Εδώ, η πνευματική ανεπάρκεια οφείλεται σε κατασκευαστικό ελάττωμα, που συνεπάγεται την έλλειψη νου (ολιγοφρένεια) και το ασυνήθιστα χαμηλό νοητικό επίπεδο (κατώτερο του φυσιολογικού IQ). Κι επειδή ακριβώς πρόκειται για κατασκευαστικό ελάττωμα, χρησιμοποιείται ως πρώτος και βασικός απ΄ όλους τους παραπάνω συνώνυμους όρους η αρχαιοελληνική λέξη ηλίθιος, που υποδηλώνει ετυμολογικά ματαιότητα και φράγμα (ως σχετιζόμενη με το επίρρημα «ἤλιθα» = ματαίως, το ουσιαστικό «ἠλεός» = φράγμα και το ρήμα εἰλέω = φράσσω).
Κοινωνικά, λογίζεται ως περίπου τρελός, αν και η αναπηρία του δεν τον κατατάσσει στους τυπικούς ψυχασθενείς (με τις βασικές έννοιες του μανιακού ή του σχιζοφρενούς ή του καταθλιπτικού), γιατί μπορεί να εμφανίσει ανά πάσα στιγμή, τυχαία και περιστασιακά, συμπτώματα μιας από τις ψυχασθένειες.
Η βλακεία είναι τελείως διαφορετική περίπτωση. Δεν πρόκειται για κατασκευαστικό ελάττωμα, αλλά για ελάττωμα του χαρακτήρα, ήτοι διαστροφή.
Γι’ αυτό, ο βλάκας δεν πρέπει να αποκαλείται ηλίθιος ή με οποιοδήποτε από τα προαναφερθέντα συνώνυμα της λέξης αυτής.
Μεταφορικά, ο λαός τον αποκαλεί και βλίτο, βούρλο, μπούφο, κουμπούρα και κάλο (ότι δηλαδή έχει κάλο στο μυαλό, όχι ότι δεν έχει μυαλό όπως ο ηλίθιος). Χαρακτηρισμούς, που ποτέ δεν απευθύνει εξάλλου στον ηλίθιο, γιατί τον θεωρεί αναξιοπαθή και τον σέβεται και τον συμπονά.
Το κακό εν προκειμένω είναι ότι ο βλάκας δεν έχει επίγνωση του μειονεκτήματός του και είναι φιλόδοξος. Επειδή είναι αμόρφωτος και δεν γνωρίζει τα όρια της γνώσης του, έχει άποψη επί παντός του επιστητού. Και φυσικά, η άποψή του είναι επίσης, κατά κανόνα, βλακώδης και σαχλή.
Κατόπιν αυτών, είναι εύκολα αντιληπτό ότι, ειδικά στην οργάνωση, όπου η ευφυΐα δεν είναι απλά εργαλείο αλλά ο κορμός της όπως είπαμε, η βλακεία είναι νάρκη στα θεμέλια της όλης προσπάθειας και πάντα καταστροφική.
Δεδομένου ότι είναι αμετροεπείς όπως είπαμε και άκρως φιλόδοξοι, προσπαθούν πάντα να αναρριχηθούν κοινωνικά. Επειδή όμως είναι αδύνατο στον καθένα απ’ αυτούς να τα καταφέρει μόνος του, έχουν αποκτήσει -εν είδει δαρβίνειας φυσικής επιλογής- μια σπάνια ικανότητα να συνασπίζονται και να συνδικαλίζονται, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα εξαιρετικά αντισώματα κατά των ευφυών συνανθρώπων τους.
Ως συμπλεγματικοί τύποι, απλώνουν ενστικτωδώς μεταξύ τους υπόγεια κανάλια επικοινωνίας και συμπράττουν επιμελώς με σκοπό να ακυρώνουν τάσεις, κατευθύνσεις και κινήματα, που τα θεωρούν σαν εμπόδια στην προσωπική τους εξέλιξη. Η ομαδοποίηση ισχυροποιεί την αλήθεια του πιστεύω τους και την περιβάλλει με «κύρος».
Όπως έγραψε ο Ε. Λεμπέσης στην περί βλακών κοινωνιολογική και ψυχολογική μελέτη του με τίτλο «Η τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω» 1942),
Τοιουτοτρόπως, δημιουργείται αυτόματος συρροή βλακών εις τας πάσης φύσεως οργανώσεις, αίτινες, εάν μεν είναι συμφεροντολογικαί, διατηρούν τουλάχιστον την σοβαρότητα των συμφερόντων των, εάν όμως είναι “πνευματικαί”, περιέρχονται συν τω χρόνω εις πλήρη βλακοκρατίαν. Εις το φαινόμενο τούτο οφείλει τον εκφυλισμό του λ.χ. ο μασωνισμός, οι ροταριανοί όμιλοι, οι “πνευματικοί” σύλλογοι κλπ. Επόμενον είναι κατόπιν τούτων, ότι όπως η λεγεών των βλακών ωθείται ακατανικήτως προς την αγέλην και προς τας πάσης φύσεως οργανώσεις, ούτω υφίσταται ακατανίκητον έλξιν από τας παντός είδους αγελαίας, αντιατομικάς και ομαδιστικάς θεωρίας. … Η έλλειψις ιδίας γνώμης, η κολακεία και η ραδιουργία, τους προορίζουν άλλωστε ειδικώς δια τας καταστάσεις ταύτας. Η ακατανίκητος επίσης τάσις των βλακών προς τας πάσης φύσεως αγελαίας εμφανίσεις (κοσμικάς συγκεντρώσεις, causerie, μόδα κλπ.) και διακρίσεις (τίτλους, διπλώματα, παράσημα) είναι κατόπιν των ανωτέρω αυτονόητος».
Και πιο κάτω καταλήγει ο μελετητής ότι έτσι «…καθίσταται απολύτως νοητή η άνοδος αυτών εις ανωτέρας βαθμίδας, δια κοινού μεταξύ των συνασπισμού, αναδεικνύοντας εαυτούς και αλλήλους, αφενός μεν δι’ ωργανωμένης αντιστάσεως (boycotage) και παραλύσεως των τυχόν ενεργειών προς ανάδειξιν άλλου, πράγματι ικανού προσώπου, αφετέρου δε δι΄ ωργανωμένης προωθήσεως προσώπου εκ των κόλπων αυτών προς την ανωτέραν βαθμίδα. …
Ως κήρυκας της αξιοκρατίας, ο Λεμπέσης, επισημαίνει τον κίνδυνο της αποδιοργάνωσης, που μπορεί να επιφέρει η προτίμηση στους βλάκες, και επικαλείται ως παράδειγμα την αποπομπή του ευφυούς Βενιζέλου και την εκλογή καλοπροαίρετων βλακών στη θέση του, οι οποίοι οδήγησαν στην εθνική καταστροφή του 1922 και ταυτόχρονα στο δικό τους αφανισμό.
[ Μάλιστα, επιρρίπτει ευθύνες και στην κοινωνία, η οποία προτιμά ενίοτε τους βλάκες γιατί είναι κόλακες και εξυπηρετικοί, και αναρωτιέται: «Δεν γνωρίζομεν τη αληθεία ποία κατηγορία βλακών είναι ενταύθα η πλέον επικίνδυνος και, ψυχολογικώς, η πλέον αποσυνθετική δια την κοινωνίαν: Εκείνη ήτις διαπράττει τα ανωτέρω ή εκείνη -διότι δημιουργείται και δευτέρα- ήτις θεωρεί ως ευφυείς τους ως άνω βλάκας»! ]
Αλλά δεν είναι μόνο ο Λεμπέσης που ανακάλυψε αυτή τη μάστιγα της .
Η βλακεία, όχι μόνο δεν βοηθάει την οργάνωση, αλλά είναι κυριολεκτικά νάρκη στα θεμέλιά της και η ικανότερη δύναμη αποδιοργάνωσης και διάλυσης. Είναι το αντίθετο κάθε έννοιας συστήματος.
Πρέπει να προσθέσω εδώ, πριν κλείσω το περί οργανωτικής κεφάλαιο, ότι υπάρχει και μια περίπτωση τεχνητής αποβλάκωσης (οιονεί βλακείας), παρόμοιας με αυτή των τεχνοκρατών αλλά πολύ ευρύτερης και αρνητικής, που ανάγεται σε ένα φαινόμενο γνωστό ως Νόμος του Peters:

