέλπως Αξιώτη και της Λιλίκας Νάκου, 100 του χαράκτη Α. Τάσσου.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ: «Εζησα το θαύμα της Αλβανίας»

(photo: Ο Οδυσσέας Ελύτης στο αλβανικό μέτωπο - 1941)

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

Επέτειος της 28ης Οκτωβρίου και ας αναφερθώ, σε όσους δεν το γνωρίζουν, σ' ένα αφιερωμένο στο αλβανικό έπος ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη, το οποίο όμως απέσυρε και θα εξηγηθεί πιο κάτω από τον ίδιο γιατί.

Πρόκειται για την «Αλβανιάδα», έργο ημιτελές, που δημοσιεύθηκε το 1965 στο φοιτητικό περιοδικό «Πανσπουδαστική», με εκτενή συνέντευξη του ποιητή και σχέδια του Γιάννη Μόραλη.

Περνάω αμέσως στο μεγαλύτερο μέρος τής άκρως ενδιαφέρουσας (ανυπόγραφης) αυτής συνέντευξης (που υπάρχει στο αρχείο μου, δανειζόμενος τον ίδιο τίτλο, με δικούς μου υπότιτλους), παρακάμπτοντας το ποίημα αφού ο δημιουργός του δεν το περιέλαβε τελικά στα έργα του. Οπου ο Ελύτης, αφού εξηγεί πώς αποφάσισε να σταματήσει τη σύνθεση του εν λόγω ποιήματος (τον τράβηξε το «Αξιον Εστί», ενώ δεν πρέπει να μας διαφεύγει και το «Ασμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», που έγραψε την ίδια περίοδο), περνάει στο Επος του Σαράντα όπου, όπως είναι γνωστό, συμμετείχε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός κι όπου αρρώστησε βαριά και παραλίγο να χάσει τη ζωή του.

- Πώς συμβαίνει να μην έχει εκδοθεί ακόμη η «Αλβανιάδα»; Μήπως έχουν δημοσιευθεί αποσπάσματα σε κανένα περιοδικό;

Ο «βλάχος» έφυγε· η βλαχιά?

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

Καλλιτεχνικοί βλάχοι προέκυψαν και άλλοι στα χρόνια που ακολούθησαν, ο Θύμιος του Χατζηχρήστου όμως παρέμεινε ο πρώτος, ο ένας, ο πιο αυθεντικός. Και δεν είναι υπερβολή να πούμε πως το τέλος του Κώστα Χατζηχρήστου σήμανε και το τέλος των Θύμιων

Απειρες οι εμφανίσεις του στο θέατρο και στον κινηματογράφο, στο μισό αιώνα της καλλιτεχνικής του διαδρομής. Εκεί όμως που διακρίθηκε ήταν στο γραφικό ρόλο του Θύμιου, του βλάχου, του χωριάτη.

Ηταν αρχές του '50, τέλος εμφυλίου (που ωστόσο η νικηφόρα «εθνικόφρων» παράταξη κράτησε ώς το 1974, με τα γνωστά...), όταν ο Θύμιος «σκάει μύτη» στην πρωτεύουσα από την επαρχία, που, λόγω αλόγιστων πολιτικών, αδειάζει κι ερημώνεται - άλλοι για την Αθήνα (που προοδευτικά τράβηξε το μισό πληθυσμό του τόπου, με τους περισσότερους σε αντιπαραγωγικές καρέκλες), άλλοι για την (αγύριστη) ξενιτιά (αυτά που πληρώνουμε στις μέρες μας, με συνέπεια, εκτός των άλλων, λόγω... Αρμαγεδδώνος, ν' αντιμετωπίζεται η αντίστροφη πορεία -που ήδη συντελείται κατά μόνας- προς την επαρχία, ενώ ξανάνοιξαν και οι μεταναστευτικοί δρόμοι).

Τι εφορίες, ΣΔΟΕ , ξένοι επίτροποι και κουραφέξαλα. Αναθέστε τη διαδικασία είσπραξης εσόδων στα μπουμπούκια της ΑΕΠΙ να σωθούμε!!!

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

Ξέρετε τι διαπίστωσα τις λίγες ημέρες που πέρασα σ' ένα νησάκι του Σαρωνικού; Οτι η μόνη επιχείρηση (ή, έστω, μία από τις λίγες) που πηγαίνει καλά σ' αυτό τον τόπο είναι η Ανώνυμη Εταιρεία Προστασίας της Πνευματικής Ιδιοκτησίας (ΑΕΠΙ).

Η εταιρεία, δηλαδή, που εισπράττει για λογαριασμό των μουσικών δημιουργών (συνθετών και στιχουργών) τα πνευματικά τους δικαιώματα.

Μέσα λοιπόν σε δυο-τρεις ημέρες άνθρωποι της εταιρείας που έχει αναλάβει την είσπραξη των λεγόμενων εκτελεστικών δικαιωμάτων πέρασαν απ' όλους τους χώρους που ακούγεται μουσική και εισέπραξαν χρήματα, το ύψος των οποίων δεν είμαι σε θέση να προσδιορίσω. Ενδεικτικά, 270 ευρώ κατέβαλε η ιδιοκτήτρια του μικρού ξενοδοχείου που έμενα για τους μήνες του καλοκαιριού που είναι ανοιχτό (στην ουσία δύο: Ιούλιος, Αύγουστος). Οχι μόνο για τη μουσική (ελληνική, ξένη - από ραδιοφώνου ή cd) που ακούγεται στην καφετέρια, αλλά και αυτή που μεταδίδεται από τις τηλεοράσεις των δωματίων!

Κλέφτρα...
Παλιά η... σχέση του συντάκτη της παρούσας στηλης με την ΑΕΠΙ. Από τότε που οι μουσικοί την αποκαλούσαν ληστρική. Αποκαλυπτική η δήλωση του Μίκη Θεοδωράκη (στο βιβλίο του Κώστα Τσαρούχα «Τα σκάνδαλα», σελ. 167, εκδ. «Ευκλείδης», 1979): «Αλλά υπάρχει και η ΑΕΠΙ. Τι να πω γι' αυτήν; Αρκεί να αναφέρω ότι τον Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1974, τότε που κατά γενική ομολογία όλα τα καταστήματα έπαιζαν τραγούδια μου, πήρα από "εκτελεστικά" δραχμές 0 (μηδέν)! Υπολογίζω ότι από τον καιρό που υπάρχω σαν συνθέτης η ΑΕΠΙ μου κλέβει 100.000 με 200.000 δραχμές το μήνα». 

Ενα «διάλειμμα» στο (κοντινό) παρελθόν

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

Η λιτότητα ξαναγύρισε τους χαμηλών αποδοχών καπνιστές στα τσιγάρα χύμα της δεκαετίας του '50 και του '60, διάβασα (και το 'κανε θέμα η τηλεόραση - ως συφοριασμένο πιασάρικο).

Δεν ξέρω αν και σε ποιο βαθμό συμβαίνει. Γεγονός είναι ότι όντως τις προαναφερόμενες δεκαετίες υπήρχαν καπνιστές που αγόραζαν τσιγάρα χύμα από κούτες των 88 τσιγάρων (κανονικά έπρεπε να περιέχουν 100 - τα 12 που έλειπαν ήταν, λέει, για τους στρατευμένους, ως απαραίτητο διατροφικό συμπλήρωμα, καθώς ακόμα δεν είχε ενοχοποιηθεί το κάπνισμα).

Ετσι κι αλλιώς τα χρόνια εκείνα ήταν εύκολο να καταλάβεις από την εμφάνιση και τις αγορές που έκανε κάποιος σε ποια κοινωνική (και πολιτική) τάξη ανήκε: από την περιοχή όπου έμενε, τα ρούχα (επί παραγγελία) που φορούσε, τα κέντρα που διασκέδαζε και τα ποτά που έπινε, τα τσιγάρα που κάπνιζε, την εφημερίδα που διάβαζε. Με το πάχος, στοιχείο ευμάρειας και αρχοντιάς.

Ηταν οι δεκαετίες που το πιο εύρωστο κομμάτι του τόπου έπαιρνε των ομματιών του για Γερμανία, Βέλγιο, Καναδά, Αυστραλία (απ' όπου και τα εμβάσματα), ενώ για τους εναπομείναντες δεν υπήρχε ντροπή για «παρακατιανές» δουλειές (αυτές που κάνουν τώρα οι λεγόμενοι οικονομικοί μετανάστες - και στις οποίες, όπως πάει το πράγμα, θα επιστρέψουμε...).

Ηταν η Ελλάδα της αντιπαροχής (που πήρε σβάρνα τα καλύτερα νεοκλασικά) και των αυθαίρετων (που νομιμοποιούνταν για λόγους ψηφοθηρικούς), των απαγορεύσεων, των πιστοποιητικών κοινωνικών φρονημάτων (με απαγορευμένο Κ.Κ. και διωγμό όχι μόνο οπαδών αλλά και συνοδοιπόρων), εγκλημάτων για «λόγους τιμής», ομαδικών «οίκων ανοχής», βερεσέδων (που είναι μια πρώτη εξάσκηση στα -συχνά αγύριστα- χρέη), της εισβολής του αμερικανικού τρόπου ζωής (μπλου τζιν, καουμπόικες και αστυνομικές ταινίες, ροκ, ξενόγλωσσες επιγραφές). 

Ηταν η Ελλάδα των «μέσων», των μεσαζόντων, των καταφερτζήδων, των βολεψιών, των παρακρατικών και των χαμένων ευκαιριών - να πάρει κομμάτι ο τόπος απάνω του.

Υπήρχαν όμως και οι εικόνες μιας ανέμελης ζωής: Μπορούσες να κοιμηθείς στην ταράτσα ή στη βεράντα του σπιτιού σου, σπάνιες οι κλοπές και άγνωστες οι ληστείες. Ακόμα, καθώς δεν υπήρχε τηλεόραση, σπιτική ψυχαγωγία το ραδιόφωνο - για όσους είχαν τη δυνατότητα, ενίοτε με δόσεις ή και μεταχειρισμένο. Το σινεμά («έναρξις από 10ης πρωινής»), με ουρές τις Κυριακές για ελληνικές κυρίως ταινίες (με ανώδυνα θέματα που δεν έθιγαν τους κρατούντες: κωμωδίες, ερωτικά δράματα, που όλα ωστόσο τελείωναν με γάμο). Το σουλάτσο σε πάρκα και πλατείες. Τα αναψυκτήρια και τα βαριετέ με τις «φίρμες» και τα τραγούδια της εποχής - με ένα ποτό στο τραπέζι ή απλός θεατής απ' έξω, στα όρθια. Τα πάρτι -συχνά ρεφενέ- με βερμούτ, πίπερμαν και ξηρούς καρπούς, με τους «αγκαλιαστούς» χορούς (που ευνοούσαν και το «ψηστήρι») αλλά και τους άλλους της μόδας. Και το καλοκαίρι ουρές στα λεωφορεία για μπάνιο στη θάλασσα - για Φάληρα, Γλυφάδα κ.λπ. στην πλατεία Συντάγματος, για Σκαραμαγκά - Ασπρόπυργο (πριν γίνει η καταστροφική βιομηχανική ζώνη και αφανιστεί η διαδρομή των Ελευσινίων) στην πλατεία Κουμουνδούρου.

Ακόμη, για τους φιλάθλους, οι ποδοσφαιρικοί αγώνες - ερασιτεχνικές οι ομάδες, οι ποδοσφαιριστές με ελληνικά ονόματα, μόνιμοι στις ομάδες τους, και η αμοιβή μια θέση σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Κι από φασαρίες φανατικών, ψιλοπράματα. Από κοντά οι αγώνες πυγμαχίας (με αιώνιους αντιπάλους για χρόνια Λαμπίδη - Παπαδόπουλο) και κατς (με κυρίαρχους Λαμπράκη - Καρπόζηλο και ως τρίτο «ουδέτερο» τον Καμπαφλή).

Για τους ανήσυχους και προβληματισμένους: τα απαγορευμένα και «επιλήψιμα» βιβλία και οι ταινίες, τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, οι διαδηλώσεις (για Κυπριακό, «προίκα» στην Παιδεία, σεβασμό των συνταγματικών ελευθεριών και προστασία του ακρογωνιαίου άρθρου 114), το όραμα για ένα καλύτερο αύριο.

Ωσπου το 1973 προέκυψε η κρίση του πετρελαίου κι εκεί που τα καθημερινά «αγαθά» είχαν για χρόνια τις ίδιες τιμές, άρχισαν να παίρνουν τον ανήφορο. Συνακόλουθα και οι αποδοχές των εργαζομένων (μόνο που δεν γινόταν αντιληπτό ότι περνούσαμε σε μια πλαστή ευημερία, τις συνέπειες της οποίας βιώνουμε ήδη). Και το 1974, έπειτα από αιώνες με ξένους κατακτητές, ντόπιες δικτατορίες και λογής καταπιεστικές εξουσίες, μια δημοκρατία που, απ' ό,τι καταφάνηκε, κυβερνώντες και κυβερνώμενοι δεν καλομεταχειριστήκαμε. 

Για τον πρόσθετο λόγο ότι τίποτα σ' αυτόν τον τόπο δεν έφτασε με κάποια ομαλή εξελικτική πορεία (από το χωριό στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας, από το γαϊδούρι στο Ι.Χ., από τη φλογέρα στο ξενυχτάδικο, από τις παρθενίες στην ερωτική ευφορία, από τις απαγορεύσεις στην πλήρη ελευθερία) και -το χειρότερο- με την ψευδαίσθηση πως ό,τι μας έχουν «φορέσει» (από τα ξεσκισμένα τζιν ώς τα χρέη) είναι ελεύθερη δική μας επιλογή.

«Οι πολιτικοί μάς τρέφουν με ψέματα»

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

Μέρες Νόμπελ -και λογοτεχνίας- και λέω να μη σταθώ σ' αυτόν που το πήρε φέτος, τον γνωστό μας Περουβιανό Μάριο Βάργκας Λιόσια, αλλά σ' έναν άλλο, πριν από πέντε χρόνια, το 2005, που μας άγγιξε ιδιαίτερα.

Είναι ο Βρετανός Χάρολντ Πίντερ, αγαπητότατος και στο ελληνικό κοινό, όχι μόνο ως συγγραφέας, αλλά και ως άγρυπνη συνείδηση διεθνούς εμβέλειας. Καταιγιστικός κατά των ανεξέλεγκτων καταπιεστικών εξουσιών, ενεργός συμπαραστάτης των απανταχού πασχόντων.

Αποκορύφωμα, η ομιλία του κατά την τελετή της απονομής του Νόμπελ στις 7 Δεκεμβρίου 2005. Μια ομιλία-καταπέλτης, που δεν έχει ξανακουστεί στο ιερατείο της Σουηδικής Ακαδημίας.

Ο ίδιος, χτυπημένος από καρκίνο, δεν μπόρεσε να παραστεί. Προμαγνητοσκόπησε κι έστειλε από το νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν την ομιλία, που προβλήθηκε σε τεράστιες οθόνες, προκαλώντας τεράστια αίσθηση. Τρία χρόνια αργότερα, στις 24 Δεκεμβρίου 2008, έφευγε από τη ζωή, στα 78 του.

«Εμεινα άφωνος, αλλά θα πάψω να είμαι άφωνος όταν θα πάω στη Στοκχόλμη», δήλωσε μόλις του αναγγέλθηκε ότι πήρε το Νόμπελ. 

Και όντως. Ιδού μερικά αποσπάσματα από εκείνη τη μνημειώδη ομιλία (σε μετάφραση των  Φωτεινής Μπάρκα και Ναταλί Χατζηαντωνίου), που είναι σαν να εκφωνήθηκε σήμερα:

«Για να διατηρηθεί η πολιτική εξουσία είναι αναγκαίο οι πολίτες να παραμένουν στην αμάθεια, να αγνοούν την αλήθεια, ακόμα και της δικής τους ζωής. Ως εκ τούτου, ό,τι μας περιβάλλει είναι ένα απέραντο υφαντό από ψέματα από τα οποία τρεφόμαστε».

«Οπως ξέρετε, η δικαιολογία για την εισβολή στο Ιράκ ήταν ότι ο Σαντάμ Χουσεΐν διέθετε ένα εξαιρετικά ισχυρό οπλοστάσιο όπλων μαζικής καταστροφής, κάποια από τα οποία μπορούσαν να πυροδοτηθούν μέσα σε 45 λεπτά, προκαλώντας τον όλεθρο. Μας διαβεβαίωσαν ότι αυτή είναι η αλήθεια. Δεν ήταν [...] Μας είπαν ότι το Ιράκ απειλεί την παγκόσμια ασφάλεια. Μας διαβεβαίωσαν ότι ήταν η αλήθεια. Δεν ήταν. Η αλήθεια είναι εντελώς διαφορετική και έχει να κάνει με το πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιλαμβάνονται το ρόλο τους στον πλανήτη και πώς επιλέγουν να παίξουν αυτό το ρόλο».

«Η εισβολή στο Ιράκ ήταν μια ληστρική πράξη, ενός αιματηρού τρομοκρατικού καθεστώτος που περιφρονεί κάθε έννοια διεθνούς δικαίου. Ηταν μια αυθαίρετη στρατιωτική επιχείρηση βασισμένη σε μια ατελείωτη σειρά ψεμάτων και χυδαίας χειραγώγησης των ΜΜΕ και κατ' επέκταση της κοινής γνώμης. Μια πράξη που ενώ υποδυόταν την απελευθέρωση, αποσκοπούσε στην εδραίωση του στρατιωτικού και οικονομικού ελέγχου των Αμερικανών στη Μέση Ανατολή -ως τελευταία πηγή πρώτων υλών».

Το «κατηγορώ» του στρέφεται και σε άλλες παρεμφερείς ανά τον κόσμο δραστηριότητες των ΗΠΑ, ενώ δεν χαρίζεται στη συμμετοχή της πολιτικής ηγεσίας του τόπου του ούτε στα όσα συνέβησαν στη Σοβιετική Ενωση και στην Ανατολική Ευρώπη μετά τον πόλεμο. Εκτιμά όμως πως «τα εγκλήματα της ΗΠΑ την ίδια περίοδο έχουν μόνο επιδερμικά καταγραφεί, πόσω μάλλον τεκμηριωθεί, πόσω μάλλον κατανοηθεί, πόσω μάλλον αναγνωριστεί ως εγκλήματα».

Ωστόσο καταλήγει:

«Πιστεύω ότι παρά τα τεράστια, υπαρκτά εμπόδια, υψίστης σημασίας υποχρέωση, που μας αφορά όλους εμάς τους πολίτες, είναι να έχουμε ατρόμητη, απαρέγκλιτη, άγρια πνευματική αποφασιστικότητα να ορίσουμε την πραγματική αλήθεια της ζωής μας και της κοινωνίας μας. Είναι επιτακτική ανάγκη. Εάν μια τέτοια στάση δεν ενσωματωθεί στο πολιτικό μας όραμα, δεν έχουμε καμία ελπίδα να αποκαταστήσουμε ό,τι σχεδόν έχουμε χάσει: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».

Θερινά σινεμά σε άσπρο-μαύρο

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

Ντάλα καλοκαίρι και τι βολικότερο και οικονομικότερο για τους εναπομείναντες στο κλεινόν άστυ από ένα θερινό σινεμά, από τα ελάχιστα που έχουν απομείνει -κάποτε περί τα χίλια πεντακόσια, τώρα περί τα εκατό.

Η μείωσή τους άρχισε μετά το 1970, οπότε ενέσκηψε η τηλεόραση, που λάβωσε γενικά το θέαμα. Και η χαριστική βολή ήρθε μετά το 1990, οπότε επέδραμε -άνευ όρων- η ιδιωτική τηλεόραση, που έκλεισε τον κόσμο στα σπίτια του. Για να του προσφέρει τι; Είναι και το δέλεαρ του τσάμπα -το είδος του ακριβοπληρωμένου τσάμπα ωστόσο, όχι τόσο στην τσέπη όσο στην υποβάθμιση του γούστου, στην αρτηριοσκλήρωση, στην απουσία διαλόγου, στην αποβλάκωση.

Ωστόσο, υπάρχουν οι επιχειρηματίες και μερικοί δήμοι που επιμένουν και δεν αφήνουν τα θερινά σινεμά να γίνουν πολυκατοικίες, σούπερ μάρκετ και τράπεζες. Και οι κινηματογραφόφιλοι που τα ενισχύουν με την παρουσία τους, καθώς άλλωστε είναι από τα ελάχιστα κατ' εξοχήν ελληνικά θεάματα που έχουν απομείνει. Ακόμη και όταν η ζέστη είναι ανυπόφορη, το θερινό σινεμά είναι προτιμότερο από τη σπιτική κλεισούρα -ακόμη και με κλιματισμό. Οπου εκτός από το προσιτό εισιτήριο, τις επαναλήψεις παλαιότερων και πρόσφατων ταινιών και τις πρώτες προβολές, αρκετοί επιχειρηματίες έχουν ενισχύσει τις καντίνες τους με ποτά και φαγώσιμα (δεν εννοώ τα φρικτά τσιπς), που σερβίρονται σε τραπεζάκια δίπλα στα καθίσματα -γιατί είναι κι αυτοί που όπου και να πάνε θέλουνε να φάνε και να πιούνε.

Τα θερινά ευνοούν και τους τσαμπατζήδες -αυτούς των γύρω πολυκατοικιών, με θέα την οθόνη ή όσους διαθέτουν μάντρες, πρόσφορες στην πιτσιρικαρία- κυρίως παλιότερα, όταν τα χρήματα ήταν ακριβότερα (όπως γίνονται και πάλι...).

Αρκετά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για τα θερινά σινεμά -τα περισσότερα σαν ένα είδος μνημόσυνου, ενώ μουσικά έχουν δοξαστεί από το πασίγνωστο τραγούδι (από το 1978) του Λουκιανού Κηλαηδόνη, με τη φωνή της Βίκυς Μοσχολιού και του ίδιου- προφητικό για το μέλλον τους («νύχτες που περνούν/ και δεν θα ξαναρθούν»...)

Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα φωτογραφικό λεύκωμα με τίτλο «Θερινά σινεμά», με τις υπογραφές των Ιωάννη Ασημακόπουλου και Δημήτρη Τσεβά (εκδ. «Τεθλασμένη»). Ενα λεύκωμα με ασπρόμαυρες φωτογραφίες, με τους ανά την Ελλάδα εναπομείναντες θερινούς.

Ιδού η εξήγηση που δίνει για την προτίμηση στο άσπρο - μαύρο προλογίζοντας ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Γιάννης Σολδάτος: «Για τους δύο φωτογράφους οι θερινοί κινηματογράφοι δεν είναι πια αυτοί που ήταν ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1970, δηλαδή χώροι όπου συνέρρεαν λαϊκά στρώματα και με ελάχιστο αντίτιμο απολάμβαναν θέαμα, έξοδο, αναψυχή, αγιόκλημα, γιασεμί και πολύχρωμα γεράνια. Ολα εδώ περιορίστηκαν στην γκάμα του άσπρου - μαύρου και στην αισθητική της φωτοσκιάς. Προβλήθηκε η αφαίρεση και η σκιά της ερήμωσης, το τοπίο που κουβαλάει ιστορική βουή και μνήμες, ένα τοπίο άγνωστο ακόμα και σε αυτούς που το βίωσαν από τον πόλεμο και μετά».

Και η Πηνελόπη Πετσίνη, έκτ. λέκτορας θεωρίας φωτογραφίας του Πανεπιστημίου Πατρών, που προλογίζει επίσης: «Το ασπρόμαυρο προκαλεί συναισθήματα και γεννά νοήματα με τρόπο σημαντικά διαφορετικό από αυτόν που κάνει το έγχρωμο, όπως δείχνει ξεκάθαρα το έργο πολύ διαφορετικών φωτογράφων όπως η Diana Arbus, ο Robert Frank, ο Josef Koudelka ή ο Sebastiano Salgado».

Ρομαντική - νοσταλγική, στο ίδιο λεύκωμα, η εικόνα που δίνει η Αννα Λυδάκη, αν. καθηγήτρια στο Πάντειο: «Νύχτες καλοκαιριού. Τόπος συνάντησης φίλων το καλοκαίρι, τόπος - καταφύγιο για τους μοναχικούς που απόμειναν στο άδειο άστυ, τόπος εντός της πόλης που σε οδηγεί εκτός αυτής και σε συνεπαίρνει σε μια επινοημένη πραγματικότητα που γοητεύει. Ολο θερινό σινεμά».

Οι δύο φωτογράφοι προτίμησαν να μιλήσουν μόνο με τις φωτογραφίες τους.

ΠΗΓΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Γιορτάζοντας με Κάστρο και Θεοδωράκη

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

(...) Ο λόγος, για μια ακόμη φορά στον Θεοδωράκη, καθώς, συμπληρώνει αισίως τα 85. Ευκαιρία να ξαναθυμίσω κάποια άλλα γενέθλια -τα καλύτερά του, κατά την εκτίμησή μου.

Πριν από 29 χρόνια

Ηταν πριν από 29 χρόνια, Ιούλιος του 1981 στην Κούβα, όπου είχε μεταβεί για σειρά συναυλιών με το «Κάντο Χενεράλ», που είχε προετοιμάσει κουβανέζικη ορχήστρα και χορωδία, με σολίστ τους δικούς μας Μαρία Φαραντούρη, Πέτρο Πανδή και τον Λάκη Καρνέζη στο μπουζούκι. Και ακόμα τον Γιώργο Νταλάρα σε άλλα τραγούδια του - όλα υπό τη διεύθυνσή του. Το «Κάντο» παρουσιάστηκε στη συνέχεια -προσφορά του Κάστρο- και στη Μανάγκουα της Νικαράγουας, όπου οι Σαντινίστας γιόρταζαν τα δύο χρόνια από την απαλλαγή της χώρας από τη δικτατορία του Σομόζα, με πρόεδρο τον Ντανιέλ Ορτέγκα, που είναι και σήμερα πρόεδρος (κάτω όμως από άλλες συνθήκες, που δεν είναι του παρόντος).

Ενα ακόμη σημαντικό: Απαντες, συμπεριλαμβανομένης και της ταπεινότητάς μου, ήμασταν 29 χρόνια νεότεροι, με την Κούβα στ' απάνω της, καθώς είχε την αμέριστη υποστήριξη της κραταιάς Σοβιετικής Ενωσης.

Ο Κάστρο είχε εμφανιστεί απρογραμμάτιστα στην τελευταία συναυλία του «Κάντο», στην πλατεία του καθεδρικού της Αβάνας.

Απρογραμμάτιστα, καθώς έπειτα από τις αλλεπάλληλες απόπειρες δολοφονίας δεν ανακοινώνονταν οι κινήσεις του. Επευφημίες από τον κόσμο («βίβα Φιντέλ!») που είχε κατακλύσει τον χώρο.

Με το τέλος της συναυλίας, συγχαρητήρια («μανίφικο!» - «θαυμάσιο!») και ασπασμός από τον Κάστρο στον Θεοδωράκη. Και λίγο πιο μετά, η ξεναγός που είχε χρεωθεί τους τρεις Ελληνες δημοσιογράφους (οι άλλοι δύο ήταν ο Κώστας Ρεσβάνης από τα «Νέα» και ο Αρης Παπάνθιμος από τον «Ριζοσπάστη», που έφυγε πρόωρα από τη ζωή) ζήτησε να την ακολουθήσουμε «για ένα ποτό» στην αίθουσα διπλανού κτιρίου, περνώντας από κάτι φρουρούς-θηρία. Η σύστασή μας από τον Θεοδωράκη στον Κάστρο:

- Από δω οι Ελληνες δημοσιογράφοι.

- Και σεις Ελληνες; Μα παντού βλέπω Ελληνες. Ακόμη και δυο υπουργοί μου είναι Ελληνες!

Η χαιρετούρα εγκάρδια, αλλά σύντομη. Αδύνατο να του απευθύνουμε ένα λόγο. «Νο ιντερβιού» - «όχι συνέντευξη», ψιθυρίζουν τα ανθρωποθηρία της φρουράς του. Το ίδιο πρόβλημα και για φωτογραφίες.

Διπλά γενέθλια

Λίγο πιο μετά μπήκαμε με τη συνοδό μας σ' ένα αμάξι για να φτάσουμε σε μια εμφανίσιμη μονοκατοικία (προφανώς κάποτε κάποιου αξιωματούχου του δικτάτορα Μπατίστα), όπου φιλοξενούνταν ο Θεοδωράκης με την οικογένειά του.

Περνάμε σ' έναν καταπράσινο λουλουδιασμένο κήπο. Εκεί, έπειτα από λίγο και ο Κάστρο, με κάποιους δικούς του - συνολικά μ' εμάς περί τα είκοσι άτομα.

Ηταν, είπαμε, 29 Ιουλίου και οι Κουβανοί, που προφανώς ήξεραν, είχαν ετοιμάσει έναν μπουφέ με εδέσματα και ποτά, μαζί με μια τούρτα με ένα κερί για τα γενέθλια του Θεοδωράκη.

Οπως όμως έγινε αμέσως γνωστό, τα γενέθλια ήταν διπλά, καθώς γιορτάζονταν και του Κάστρο, κάπως πρόωρα βέβαια, αφού έχει γεννηθεί στις 13 Αυγούστου 1926 (είναι ένα χρόνο μικρότερος του Θεοδωράκη).

Ο Κάστρο έχει τα κέφια του και η όλη εμφάνιση και η συμπεριφορά του δύσκολα παραπέμπουν στον άτεγκτο επαναστάτη και τον αδέκαστο κατήγορο των Αμερικανών.

Η βραδιά -η ολονυχτία πιο σωστά, αφού κράτησε περί τις τέσσερις ώρες- κύλησε με πολύ κέφι. Παρά τα «νο ιντερβιού», αρκετή κουβέντα και φωτογραφίες με τον Κουβανό ηγέτη -με ενδιάμεσο πάντα τον Θεοδωράκη, με τραγούδι από τον Νταλάρα και μπουζούκι από τον Καρνέζη (όλα με την επιστροφή μου επί μια εβδομάδα από τις σελίδες της «Ε»).

Για εμάς ιδιαίτερα τους δημοσιογράφους, ήταν μια σπάνια εμπειρία, καθώς βρεθήκαμε να συνυπάρχουμε με τον μεγαλύτερο εν ζωή επαναστάτη - οδυνηρό αγκάθι, πάνω από πενήντα χρόνια τώρα, στο πέλμα του Αμερικανού γίγαντα, δίπλα σ' έναν δικό μας ζωντανό μύθο. (Ανταποδίδοντας τη φιλοξενία του Κάστρο, ο Θεοδωράκης τον προσκάλεσε στην Ελλάδα, αλλά προφανώς δεν αρκούσε μόνον η δική του πρόσκληση.)

πηγη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Ο «Παρνασσός» - άλλοτε και τώρα

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

Τους τελευταίους μήνες βρέθηκα να παρακολουθώ τρεις ενδιαφέρουσες μουσικές εκδηλώσεις στην αίθουσα του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός», στην πλατεία Καρύτση, όπου είχα να πατήσω χρόνια- για κάποια διάλεξη ή έκθεση. Και αυτό επειδή έχω ταυτίσει -χωρίς να είμαι ο μόνος- το χώρο αυτό με το συντηρητισμό και τις μεγάλες ηλικίες.

Να όμως που στις εκδηλώσεις που παρακολούθησα είδα αρκετούς νέους, ενώ από ένα φυλλάδιο του τριμήνου Απρίλιος - Ιούνιος πληροφορήθηκα ότι υπάρχουν και άλλες αξιόλογες· ενδεικτικά: συναυλίες με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Ορχήστρα των Χρωμάτων, τη Συμφωνική Ορχήστρα Δήμου Αθηναίων, το Φιλαρμονικό Κουαρτέτο Βερολίνου. Και καλλιτέχνες όπως οι πιανίστες Νέλλη Σεμιτέκολο, Παναγιώτης Δημόπουλος, Στέλλα Κούκου. Επιπλέον, από πέρυσι ο «Παρνασσός» συνεργάζεται με το Φεστιβάλ Αθηνών, φιλοξενώντας τις επόμενες ημέρες δύο εκδηλώσεις: Ρεσιτάλ πιάνου της Ντόρας Μπακοπούλου (29 Ιουνίου) και του Βασίλη Βαρβαρέσου (1 Ιουλίου). Το εισιτήριο 5, 10, 15 ευρώ και ενίοτε δωρεάν.

Ιστορία 145 χρόνων
Η ιστορία του «Παρνασσού» μετράει από τις 24 Ιουνίου 1865, δηλαδή ακριβώς πριν από 145 χρόνια, που σημαίνει ότι είναι ο πιο μακρόβιος πνευματικός σύλλογος του τόπου (ο Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων ιδρύθηκε από τον Δημήτριο Βικέλα το 1899 και η Ακαδημία Αθηνών το 1926 - και για τα δύο έχω ασχοληθεί σε προηγούμενα «Διαχρονικά»).

Ιδρυτής ο νομισματολόγος Παύλος Λάμπρου, ο οποίος όμως το πέρασε στα τέσσερα ανήλικα παιδιά του: Μιχαήλ (16 ετών), Σπυρίδωνα (14), Κωνσταντίνο (12) και Διονύσιο (11). Οι δύο πρώτοι υπήρξαν και οι πρώτοι πρόεδροι του συλλόγου (ο Μιχαήλ επανήλθε και αργότερα). Πρώτος επίτιμος πρόεδρος ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος.

Πρώτη στέγη ένα δωμάτιο στο σπίτι του Λάμπρου στην οδό Παρθεναγωγείου (σήμερα Πεσμαζόγλου). Χρειάστηκε να αλλάξουν δυο-τρεις ακόμη χώρους ώσπου να καταλήξουν στο ιδιόκτητο της πλατείας Καρύτση.

Βασικός σκοπός του συλλόγου, όπως αναφέρεται στο καταστατικό του: «η διά της από κοινού των μελών αυτού ενεργείας πρόοδος και γενική ωφέλεια». Σκοπός που στη συνέχεια έγινε πιο συγκεκριμένος. Οπου, εκτός από φιλολογικές, εθνικές και κοινωνικές εκδηλώσεις, δημιουργήθηκε βραδινή σχολή για άπορους μαθητές, σε ιδιόκτητο κτίριο Θεμιστοκλέους και Καντακουζηνού, με παραρτήματα και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας. Δραστηριότητες ενός παρελθόντος, που συνεχίζονται ενισχυμένες ώς τις μέρες μας, όπως με πληροφόρησαν -πρόθυμοι να απαντήσουν και σε ενοχλητικές ερωτήσεις- ο πρόεδρος του συλλόγου Ιωάννης Μαρκαντώνης και ο γενικός γραμματέας Διονύσιος Καλαμάκης -ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών ο πρώτος, επίκουρος ο δεύτερος.

Για να εξασφαλιστεί αυτή η διάρκεια χρειάστηκε η οικονομική ενίσχυση και το κύρος σημαντικών παραγόντων -από βασιλείς, Προέδρους Δημοκρατίας, πρωθυπουργούς, ιερωμένους, δωρητές- ευεργέτες, πανεπιστημιακούς και, κυρίως, ανθρώπους του πνεύματος, «οι οποίοι καθόρισαν εν πολλοίς το στίγμα του συλλόγου». Στους τελευταίους να αναφέρω ενδεικτικά τους: Αχιλλέα Παράσχο, Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, Δημήτριο Βικέλα, Αγγελο Βλάχο, Εμμανουήλ Ροΐδη, Ανδρέα Λασκαράτο, Γεώργιο Βιζυηνό, Κωστή Παλαμά, Γεώργιο Σουρή, Γρηγόριο Ξενόπουλο, Σπύρο Μελά, Γιώργο Θεοτοκά, Πέτρο Χάρη, Στρατή Μυριβήλη, Νικηφόρο Βρεττάκο (ο τελευταίος είναι και ο μόνος αναγνωρισμένος ως αριστερός σ' ένα σύλλογο που δεν έκρυβε τον αντικομμουνισμό του). Κι από ξένους: Δόρα ντ' Ιστρία, Γκαμπριέλ ντ' Ανούτσιο, Φρεντερίκ Μιστράλ, Εδμόνδος Ροστάν. Πορτρέτα αρκετών από τους προαναφερόμενους κοσμούν τις αίθουσες του συλλόγου.

Ας δούμε τώρα ποιο, πέρα από τις καλλιτεχνικές και τις άλλες εκδηλώσεις που ανέφερα, είναι το σημερινό έργο του συλλόγου, το κτίριο του οποίου πρόσφατα ανακαινίστηκε πλήρως με την οικονομική ενίσχυση του Ιδρύματος Νιάρχου.

Λειτουργεί λοιπόν ακόμα η βραδινή σχολή εργαζόμενων νέων και η διδασκαλία της ελληνικής σε αλλοδαπούς από 51 χώρες. Και ακόμα τμήματα ξένων γλωσσών, βυζαντινής μουσικής και πληροφορικής, επιμορφωτικά σεμινάρια, εκδόσεις, ενώ κάθε χρόνο γίνονται εκθέσεις και διαγωνισμοί ζωγραφικής, λογοτεχνίας και θεατρικού έργου.

Ο σύλλογος διαθέτει επίσης βιβλιοθήκη (από δωρεές) με 70.000 τόμους βιβλίων και περιοδικών και πινακοθήκη με 300 έργα, μεταξύ των οποίων και τον περίφημο πίνακα του Γ. Ροϊλού «Οι ποιηταί». Οσον αφορά τα οικονομικά του, αιμοδοτείται από τα ενοίκια των ακινήτων - κληροδοτημάτων, που του αποδίδουν περί το ένα εκατομμύριο ευρώ το χρόνο - ποσόν που ισοδυναμεί με τα έξοδά του. Εχει 480 τακτικά μέλη (για την έγκριση της εγγραφής ενός μέλους απαιτείται και η πρόταση από τρία τακτικά).

Σ' ένα περιορισμένο σημείωμα δεν είναι φυσικά δυνατό να αναφερθούν διεξοδικά οι δραστηριότητες του «Παρνασσού» και να απαντηθούν ερωτήματα που είναι δυνατό να υπάρχουν. Απ' ό,τι πάντως φαίνεται είναι σαφής η προσπάθεια της σημερινής ηγεσίας του για ένα άνοιγμα σε περισσότερο κόσμο και ειδικότερα στους νέους.

πηγη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Πέντε χρόνια χωρίς τον Σταύρο Κουγιουμτζή

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

«Με τον θάνατο του Σταύρου Κουγιουμτζή, το λεγόμενο έντεχνο ελληνικό τραγούδι χάνει έναν από τους πιο προικισμένους, τους πιο πηγαίους και, επιπλέον, σεμνούς δημιουργούς του.
Η απώλειά του έρχεται να προστεθεί σ' εκείνες των πρόωρα χαμένων Μάνου Λοΐζου και Απόστολου Καλδάρα, που κινούνταν στην ίδια περίπου κλίμακα», έγραφα στις 20 Μαρτίου 2005  για τον συνθέτη που έφυγε από τη ζωή στις 14 Μαρτίου του ίδιου χρόνου (σαν σήμερα πριν απο 5 χρόνια), στα 73 του.

Ο Σταύρος Κουγιουμτζής ήταν από τους συνθέτες που η δουλειά τους είναι περισσότερο γνωστή από τους ίδιους. Δεκάδες τα τραγούδια του που έγιναν επιτυχίες αντοχής. Μερικοί τίτλοι: «Το σακάκι μου κι αν στάζει», «Δίχως την καρδούλα σου», «Κάπου νυχτώνει», «Ετσι είν' οι ανθρώποι», «Στα ψηλά τα παραθύρια», «Ολα καλά, όλα ωραία», «Να 'τανε το '21», «Το πουκάμισο το θαλασσί», «Μ' έκοψαν με χώρισαν στα δυο», «Αν δεις στον ύπνο σου ερημιά», «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», «Οι ελεύθεροι κι ωραίοι». Σε στίχους δικούς του, αλλά και Παπαδόπουλου, Ελευθερίου, Δασκαλόπουλου, Τσώτου, Μπουρμπούλη κ.ά. Κι από ερμηνευτές: Νταλάρας, Αλεξίου, Καλατζής, Αιμιλία Κουγιουμτζή (η σύζυγός του) κ.ά.

Και όμως, σεμνός...
«Νομίζω ότι η δουλειά ενός συνθέτη είναι να γράφει τραγούδια που να περνάνε στον κόσμο. Από κει κι έπειτα δεν είναι δική του δουλειά να βγαίνει και να λέει ότι, ξέρετε, αυτό είναι δικό μου. Ο συνθέτης πετυχαίνει όταν καταφέρνει να συγκινήσει τον κόσμο καλλιτεχνικά. Πέτυχα εμπορικά σημαίνει κάτι άλλο: να ξέρουν τ' όνομά σου οι πάντες κι όταν ρωτήσεις κάποιον να δυσκολεύεται να βρει δυο τραγούδια σου», έλεγε σε συνέντευξη που του είχα πάρει και είχε δημοσιευθεί στην «Ε» στις 16 Αυγούστου 1983, εν όψει δύο συναυλιών του στο θέατρο Λυκαβηττού.
«Δεν είμαι και τόσο σεμνός. Οταν είμαι με τους φίλους μου, μπορώ να μιλήσω για πολλούς αστείους και ατάλαντους στο επάγγελμά μας και μπορώ να τους περάσω γενεές δεκατέσσερις. Είναι δικαίωμά μου. Δεν είναι όμως καθόλου δικαίωμά μου να βγαίνω και ν' ανακοινώνω δημοσία αυτά τα πράγματα. (...) Δεν μας επιτρέπεται να βγαίνουμε σαν τις γυναικούλες και να κατηγορούμε συναδέλφους μας».

Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, σ' ένα προσφυγικό συνοικισμό κοντά στο Γεντί Κουλέ, τα πρώτα τραγούδια που άκουσε και αγάπησε ήταν αυτά που φέραν οι πρόσφυγες:

«Θυμάμαι, παιδί, ότι ένιωθα θαυμασμό όταν άκουγα ένα καλό τραγούδι. Ακουγα Βαμβακάρη, Τσιτσάνη και, καθώς δεν είχα μουσικές γνώσεις, τα δεχόμουν αγνά, με την καρδιά. Νομίζω ότι η γνώση κυριαρχεί πάνω από τις άλλες ψυχικές καταστάσεις του ανθρώπου, επιδρά σαν δηλητήριο. Αυτή μου τη στάση την κράτησα και αργότερα, και θυμάμαι τη συγκίνηση που ένιωσα όταν άκουσα για πρώτη φορά τον "Επιτάφιο" του Θεοδωράκη, με την ποίηση του Ρίτσου. Ετσι έβλεπα το τραγούδι σαν συνδετικό κρίκο με τους άλλους ανθρώπους».

Σπουδές και επιτυχίες
Στα 15 του μπήκε στο Κρατικό Ωδείο, για να βγει έπειτα από 7 χρόνια με γνώσεις αρμονίας, αντίστιξης, φούγκας. Στο μεταξύ άρχισε να δουλεύει σε κάποια κέντρα της Θεσσαλονίκης ως πιανίστας, για τον επιούσιο. Το πρώτο του τραγούδι, το «Περιστεράκι», με ερμηνεύτρια τη Ζωίτσα Κουρούκλη, παρουσιάστηκε το 1961 στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Αλέκος Πατσιφάς της «Λύρας», που τ' άκουσε, τον προέτρεψε να γράψει λαϊκά τραγούδια, πράγμα εύκολο για τον Κουγιουμτζή, γιατί σ' αυτά το κλίμα του ήταν πιο οικείο. Τα δύο πρώτα λαϊκά τραγούδια του έγιναν αμέσως επιτυχίες: «Αν δεις στον ύπνο σου ερημιά», με τον Μανώλη Κλωναρίδη και το «Μη μου θυμώνεις μάτια μου», με τον Γιάννη Πουλόπουλο -και τα δύο σε δικούς του στίχους.

Η Θεσσαλονίκη όμως δεν του πρόσφερε ευκαιρίες και το 1967 έρχεται στην Αθήνα. Εδώ γνωρίζεται με τη «Μίνως» και τον Γιώργο Νταλάρα κι από εδώ ανοίγεται ουσιαστικά ο δρόμος του, που σημαδεύεται μ' ένα από τα μεγαλύτερα σουξέ της εποχής: «Να 'τανε το '21».

Στην ερώτηση αν συμμερίζεται την άποψη ότι τραγούδι στις μέρες μας (και μιλάμε για μέρες του 1983, πριν από 27 χρόνια), απαντάει:
«Υπάρχει οπωσδήποτε πρόβλημα. (...) Θέλω να πω ότι τα γεγονότα τα τελευταία χρόνια τρέχουνε με τόση ταχύτητα, ώστε δεν προλαβαίνουν να δημιουργήσουν βιώματα στον νέο συνθέτη».
Και πιο κάτω:
«...το τραγούδι προϋποθέτει μεράκι και όχι άγχος. Κάποτε οι άνθρωποι είχανε καημό. Τώρα έχουνε τρόμο, ανασφάλεια. Αυτό το πράγμα μπορεί να γίνει τραγούδι;»

πηγη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

30 χρόνια χωρίς την πιο αγαπημένη άσχημη. Σαν σήμερα το 1980 έφυγε η μεγάλη ΓΕΩΡΓΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

Η εκ φύσεως σωματική ασχήμια (κυρίως στο πρόσωπο) είναι βέβαια κάτι για το οποίο εκείνος ή εκείνη που το έχει... χρεωθεί δεν είναι υπεύθυνος. Και φυσικά δεν είναι καθόλου ευγενικό ν' ακούει να του (ή της) το λένε. Εκτός αν εχει χιούμορ, αν έχει τη χάρη του αυτοσαρκασμού ή, ακόμα καλύτερα, αν την αξιοποιεί για να κάνει καριέρα.

Τέτοια περίπτωση υπήρξε η Γεωργία Βασιλειάδου, η απολαυστικότερη καρατερίστα που ανέδειξε το ελληνικό θέατρο και ο κινηματογράφος· τις ταινίες στις οποίες συμμετείχε δεν χορταίνουμε να βλέπουμε και να ξαναβλέπουμε στα κανάλια -που εν πολλοίς τα ξελασπώνουν. Η Γεωργία Βασιλειάδου, που έφυγε από τη ζωή πριν από 30 χρόνια στα 83 της.

50 ταινίες
«Η ωραία των Αθηνών, «Η καφετζού», «Η θεία από το Σικάγο», «Η κυρά μας η μαμμή», «Η κυρία δήμαρχος», «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός» είναι οι τίτλοι μερικών από τις 50 ταινίες (από το 1930 ώς το 1977) στις οποίες έπαιξε και ξεχώρισε αποσπώντας την ευφορία χωρίς μούτες, χωρίς να ζορίζεται για ν' αποσπάσει την αποδοχή του θεατή, φυσιολογική -λες και ό,τι έπαιζε ήταν κομμάτι από τη ζωή της. Δίπλα ή παράλληλα με άλλους ισάξιους συγκαιρινούς ομοτέχνους της: Αυλωνίτης, Λογοθετίδης, Σταυρίδης, Παπαγιαννόπουλος, Φωτόπουλος, Ηλιόπουλος, Ρίζος, Γκιωνάκης, Βέγγος- να βάλω και τη Σαπφώ Νοταρά (άλλη άσχημη που διέπρεψε, αλλά σε μικρότερη κλίμακα).

Ετσι κι αλλιώς άλλωστε οι χαρακτήρες που ενσάρκωνε ήταν καθημερινοί, ελληνικοί, με τις έγνοιες και τα προβλήματά τους, που αντιμετώπιζε με χιούμορ και καλή διάθεση με το... προσόν της άσχημης για το οποίο δεν σκοτιζόταν ή δεν είχε συνείδηση. «Και θα μ' αφήσεις μόνη με τον ταξιτζή;», ρωτάει στην ταινία «Η ωραία των Αθηνών» τον Μίμη Φωτόπουλο. «Ε, τώρα δεν φοβάται πια, σε συνήθισε», της λέει.

Και όμως, δεν ξεκίνησε την καλλιτεχνική της διαδρομή ως κωμικός - καρατερίστα, αλλά ως λυρική αοιδός. Αλλά ας πάρω τα πράγματα από την αρχή (με αρκετά στοιχεία από το βιβλίο «Πινακοθήκη γέλιου» του Κώστα Παπασπήλιου, εκδ. Εμπειρία Εκδοτική, 2002):
Παιδί πολυμελούς οικογένειας, με άλλα εννέα αδέλφια, γεννήθηκε το 1897 στα Τουρκοβούνια της Κυψέλης. Αθανασίου το πραγματικό της επίθετο, που άλλαξε σε Βασιλειάδου όταν συνάντησε την αντίδραση των δικών της να γίνει θεατρίνα -επάγγελμα καταφρονεμένο τότε.

Μικρή έμεινε ορφανή από πατέρα, ο οποίος, όντας αξιωματικός ιππικού, έπεσε από άλογο και σκοτώθηκε στα 32 του (κι είχε προλάβει, το θηρίο, να κάνει δέκα παιδιά!), με τη Γεωργία και τ' αδέλφια της να ρίχνονται στη βιοπάλη για τον επιούσιο. Από τα επτά της κιόλας, η Γεωργία εργαζόταν στο κορνιζάδικο θείου της στην οδό Αιόλου. Από σχολείο, λίγα πράγματα.

Στη Λυρική Σκηνή
Απαντοχή της το τραγούδι. Για το κέφι της αρχικά, για καριέρα επαγγελματική μεγαλώνοντας. Το λυρικό τραγούδι ήταν αυτό που την πρωτοτράβηξε, οπότε ξεκίνησε μαθήματα στη σχολή Γεννάδη, πράγμα που τη βοήθησε να περιληφθεί στη χορωδία της Λυρικής Σκηνής.

Το μελόδραμα ωστόσο δεν της κάθισε και αποφάσισε να περάσει στο θέατρο. Σε μικρούς ρόλους στην αρχή, ώσπου την πρόσεξε η Μαρίκα Κοτοπούλη και την έβαλε στον θίασό της σ' ένα πλούσιο και ποικίλο ρεπερτόριο, περί τα δέκα χρόνια.

Εν τω μεταξύ, είχε παντρευτεί από το 1930 και είχε αποκτήσει μια κόρη. Χώρισε, ξαναπαντρεύτηκε το 1945 και ξαναχώρισε μένοντας τέσσερα χρόνια μακριά από το θέατρο μεγαλώνοντας την κόρη της. Τότε ήταν που τη βρήκε ο Αλέκος Σακελλάριος και ξεκίνησε μαζί του την κινηματογραφική της καριέρα, που την έκανε πασίγνωστη και κοσμαγάπητη. Αναζητούσε τότε ο Σακελλάριος μια λαϊκή γυναίκα για το ρόλο μιας κουτσομπόλας σε θεατρική μουσική κωμωδία που ετοίμαζε. Και τη βρήκε στο πρόσωπο της Βασιλειάδου στο «Στέμμα», το καφενείο-στέκι των, άνεργων κυρίως, ηθοποιών, κοντά στην Ομόνοια.

Από το 1946 ώς το 1958 γύρισε με τον Σακελλάριο τις ταινίες: «Παπούτσι από τον τόπο σου», «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Εκείνες που δεν πρέπει ν' αγαπούν», «Η καφετζού», «Η θεία από το Σικάγο», «Η κυρά μας η μαμμή».

Η τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν το 1977, ενώ το 1975 έκανε και τη μοναδική της τηλεοπτική εμφάνιση στη σειρά του Βασίλη Γεωργιάδη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», από το ομότιτλο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη. Λίγο θέατρο το 1976 και τέσσερα χρόνια αργότερα το τέλος. Με τη συνείδηση ίσως ότι, πλην της ανημπόριας, δεν είχε γερνώντας να μελαγχολήσει με το πώς ήταν και πώς έγινε, όπως θα συνέβαινε αν είχε υπάρξει ωραία...