"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η γεωπολιτισμική επιρροή της Ελλάδας

 

Γράφει ο Μάνος Καραγιάννης

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Professor of International Security στο King’s College London.

 

Η ομιλία του Μάρκο Ρούμπιο στην Πνύκα δικαιολογημένα προσέλκυσε το έντονο ενδιαφέρον των αμερικανικών ΜΜΕ. Οι επιλεκτικές ιστορικές αναφορές και το γενικότερο ύφος της παρέμβασης παραπέμπουν σε ένα ιδεολογικό μανιφέστο, το οποίο αντανακλά τον τρόπο σκέψης που κυριαρχεί μέσα σε ένα σημαντικό τμήμα της αμερικανικής Δεξιάς. Η έμφαση που έδωσε στην ηρωικότητα και στα ηρωικά πρότυπα υποδηλώνει έναν βαθύ αναστοχασμό γύρω από το σημερινό αξιακό σύστημα. Δεν είναι τυχαίο ότι η ομιλία του αναπαράγει παραδοσιακά πρότυπα αρρενωπότητας που τείνουν να ξεπεραστούν σε πολλές δυτικές κοινωνίες. Το βασικό μήνυμα είναι ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα επιδιώκει να αναλάβει την ιστορική αποστολή της ανάταξης της Δύσης από την παρακμή στην οποία θεωρεί ότι έχει περιέλθει.

Η συγκεκριμένη συζήτηση έχει τις ρίζες της στην περίοδο του Μεσοπολέμου.

Ο Οσβαλντ Σπένγκλερ, στο μνημειώδες έργο του «Η παρακμή της Δύσης», εξέτασε τους πολιτισμούς ως οργανικές οντότητες που διαγράφουν έναν προκαθορισμένο ιστορικό κύκλο, από τη γέννηση και την ανάπτυξη έως την ωρίμανση και την αναπόφευκτη παρακμή τους.

Ο Αρνολντ Τόινμπι, αντιθέτως, υποστήριξε ότι η μοίρα των πολιτισμών δεν είναι προδιαγεγραμμένη, αλλά εξαρτάται από την ικανότητά τους να δίνουν αποτελεσματικές λύσεις στις προκλήσεις που αναδύονται.

Στη μεταψυχροπολεμική εποχή, ο Σάμιουελ Χάντινγκτον διατύπωσε τη θέση ότι η Δύση θα κληθεί να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό άλλων πολιτισμικών συνόλων.

Ο Παναγιώτης Κονδύλης επίσης μίλησε για την παρακμή του αστικού πολιτισμού και την ανάπτυξη της μαζικής δημοκρατίας και της κοινωνίας της κατανάλωσης, ενώ ο Χρήστος Γιανναράς αναφέρθηκε επανειλημμένως στα αδιέξοδα της δυτικής νεωτερικότητας.

Ο προβληματισμός για την πορεία του δυτικού πολιτισμού βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης στις ΗΠΑ, με επιπτώσεις που εκτείνονται πέρα από τα αμερικανικά σύνορα. Αξίζει να σημειωθεί ότι, λόγω των ιδιαιτεροτήτων του αμερικανικού εκλογικού συστήματος, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στα πολιτικά δρώμενα της χώρας. Μετά την υποχώρηση του υπαρκτού φιλελευθερισμού στην Ευρώπη, τα περισσότερα κόμματα της υπερσυντηρητικής και εθνικιστικής Δεξιάς συμμερίζονται παρόμοιες ιδεολογικές προσεγγίσεις που εδράζονται σε μια πολιτισμική ανάγνωση των διεθνών σχέσεων.

Στο πλαίσιο των τεκτονικών αλλαγών που συντελούνται διεθνώς, ο Ελληνισμός καλείται να επαναπροσδιορίσει τη θέση του εντός και εκτός της Δύσης. Υπάρχει μια μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα να μετεξελιχθεί σε χώρα όπου δοκιμάζεται η ίδια η αντοχή και η συνέχεια του δυτικού πολιτισμού, ώστε κάθε μείζων απειλή που αντιμετωπίζουμε να θεωρείται απειλή που στρέφεται κατά του συνόλου του δυτικού κόσμου. Αυτό, δηλαδή, που είχε επιτύχει για αρκετές δεκαετίες το Ισραήλ. Ετσι κι αλλιώς, η γεωπολιτισμική επιρροή μας θα υπερτερεί πάντα της οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος μας.

Μια τέτοια αναπροσαρμογή της ελληνικής υψηλής στρατηγικής, όμως, απαιτεί ταχεία απαλλαγή από παλαιοκομματικές νοοτροπίες που περιορίζουν τον στρατηγικό ορίζοντα της χώρας.

Τώρα χρειάζεται να αναλογιστούμε τον δικό μας πολιτισμικό προορισμό. Στο δοκίμιο «Περί της ιστορικής αποστολής του Ελληνισμού» (1872), ο σπουδαίος, αλλά λησμονημένος, πολιτικός και φιλόσοφος Πέτρος Βραΐλας-Αρμένης τον περιέγραψε με ιδιαίτερη σαφήνεια. Ο Ελληνισμός οφείλει …

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΤΟΥΡΚΟΦΟΒΙΚΟ ΡΑΓΙΑΔΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Καστελλόριζο: μια κρίση που επωάζεται

 

Ερντογάν: Tι Επιδιώκει Με Τα Δύο Παράνομα Θαλάσσια Πάρκα | Star.gr 

 

Γράφει ο Μάνος Καραγιάννης

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Professor of International Security στο King’s College London.

Η απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης για την ανακήρυξη δύο εθνικών θαλάσσιων πάρκων δεν ήταν ούτε αιφνιδιαστική ούτε αποσπασματική.

Στην πραγματικότητα, εντάσσεται σε μια νέα στρατηγική «περιβαλλοντοποίησης» των τουρκικών διεκδικήσεων που εμπεριέχει εργαλειοποίηση της παράνομης αλιείας, παρενοχλήσεις κατά την πόντιση καλωδίων και απόρριψη των ελληνικών χωροταξικών σχεδίων για τον τουρισμό και τις ΑΠΕ.

Για το τουρκικό καθεστώς, το αιγαιοπελαγίτικο περιβάλλον δεν είναι ουδέτερο ή φιλικό. Αποτελεί χώρο αντιπαράθεσης και ιδεολογικής επιβολής.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η ψευδοπεριβαλλοντική πολιτική της Αγκυρας στο Αιγαίο δεν εκπονείται από σχετικά υπουργεία (π.χ. υπουργείο Περιβάλλοντος για προστατευμένες περιοχές, υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης για αλιεία), αλλά από το υπουργείο Εξωτερικών και ενίοτε από το υπουργείο Αμυνας.

Απώτερος σκοπός δεν είναι η διαπραγμάτευση για τον καθορισμό των ΑΟΖ στην περιοχή, όπως συχνά υποστηρίζεται σε ακαδημαϊκούς, δημοσιογραφικούς και πολιτικούς κύκλους των Αθηνών, αλλά η ριζική αλλαγή του υφιστάμενου καθεστώτος στο αρχιπέλαγος εις βάρος της Ελλάδας. Να αποκοπεί, έστω σταδιακά, ένα κομμάτι της νησιωτικής Ελλάδας από τη λοιπή επικράτεια.

Σε μια εποχή που δοκιμάζονται όλες οι σταθερές του μεταψυχροπολεμικού κόσμου, συνιστά επικίνδυνη αφέλεια να αμφισβητείται το προφανές.

Από τις δύο περιπτώσεις των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων, εκείνη της Ανατολικής Μεσογείου είναι σαφώς η πιο προβληματική, επειδή ενθυλακώνει τα νησιά, νησίδες και βραχονησίδες του συμπλέγματος της Μεγίστης. Το Καστελλόριζο έχει προσελκύσει εδώ και αρκετά χρόνια το έντονο ενδιαφέρον της Αγκυρας, όπως καταδεικνύουν οι επιθετικές δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων και τα στοχευμένα δημοσιεύματα σε εφημερίδες της γειτονικής χώρας. Η χωροθέτηση του τουρκικού πάρκου περιλαμβάνει ολόκληρη τη θαλάσσια έκταση εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων στην περιοχή. Ετσι λοιπόν αποκόπτεται το σύμπλεγμα από τη Ρόδο και την υπόλοιπη χώρα.

Η επιχειρούμενη περικύκλωση του Καστελλόριζου οδηγεί νομοτελειακά σε μια νέα ελληνοτουρκική κρίση με απροσδιόριστα χαρακτηριστικά. Από εδώ και πέρα, η τουρκική τοπική παρουσία μπορεί να γίνει περισσότερο εμφανής με πτήσεις μη επανδρωμένων αεροσκαφών, περιπολίες λιμενικών σκαφών ή δραστηριοποίηση ερευνητικών σκαφών. Δεν πρέπει ακόμη να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ξεκινήσει μια τακτική παρενόχλησης ελληνικών πλοίων, με πρόφαση κάποιους δήθεν περιβαλλοντικούς κανόνες που θα επιχειρήσει να επιβάλει το τουρκικό καθεστώς.

Σε κάθε περίπτωση, χρήσιμο είναι να θυμόμαστε ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις λειτουργούν πάντα σε συνάρτηση με το παγκόσμιο και περιφερειακό σύστημα ασφάλειας. Δεν είναι πολύ πιθανόν η τουρκική ηγεσία να οδηγήσει τα πράγματα στα άκρα, όσο υπάρχει αυξανόμενη στρατιωτική ένταση με το Ισραήλ στη Συρία. Από την άλλη, όμως, το τουρκικό βαθύ κράτος έχει υιοθετήσει από τη δεκαετία του 1990 το δόγμα των «δυόμισι πολέμων» του πρέσβη Σουκρού Ελεκντάγκ, το οποίο αφορά τη δυνατότητα διεξαγωγής στρατιωτικών επιχειρήσεων ταυτόχρονα εναντίον της Ελλάδας, μιας χώρας στη Μέση Ανατολή και των Κούρδων ανταρτών. Το χρονικό παράθυρο που ευνοεί περισσότερο την εκδήλωση μιας κίνησης ικανής να επιφέρει απότομη κλιμάκωση εκτείνεται από τώρα έως τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ.

Η προσέγγιση των «ήρεμων νερών» φαίνεται να φτάνει στο αναπόφευκτο τέλος της. Μας προσέφερε πολύτιμο χρόνο για την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, παρά τις δικαιολογημένες ενστάσεις.

Η κρισιμότητα των περιστάσεων πλέον απαιτεί τη διαμόρφωση μιας νέας στρατηγικής, που θα περιλαμβάνει την προβολή ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και ένα πλέγμα μη στρατιωτικών δράσεων.

Χρειάζεται σημαντική αναβάθμιση των αεροπορικών και ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών με το Καστελλόριζο· γενναίες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις στην τοπική οικονομία· ανάδειξη του θέματος στον ΟΗΕ, στο ΝΑΤΟ και στα ευρωπαϊκά όργανα. Επίσης, αυξημένη παρουσία της Ελληνικής Ακτοφυλακής, της Πολεμικής Αεροπορίας και του Πολεμικού Ναυτικού στο σύμπλεγμα της Μεγίστης για λόγους αποτροπής.

Το κυριότερο, όμως, είναι …

 

ΤΟΥΡΚΙΑ - ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ- ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Απειλή για το ελληνικό πλεονέκτημα

 

Γράφει ο Μάνος Καραγιάννης

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

 

Η διακηρυγμένη πρόθεση του προέδρου Τραμπ να επανεξετάσει την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 έχει δικαιολογημένα προκαλέσει μεγάλη αμηχανία στην Αθήνα.

Το μαχητικό αεροσκάφος 5ης γενιάς έχει αποδείξει ότι μπορεί να διεισδύει σε περιβάλλοντα με προηγμένα συστήματα αεράμυνας, χωρίς να εντοπίζεται. Αυτό του επιτρέπει να εκτελεί αποστολές πρώτου πλήγματος και να επιβιώνει σε συνθήκες όπου τα συμβατικά μαχητικά θα είχαν απώλειες.

Το F-35 επίσης δύναται να συγκεντρώνει δεδομένα και να τα προωθεί σε πολεμικά πλοία, άλλα αεροσκάφη και μη επανδρωμένα. Με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως δικτυοκεντρικός κόμβος διοίκησης, που καθιστά δυνατά πλήγματα μεγαλύτερης ακρίβειας.

Δεν πρόκειται, επομένως, για ένα συνηθισμένο μαχητικό αεροσκάφος.

Κατά τη διάρκεια της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης στο Ιράν, τα F-35 εκτέλεσαν αποστολές καταστολής αεράμυνας, στοχοποιώντας ραντάρ και συστοιχίες αντιαεροπορικών πυραύλων σε βάθος. Ταυτόχρονα, ο στόλος των F-35 παρείχε στις συμμαχικές δυνάμεις ολοκληρωμένη επιχειρησιακή εικόνα του πεδίου. Στη συνέχεια, τα ισραηλινά και αμερικανικά F-35 ανέλαβαν την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων και την προστασία μεγάλων ναυτικών μονάδων στον Κόλπο και τις παρακείμενες θάλασσες. Παρά τον προβληματισμό που προκάλεσε η αναγκαστική προσγείωση ενός αμερικανικού F-35, ύστερα από ιρανικά πυρά, η επιχειρησιακή αξία του παραμένει αδιαμφισβήτητη.

Η απόκτηση, αρχικά, είκοσι F-35 από την Ελλάδα θα έχει καταλυτική επίδραση στους συσχετισμούς ισχύος στο Αιγαίο. Σε συνδυασμό με τα Rafale και τα F16V, τα ελληνικά F-35 θα επιτρέψουν στην Πολεμική Αεροπορία να πετύχει την πολυπόθητη αεροπορική υπεροχή στην περιοχή.

Τα συγκεκριμένα μαχητικά, όμως, δεν θα προσδώσουν μόνο στην Π.Α. ικανότητα ταχείας καταστολής της εχθρικής αεράμυνας, αλλά θα επιτρέψουν γενικότερα τη διεξαγωγή δικτυοκεντρικών επιχειρήσεων σε ξηρά, θάλασσα και αέρα.

Η ενίσχυση της ελληνικής αποτροπής συνοδεύεται από μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη διάσταση: η Ελλάδα αναβαθμίζει τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ, λειτουργώντας ως πάροχος πρωτογενούς πληροφόρησης για την Ανατολική Μεσόγειο. Με άλλα λόγια, τα επόμενα 3-4 χρόνια η Αθήνα θα αποκτήσει ένα στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι του βασικού γεωπολιτικού ανταγωνιστή της.

Μετά την επιβολή των κυρώσεων CAATSA στην Τουρκία το 2020, λόγω της αγοράς των πυραύλων S-400, η ελληνική κυβέρνηση επαναπαύτηκε. Αυτό φάνηκε, εξάλλου, από τον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύθηκε τη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας με τις ΗΠΑ.

Τώρα η ελληνική διπλωματία δείχνει να μετακινείται σε μια πιο ήπια στάση, ζητώντας διαβεβαιώσεις ότι τα τουρκικά F-35 δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν εναντίον της Ελλάδας. Αν κάτι, ωστόσο, μας έχουν διδάξει ο πόλεμος του 1974 στην Κύπρο και οι ελληνοτουρκικές κρίσεις του 1987, του 1996 και του 2020 είναι ότι η Αγκυρα δεν δεσμεύεται ποτέ από τέτοιου είδους περιορισμούς. Αυτό θα έπρεπε να το αντιλαμβάνεται το πολιτικό προσωπικό της χώρας.

Ηδη η Ιερουσαλήμ έχει εκφράσει την αντίθεσή της στην προοπτική πώλησης F-35 στην Τουρκία. Τους επόμενους μήνες θα δοθεί σκληρή μάχη στην Ουάσιγκτον, αν τελικά η διοίκηση Τραμπ επιμείνει στο ζήτημα. Μετά την πώληση των έξι γερμανικών προηγμένων υποβρυχίων και των 40 F-16 Block 70, καθώς και την αναβάθμιση 79 τουρκικών F-16, η Ελλάδα κινδυνεύει να απολέσει τελείως το τεχνολογικό της προβάδισμα.

Πρόκειται για κρίσιμο ζήτημα εθνικής ασφάλειας και αποτελεί αποκλειστική ευθύνη του…

 

ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ - ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Οι αντοχές του καθεστώτος της Τεχεράνης

Γράφει ο Μάνος Καραγιάννης 

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.
 

Η κυρίαρχη δυτική οπτική για το Ιράν παραμένει σε μεγάλο βαθμό απλουστευτική, παραβλέποντας κρίσιμες ιστορικές και κοινωνικές διαστάσεις.  

Η επανάσταση του 1979 ανέτρεψε τη μοναρχία μέσω μιας ευρείας κοινωνικής συμμαχίας που περιλάμβανε κοσμικούς εθνικιστές, μαρξιστικές και ισλαμοαριστερές οργανώσεις, τον σιιτικό κλήρο και ισχυρά εργατικά συνδικάτα.  

Τελικά ο αγιατολάχ Χομεϊνί κατόρθωσε να επιβάλει ένα σύστημα διακυβέρνησης που έχει στον πυρήνα του την έννοια της επιτροπείας του νομικού – θεολόγου (velayat-e faqih). Η πολιτική εξουσία πρέπει να ασκείται από έναν ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη, ο οποίος λειτουργεί ως θεματοφύλακας της επανάστασης και της ισλαμικής νομιμότητας. Ο Χομεϊνί όμως ενσωμάτωσε στο νέο πολιτειακό οικοδόμημα και μερικά ρεπουμπλικανικά στοιχεία, θεσμοθετώντας την άμεση εκλογή προέδρου και τη λειτουργία κοινοβουλίου. 

Για τρεις δεκαετίες, η ιρανική ηγεσία δεν αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα στο εσωτερικό της χώρας.

Εντούτοις, η πολιτική νομιμοποίηση του συστήματος εξουσίας έχει μειωθεί σημαντικά. Οι μαζικές διαδηλώσεις των τελευταίων ετών καταδεικνύουν το μέγεθος της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Η ένταση των κινητοποιήσεων και η διεύρυνση της κοινωνικής τους βάσης, με συμμετοχή ομάδων που παραδοσιακά δεν αμφισβητούσαν δημόσια το καθεστώς (π.χ. οι «μπαζάρις», δηλαδή οι μικροέμποροι), υποδηλώνουν μια κρίση αντιπροσώπευσης.

Σε κάθε περίπτωση, η αμερικανο-ισραηλινή επέμβαση δεν είναι πιθανόν να οδηγήσει στην ανατροπή της ιρανικής πολιτικής τάξης για τουλάχιστον τέσσερις λόγους.

Πρώτον, η Τεχεράνη έχει αποδείξει επανειλημμένως την ανθεκτικότητά της σε εξωτερικές επεμβάσεις και πιέσεις. Η σημερινή ηγετική ομάδα απαρτίζεται από ανθρώπους που έχουν πολεμήσει στα νιάτα τους στον αιματηρό πόλεμο Ιράν – Ιράκ. Δεν πρόκειται να παραδώσουν την εξουσία χωρίς αντίσταση μέχρις εσχάτων. Αυτή είναι μια εκτίμηση που συμμερίζονται σχεδόν όλοι οι αξιόπιστοι ξένοι αναλυτές. Αν κάποιος δεν έχει πλέον τίποτα να χάσει, τείνει να συμπεριφέρεται με τρόπους που υπερβαίνουν τις συνήθεις ορθολογικές στρατηγικές κόστους – οφέλους.

Δεύτερον, η πρόσφατη ιστορία των δυτικών επεμβάσεων στην ευρύτερη περιοχή καταδεικνύει μια αδήριτη πραγματικότητα. Η αποκλειστική χρήση αεροπορικής ισχύος δεν επαρκεί για την ανατροπή αυταρχικών καθεστώτων. Δεν κατέστη εφικτό στο Αφγανιστάν (2001), στο Ιράκ (2003), στη Λιβύη (2011) και δεν πρόκειται να συμβεί ούτε στην περίπτωση του Ιράν. Το ενδεχόμενο μαζικών χερσαίων επιχειρήσεων θα πρέπει να αποκλειστεί, λόγω των μεγάλων ορεινών όγκων και του μεγέθους της ιρανικής επικράτειας.

Τρίτον, αν γενικευτεί η αμερικανο-ισραηλινή επίθεση είναι πολύ πιθανόν να προκαλέσει δυσανάλογο αριθμό θυμάτων. Στη χώρα υπάρχει μεγάλη παράδοση αντιαμερικανισμού από τη δεκαετία του 1950, όταν αμερικανικές και βρετανικές μυστικές υπηρεσίες οργάνωσαν πραξικόπημα εναντίον του δημοκρατικά εκλεγμένου πρωθυπουργού Μοσαντέκ. Κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει με βεβαιότητα πώς θα αντιδράσει η ιρανική κοινωνία απέναντι στο ενδεχόμενο μιας πλήρους κρατικής κατάρρευσης. Το πάθημα του Ιράκ δεν πρέπει να ξεχαστεί τόσο εύκολα.

Τέταρτον, η στρατιωτική εκστρατεία με στόχο την ανατροπή του καθεστώτος απαιτεί, για να είναι επιχειρησιακά βιώσιμη, την υποστήριξη ορισμένων γειτονικών κρατών. Στη σημερινή συγκυρία, καμία χώρα της Μέσης Ανατολής (πλην Ισραήλ) δεν φαίνεται διατεθειμένη να εμπλακεί σε μια παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν. Μια ασύμμετρη αντίδραση της Τεχεράνης μπορεί να προκαλέσει περιφερειακή αποσταθεροποίηση και να οδηγήσει σε απρόβλεπτες εξελίξεις. Εξάλλου, οι ιρανικές δυνάμεις διαθέτουν τα μέσα για να κλείσουν τα Στενά του Ορμούζ, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την τιμή του πετρελαίου.

Καταληκτικά, η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Πόλεμος και ειρήνη στον 21ο αιώνα

Γράφει ο Μάνος Καραγιάννης 

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.
 

Το διεθνές σύστημα παρουσιάζει πρωτοφανή αστάθεια, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι πόλεμοι και οι συγκρούσεις. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Οικονομικών και Ειρήνης, πέρυσι καταγράφηκαν περισσότεροι από 59 πόλεμοι, αριθμός που αποτελεί ιστορικό υψηλό μετά το 1945. Οι θάνατοι ξεπέρασαν τις 230.000 (άνοδος 30% από το 2023), ενώ οι εκτοπισμένοι και πρόσφυγες έφτασαν στα 123 εκατομμύρια παγκοσμίως. Τους πρώτους εννέα μήνες του 2025, νέοι πόλεμοι ξέσπασαν στη Μέση Ανατολή (Ισραήλ – Ιράν), στη Νότια Ασία (Ινδία – Πακιστάν) και στη Νοτιοανατολική Ασία (Ταϊλάνδη – Καμπότζη). Επίσης, συνεχίστηκαν με αμείωτη ένταση οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στο Σουδάν. Ακόμη και στη Λατινική Αμερική, η εγκληματικότητα των καρτέλ ναρκωτικών έχει εξελιχθεί σε μια μορφή ένοπλης σύρραξης.

Ο κόσμος μας γίνεται λιγότερο ειρηνικός και προβλέψιμος για τουλάχιστον τέσσερις λόγους.  

Πρώτον, η μετάβαση από τη μονοπολικότητα στην πολυπολικότητα δεν είναι μια απλή και ομαλή διαδικασία. Ο παγκόσμιος ρόλος των ΗΠΑ αλλάζει και ανταγωνιστικές δυνάμεις φυσιολογικά επιδιώκουν την αύξηση της επιρροής τους σε διαφορετικές περιοχές. Η αντιπαράθεση ΗΠΑ – Κίνας και ΝΑΤΟ – Ρωσίας καταδεικνύει την επιστροφή σε μια στρατηγική αντιπαλότητα, η οποία δυστυχώς εδράζεται στη λογική ενός μηδενικού παιγνίου. Με άλλα λόγια, ό,τι είναι καλό για τα συμφέροντα της μιας πλευράς είναι ταυτόχρονα κακό για τα συμφέροντα της άλλης.

Δεύτερον, η αδυναμία των διεθνών οργανισμών να διαμεσολαβήσουν αποτελεσματικά σε ζώνες συγκρούσεων επιτείνει την παγκόσμια ανασφάλεια. Ο ΟΗΕ και οι περιφερειακοί οργανισμοί συλλογικής ασφάλειας (π.χ. ΟΑΣΕ, Οργανισμός Αφρικανικής Ενότητας) συχνά παραμένουν θεατές, με συνέπεια τη διαιώνιση ή την κλιμάκωση ένοπλων συγκρούσεων. Παράλληλα, μεγάλες και μεσαίες δυνάμεις τείνουν σε ανησυχητικό βαθμό να παραβλέπουν το διεθνές δίκαιο ως εργαλείο επίλυσης διακρατικών διαφορών. Σχεδόν παντού επικρατούν η μονομέρεια και ο εθνικός εγωισμός.

Τρίτον, η αυξανόμενη καχυποψία και αβεβαιότητα οδηγεί πολλά κράτη σε μια κούρσα εξοπλισμών με άγνωστες συνέπειες για την παγκόσμια ειρήνη. Κατά τη διάρκεια του 2024 δαπανήθηκαν παραπάνω από 2,7 τρισ. δολάρια για στρατιωτικούς σκοπούς (στοιχεία SIPRI). Ακόμη και χώρες που δεν εμπλέκονται άμεσα σε πολέμους αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες τους, φοβούμενες μελλοντικές απειλές ή επιδιώκοντας να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική τους ισχύ. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι απουσιάζουν οι πρωτοβουλίες για μείωση και έλεγχο των πυρηνικών όπλων, που απειλούν την ανθρωπότητα με αφανισμό.

Τέταρτον, η μεγάλη τεχνολογική πρόοδος έχει καταστήσει πάλι τον πόλεμο μια σχετικά ελκυστική επιλογή. Η χρήση των μη επανδρωμένων συστημάτων, του κυβερνοπολέμου και της τεχνητής νοημοσύνης επιτρέπει σε κράτη και μη κρατικούς δρώντες να διεξάγουν επιχειρήσεις με χαμηλότερο κόστος και μεγαλύτερη ακρίβεια. Αυτή η εξέλιξη σαφώς ενθαρρύνει την επιθετικότητα και υπονομεύει τις αποτρεπτικές στρατηγικές πολλών χωρών. Ο πόλεμος διεξάγεται πλέον σε πολλαπλά πεδία, χωρίς πολλούς ηθικούς φραγμούς.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον γεωπολιτικής ρευστότητας, η Ελλάδα δεν πρόκειται να μείνει ανεπηρέαστη. Η συμμετοχή μας στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε. αποτελεί μια ισχυρή ασπίδα προστασίας, αλλά υπάρχουν σημαντικές φυγόκεντρες τάσεις που δεν πρέπει να αγνοηθούν. Ετσι κι αλλιώς, σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, οι σύμμαχοι και εταίροι μας μόνο περιστασιακά δείχνουν την αλληλεγγύη τους προς την Ελλάδα. Αυτή η παραδοχή δεν γίνεται φυσικά με διάθεση αυτοθυματοποίησης, αφού συνιστά μια πραγματικότητα που οφείλουμε να αποδεχθούμε.

Τώρα απαιτείται μια ψύχραιμη και εν πολλοίς κυνική ανάγνωση της νέας κανονικότητας που διαμορφώνεται στο διεθνές και περιφερειακό σύστημα. Σε μια εποχή όπου πρυτανεύει η αρχή της αυτοβοήθειας, καμία μικρομεσαία χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να αντιδρά σπασμωδικά σε προκλήσεις ασφαλείας. 

 Με την πορεία που έχουν πάρει τα πράγματα στη γειτονιά μας, η Αθήνα οφείλει...

 

ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ - ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Ο παγκόσμιος αντίκτυπος της Γάζας

Γράφει ο Μάνος Καραγιάννης 

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

 Η εξελισσόμενη κρίση στη Γάζα έχει μεγαλώσει το ψυχολογικό χάσμα ανάμεσα στη Δύση και σε αρκετές χώρες του Παγκόσμιου Νότου, προκαλώντας εντάσεις που ξεπερνούν τα σύνορα της περιοχής.  

Πληθαίνει δυστυχώς ο αριθμός των μη δυτικών κρατών που αντιμετωπίζουν το Ισραήλ σαν ένα κράτος-ταραξία. 

Η Νότια Αφρική ήταν η πρώτη χώρα που έκανε προσφυγή εναντίον του Ισραήλ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, συγκρίνοντας την κατάσταση στη Γάζα με το απαρτχάιντ. Την αμέριστη υποστήριξή τους προς τον παλαιστινιακό λαό έχουν εκφράσει ακόμη οι κυβερνήσεις της Ναμίμπιας, της Ζιμπάμπουε και της Σενεγάλης. 

Η Βολιβία διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, ενώ η Κολομβία, η Ονδούρα και η Χιλή ανακάλεσαν τους πρεσβευτές τους. 

Ο πρόεδρος της Βραζιλίας, Λούλα, καταδίκασε απερίφραστα τις ισραηλινές επιχειρήσεις ως «γενοκτονία».

Παράλληλα, οι περισσότερες αραβικές χώρες που αναγνώρισαν ή επρόκειτο να αναγνωρίσουν διπλωματικά το Ισραήλ χρησιμοποιούν τώρα σκληρή γλώσσα εναντίον της Ιερουσαλήμ. 

Υπό τις παρούσες δραματικές συνθήκες θα πρέπει να αποκλειστεί ως ενδεχόμενο η περαιτέρω εξομάλυνση των σχέσεων του Ισραήλ με τον μουσουλμανικό κόσμο. Το δε χτύπημα εναντίον της διαπραγματευτικής ομάδας της Χαμάς στο Κατάρ έχει προκαλέσει την οργή των αραβικών καθεστώτων του Περσικού Κόλπου. Δεν είναι καθόλου τυχαία η κίνηση της Σαουδικής Αραβίας να υπογράψει πριν από λίγες ημέρες συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας με το Πακιστάν, η οποία περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής.

Ολοένα και περισσότεροι στην Αφρική, στην Ασία και στη Λατινική Αμερική πιστεύουν ότι η Αμερική και η Ευρώπη επιδεικνύουν μεροληπτική στάση υπέρ του Ισραήλ, αγνοώντας επιδεικτικά την ανθρωπιστική καταστροφή στον παλαιστινιακό θύλακο. Αυτή η αντίληψη ενισχύεται από την προκλητική απροθυμία των ΗΠΑ να ασκήσουν πίεση στην ισραηλινή ηγεσία για κατάπαυση του πυρός. Σε μεσο-μακροπρόθεσμο επίπεδο, η αυξανόμενη ένταση γύρω από τον πόλεμο στη Γάζα θα δυσχεράνει τη διεθνή συνεργασία σε κρίσιμα ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή. Η άμεση ή έμμεση υποστήριξη προς την κυβέρνηση Νετανιάχου υπονομεύει την εμπιστοσύνη ανάμεσα στη Δύση και σε ένα σημαντικό τμήμα του υπόλοιπου κόσμου.

Συνιστά ανακρίβεια, όμως, ότι η Δύση στο σύνολό της ανέχεται την αυτοκαταστροφική πολιτική του Μπέντζαμιν Νετανιάχου. Οι αντιδράσεις για το δράμα των αμάχων αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο στο εσωτερικό των περισσότερων δυτικών χώρων. Η διοίκηση Τραμπ δείχνει ελάχιστο ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα στη Γάζα, αλλά φοιτητικά κινήματα, ακτιβιστές και προοδευτικοί πολιτικοί στην Αμερική ζητούν την άμεση κατάπαυση του πυρός. Σύμφωνα με μια τελευταία έρευνα του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ, 58% των μελών της αμερικανοεβραϊκής κοινότητας δηλώνουν εναντίον του πολέμου. Κάτι τέτοιο συμβαίνει για πρώτη φορά στην Αμερική μετά την ίδρυση του εβραϊκού κράτους.

Η κρίση στη Γάζα έχει επίσης προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην Ευρώπη, με διαδηλώσεις σε Λονδίνο, Παρίσι, Βερολίνο και πολλές άλλες πόλεις κατά των ισραηλινών επιθέσεων.  

Η Ευρωπαϊκή Ενωση πλέον εμφανίζεται λιγότερο διχασμένη. Πολλά κράτη-μέλη, αλλά ακόμη και το Ηνωμένο Βασίλειο, είναι έτοιμα να προβούν σε αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους. Δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η απώλεια τόσο πολλών αμάχων προκαλεί θυμό στην κοινωνία. Ορισμένες δηλώσεις Ισραηλινών αξιωματούχων περί δημιουργίας ενός «Μεγάλου Ισραήλ», με προσάρτηση της Δυτικής Οχθης και της Γάζας, προξενούν προβληματισμό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Τούτων λεχθέντων, η θέση της Ελλάδας είναι η ενδεδειγμένη σε αυτή τη χρονική συγκυρία και εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον. Η Αθήνα αναγνωρίζει ότι το Ισραήλ έχει το δικαίωμα στην αυτοάμυνα, αλλά διακηρύττει την ακλόνητη προσήλωσή της στη λύση των δύο κρατών. Καταδικάζει την τρομοκρατία της Χαμάς, ενώ εκφράζει την ανησυχία της για τις συνθήκες που επικρατούν στη Γάζα. Δεν είναι όμως βέβαιο, με την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα, ότι η ελληνική πλευρά...

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΡΑΓΙΑΔΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Το πάθημα που δεν έγινε μάθημα


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Γράφει ο Μάνος Καραγιάννης 

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.
 

Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία ότι η Αγκυρα χρεώνεται τη ματαίωση της συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν. Η συγκεκριμένη εξέλιξη χάθηκε μέσα στον ορυμαγδό των διεθνών ειδήσεων, αφού τα ελληνοτουρκικά δεν προσελκύουν διεθνώς μεγάλο ενδιαφέρον. 

Παρά τα αντιθέτως λεγόμενα, η ελληνική πλευρά είχε επενδύσει σε αυτή τη συνάντηση για να κρατήσει ανοικτό ένα δίαυλο επικοινωνίας σε ανώτατο επίπεδο. Ωστόσο, φαίνεται ότι η διπλωματία των «ήρεμων νερών» έχει φτάσει στα όριά της για τέσσερις λόγους.

Πρώτον, το καθεστώς Ερντογάν συνεχίζει να αμφισβητεί με διάφορους τρόπους τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Το ενδεχόμενο μιας κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Από τη στιγμή που η Αγκυρα δεν εγκαταλείπει το ιδεολόγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας», η επιστροφή στην προγενέστερη κατάσταση θα πρέπει να θεωρείται απλώς θέμα χρόνου. Το περιστατικό στην Κάσο τον Ιούλιο του 2024 και οι συνεχόμενες απειλές για το καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου καταδεικνύουν πολύ περισσότερα από αυτά που υποστηρίζουν δημόσια οι λήπτες αποφάσεων στην Αθήνα.

Δεύτερον, η τουρκική πλευρά πασιφανώς χρησιμοποίησε τη Διακήρυξη των Αθηνών για να «αγοράσει» πολύτιμο χρόνο και να επικεντρωθεί σε φλέγοντα ζητήματα (π.χ. Συρία). Επιπρόσθετα, η ύφεση της στρατιωτικής έντασης στο Αιγαίο χρησιμοποιήθηκε από την Τουρκία (εν γνώσει της ελληνικής κυβέρνησης) ως άλλοθι για να κλείσει σημαντικές αμυντικές συμφωνίες στην Ευρώπη. Η πιθανή είσοδος της Τουρκίας, έστω μέσω εξαγοράς ευρωπαϊκών εταιρειών, στην πρωτοβουλία SAFE θα συνιστά μεγάλη διπλωματική ήττα για την Αθήνα.

Τρίτον, η διπλωματική μας στρατηγική βασίστηκε τα τελευταία χρόνια στην οικοδόμηση διμερών συμμαχιών με ισχυρές χώρες. Ηταν αρχικά μια ορθολογική επιλογή, αλλά δυστυχώς τα αντανακλαστικά της ελληνικής κυβέρνησης δεν ήταν αρκετά γρήγορα. Οι παλινωδίες της διοίκησης Τραμπ, η δομική πολιτική κρίση στη Γαλλία και η διεθνής απομόνωση του Ισραήλ υπονομεύουν την αξιοπιστία της συγκεκριμένης στρατηγικής. Από τη στιγμή που η Ελλάδα δεν δύναται πλέον να εξωτερικεύσει την προστασία των εθνικών συμφερόντων σε τρίτες χώρες, η τουρκική ηγεσία δεν έχει σοβαρό λόγο να αποφύγει μια σοβαρή κλιμάκωση.

Τέταρτον, η Αθήνα επιδίωξε να πιστωθεί το σχετικά ήρεμο κλίμα με την Αγκυρα για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Η εσωτερικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής, όμως, είναι μια τακτική που εγκυμονεί κινδύνους. Το αφήγημα της «ισχυρής Ελλάδας», που δήθεν γίνεται σεβαστή από το καθεστώς Ερντογάν, τώρα ακούγεται πολύ λιγότερο πειστικό και μοιραία θα ζημιώσει πολιτικά τους εμπνευστές του. Η σκληρή αλήθεια είναι ότι η ελληνική πλευρά δεν αντιμετωπίζεται ως ισότιμος συνομιλητής εδώ και αρκετά χρόνια.

Η ακύρωση της συνάντησης στη Νέα Υόρκη δεν συνδέεται αποκλειστικά με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και με την αυτοεικόνα της γειτονικής χώρας. Η ήττα του κουρδικού αντάρτικου και η επιστροφή πολλών Σύρων προσφύγων στην πατρίδα τους έχουν ενισχύσει το θετικό κλίμα στο εσωτερικό της Τουρκίας. Η τουρκική ηγεσία έχει τα μέσα και τη βούληση να λειτουργήσει ως πάροχος ασφαλείας στη Μέση Ανατολή, στη Βόρεια Αφρική, στην περιοχή του Σαχέλ και στο Κέρας της Αφρικής. Με μια από τις είκοσι μεγαλύτερες οικονομίες στον κόσμο και έναν εύρωστο πληθυσμό, η Αγκυρα προωθεί ένα γεωπολιτικό όραμα που καθιστά τη χώρα αυτόνομο πόλο στο διεθνές σύστημα.

Από την άλλη, η Αθήνα επιμένει να επενδύει διπλωματικό κεφάλαιο σε ένα εγχείρημα που είναι καταδικασμένο να αποτύχει. Το πάθημα που διέπραξαν άλλες κυβερνήσεις δεν έχει γίνει μάθημα.  

Οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν είναι επιλύσιμες επειδή υπάρχει ανισορροπία ισχύος ανάμεσα στις δύο πλευρές του Αιγαίου. Αυτή η διαπίστωση εδράζεται πάνω στην ανταγωνιστική φύση των διεθνών σχέσεων, ειδικά σε αυτή τη χρονική συγκυρία.  

Η Αγκυρα δεν επιθυμεί μια έντιμη διαπραγμάτευση, αλλά την πλήρη ανατροπή του στάτους κβο στο Αιγαίο.  

Η μόνη στρατηγική επιλογή για την Ελλάδα είναι...

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΝΕΟΤΑΞΙΚΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΙ ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΗΛΙΘΙΟΙ: Χριστιανισμός και εξωτερική πολιτική στην Ευρώπη

Γράφει ο Μάνος Καραγιάννης 

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.


Ο ρόλος της θρησκείας στην πολιτική είναι ένα ζήτημα που συχνά προκαλεί αμηχανία στη φιλελεύθερη διανόηση της Ευρώπης. 

Από τα χρόνια του Διαφωτισμού και ύστερα, η πολιτική αντιμετωπίζεται ως μια απολύτως διακριτή ανθρώπινη δραστηριότητα από τη θρησκεία.  

Η πρώτη βασίζεται σε νόμους, διαδικασίες και θεσμούς για τη διακυβέρνηση και την οργάνωση της κοινωνίας. 

Η δεύτερη εδράζεται σε ιερά κείμενα, διδασκαλίες και πρακτικές, για να πετύχει την πνευματική καθοδήγηση και τη σύνδεση με το θείο.

Η ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας μετά τον πόλεμο αποσκοπούσε στην εμπέδωση της ειρήνης και στο καταλάγιασμα των εθνικών παθών. Η νέα οντότητα εμποτίστηκε όμως από τις χριστιανικές αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης και αλληλεγγύης, οι οποίες παρείχαν ένα ηθικό πλαίσιο για την εύρυθμη λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών.  

Δυστυχώς, η ΕΟΚ και στη συνέχεια η Ευρωπαϊκή Ενωση σταδιακά απομακρύνθηκαν από αυτές τις θεμελιώδεις αξίες. Δεν είναι τυχαία μη αναφορά στον Χριστιανισμό ως βάση του κοινού ευρωπαϊκού πολιτισμού στο προοίμιο της μεταρρυθμιστικής Συνθήκης της Λισσαβώνας, παρά τις δημόσιες εκκλήσεις θρησκευτικών ηγετών.

Μέχρι σχετικά πρόσφατα, η διαδικασία της εκκοσμίκευσης έδειχνε ανεπίστρεπτη και οριστική στην ενωμένη Ευρώπη. Αξιόπιστες μελέτες κατέδειξαν ότι λιγότεροι εκκλησιάζονται, ενώ ταυτόχρονα αυξάνεται σταθερά ο αριθμός όσων δηλώνουν άθρησκοι. Ωστόσο, αυτή η παρατήρηση δεν πρέπει να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Στην πραγματικότητα, αρκετές ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν περάσει σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο Γιούργκεν Χάμπερμας στην εποχή της μετα-εκκοσμίκευσης. Ο συγκεκριμένος όρος περιγράφει την επανεμφάνιση θρησκευτικών στοιχείων στη σφαίρα της πολιτικής, ακόμη και της εξωτερικής.

Το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών έχει συστήσει από το 2016 μια ειδική ομάδα εργασίας για τη συμβολή των μεγάλων θρησκειών στην παγκόσμια ειρήνη. Αν και οι σχετικές δράσεις του Βερολίνου είναι τυπικά ουδέτερες, η βασική φιλοσοφία είναι ξεκάθαρα προτεσταντικής προέλευσης. Η Ουγγαρία του Βίκτορ Ορμπαν δημιούργησε το 2017 ένα ειδικό πρόγραμμα για την υποστήριξη χριστιανικών κοινοτήτων εκτός Ευρώπης. Μέχρι σήμερα έχουν ολοκληρωθεί 350 έργα σε 50 χώρες σε όλο τον κόσμο. Το συγκεκριμένο εγχείρημα εντάσσεται στο κυβερνητικό αφήγημα περί «υπεράσπισης του Χριστιανισμού» από υπαρκτές και ανύπαρκτες απειλές.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η κυβέρνηση έχει θεσμοθετήσει από το 2019 τη θέση του ειδικού απεσταλμένου για ζητήματα θρησκευτικών ελευθεριών. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται πλέον στις χριστιανικές κοινότητες που βρίσκονται υπό διωγμόν, όπως δείχνει η συζήτηση που διεξήχθη την περασμένη εβδομάδα στη Βουλή των Κοινοτήτων. Η Αγγλικανική Εκκλησία δεν παρεμβαίνει συνήθως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, αλλά η ανεξαρτητοποίηση του χριστιανικού Νοτίου Σουδάν φανέρωσε το μέγεθος της επιρροής της. 

Την ίδια στιγμή, η κοσμική Γαλλία συνεχίζει να παρέχει οικονομική βοήθεια στους χριστιανούς της Μέσης Ανατολής μέσω ΜΚΟ της Καθολικής Εκκλησίας. Ταυτόχρονα, το Παρίσι απαιτεί την απόλυτη κυριότητα τεσσάρων χώρων χριστιανικής λατρείας στους Αγίους Τόπους και στηλιτεύει τη συμπεριφορά της ισραηλινής κυβέρνησης εναντίον των εναπομεινάντων καθολικών της Γάζας.

Ακόμη και μικρότερες χώρες αρχίζουν να απεγκλωβίζονται από τους αυτοπεριορισμούς που έφερε η εκκοσμίκευση της πολιτικής. 

Η Κροατία διατηρεί στενή σχέση με το Βατικανό προκειμένου να ενισχυθεί η ρωμαιοκαθολική εκπαίδευση στις υπόλοιπες χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας.  

Η Κυπριακή Δημοκρατία πρόσφατα απέκτησε μια ειδική απεσταλμένη για τις θρησκευτικές ελευθερίες στη Μέση Ανατολή, δηλαδή των χριστιανικών πληθυσμών.

Aυτές οι εξελίξεις δεν σηματοδοτούν μιας μορφής «θρησκειοποίηση» της εξωτερικής πολιτικής. Εντούτοις, η θρησκευτική διπλωματία αποτελεί ένα πεδίο δράσης που συνδέει τη χριστιανική κληρονομιά της Ευρώπης με τη σκληρή πραγματικότητα της διεθνούς πολιτικής. Ασχέτως των προθέσεων της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, το έμπρακτο ενδιαφέρον για τα ανθρώπινα δικαιώματα των χριστιανικών κοινοτήτων λογίζεται περισσότερο ως μια ηθική επιταγή. Τελικά, τα μεμονωμένα κράτη πράττουν ό,τι διστάζει να πράξει η Ευρωπαϊκή Ενωση ως οργανισμός.  

Κάποτε ...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΘΝΙΚΗ ΑΜΥΝΑ: Ικέτες ή παραγωγοί στην αμυντική βιομηχανία;

 

Γράφει ο Μάνος Καραγιάννης

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

Η υπόθεση των πυραύλων Meteor δικαιολογημένα έχει τραβήξει το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης. Η πιθανή πώλησή τους στην Τουρκία θα ανατρέψει τους συσχετισμούς αεροπορικής ισχύος, όπως έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια μετά την αγορά των μαχητικών αεροσκαφών Rafale και τον εκσυγχρονισμό των F-16. Πρόκειται για έναν πύραυλο αέρος – αέρος μεγάλου βεληνεκούς και ταχύτητας που επιτρέπει στην Πολεμική Αεροπορία να έχει το πάνω χέρι στους αιθέρες. Εφόσον τελικά το Παρίσι δώσει την έγκρισή του και η Αγκυρα αποκτήσει τον πύραυλο, θα είναι η δεύτερη φορά τα τελευταία χρόνια που η Ελλάδα στερείται ενός στρατηγικού πλεονεκτήματος. Η πρώτη συνέβη μετά την απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης να πωλήσει υποβρύχια τύπου 214 στην Τουρκία, ώστε να εξισορροπήσει την ελληνική υπεροπλία στον βυθό του Αιγαίου.

Αυτές οι εξελίξεις οδηγούν σε ορισμένα διαφωτιστικά συμπεράσματα.

Πρώτον, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στον τομέα της άμυνας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Οι μεγάλες χώρες-παραγωγοί αμυντικών συστημάτων ιεραρχούν τα οικονομικά τους συμφέροντα ως πιο σημαντικά από τις δικές μας αμυντικές ανάγκες. Από τη στιγμή που η άλλη πλευρά μπορεί να διαθέσει μεγαλύτερα κονδύλια για την αγορά αμυντικού υλικού, η Αθήνα θα βρίσκεται πάντα σε δυσχερή θέση.

Δεύτερον, η Τουρκία συνεχίζει να αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως μια ανταγωνιστική, σχεδόν εχθρική, δύναμη που δεν πρέπει να υπερτερεί στρατιωτικά στην ξηρά, στον αέρα ή στη θάλασσα. Αυτό το γεγονός θα έπρεπε να προβληματίζει τους «μη ανησυχούντες» στον πολιτικό και ακαδημαϊκό κόσμο, οι οποίοι εξακολουθούν να αντιλαμβάνονται την Τουρκία περίπου σαν μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα.

Τρίτον, η διπλωματία των «ήρεμων νερών» αποδεικνύεται δίκοπο μαχαίρι για την ελληνική πλευρά. Από τη μία, η τουρκική αεροπορία σταμάτησε τις παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου, με ό,τι θετικό αυτό συνεπάγεται. Από την άλλη, η Αγκυρα εκμεταλλεύεται ξεκάθαρα την ύφεση με την Αθήνα για να επιτύχει την αναβάθμιση των ενόπλων δυνάμεών της.

Δεν υπάρχουν πολλές λύσεις μπροστά μας αν θέλουμε να διαφυλαχθούν τα εθνικά μας συμφέροντα τις επόμενες δεκαετίες.

Μόνο η ανάπτυξη μιας ισχυρής εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας σε μια υγιή βάση θα μας απαλλάξει από τον ρόλο του ικέτη στον κρίσιμο τομέα των εξοπλισμών. Απαιτείται μια νέα εθνική στρατηγική που θα προτάσσει ρεαλιστικούς στόχους προκειμένου η αμυντική βιομηχανία να καταστεί εργαλείο σκληρής ισχύος.

Η ιδιωτικοποίηση δεν είναι ποτέ μια απλή υπόθεση, όπως έχει φανεί στην περίπτωση της ΕΛΒΟ και της ΕΑΒ. Ο ρόλος του κράτους πρέπει να περιοριστεί, αφού οι μέχρι τώρα εμπειρίες είναι πραγματικά απογοητευτικές. Μετά το 1981, αυτός ο στρατηγικός κλάδος αντιμετωπίστηκε σαν μια προέκταση του κομματικού κράτους. Σήμερα ευτυχώς ανθεί στη χώρα μας μια σχετικά μικρή, αλλά πολλά υποσχόμενη, ιδιωτική αμυντική βιομηχανία, που έχει μάλιστα σημειώσει και σημαντικές εξαγωγικές επιτυχίες.

Ωστόσο, ο πήχυς των προσδοκιών δεν πρέπει να μπει πολύ ψηλά. Η Ελλάδα δεν μπορεί να κατασκευάσει το δικό της μαχητικό αεροσκάφος ή πυραυλικά συστήματα. Απαιτούνται οικονομικοί πόροι που δεν υπάρχουν και δεν θα υπάρξουν στο προβλέψιμο μέλλον.

Για αυτό είναι επιτακτική ανάγκη να αυξηθεί η ελληνική συμμετοχή σε ευρωπαϊκές κοινοπραξίες που θα επικεντρωθούν στην ανάπτυξη και παραγωγή μεγάλων αμυντικών συστημάτων (π.χ. μαχητικά αεροσκάφη έκτης γενιάς). Ετσι θα υπερκεραστούν οι δομικές αδυναμίες μας και θα αποκτήσουμε προνομιακή πρόσβαση σε εξοπλισμό τελευταίας γενιάς.

Παράλληλα, χρειάζεται η σύμπραξη δημόσιου – ιδιωτικού τομέα και επιστημονικής κοινότητας για την παραγωγή νέων τεχνολογιών με διττή χρήση, δηλαδή αμυντική και εμπορική. Η πρόσφατη ίδρυση του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά ακόμα απουσιάζει το όραμα.

Αν κάτι μάθαμε από τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι ότι …

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΚΗ - ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η σταδιακή παρακμή της Δύσης

 

Γράφει ο Μάνος Καραγιάννης

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

Στην αρχή έμοιαζε με συγκυριακή εξέλιξη, αλλά πλέον συνιστά μια βεβαιότητα. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεταβατική εποχή για την ανθρωπότητα. Επειτα από περίπου τέσσερις αιώνες, η πολιτική, οικονομική, στρατιωτική και πολιτισμική κυριαρχία της Δύσης στον υπόλοιπο κόσμο τελειώνει.

Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γερμανός φιλόσοφος Οσβαλντ Σπένγκλερ μίλησε πρώτος για τη γέννηση, την άνοδο, την παρακμή και το τέλος των πολιτισμών. Στο δίτομο πόνημά του «Η παρακμή της Δύσης» υποστήριξε πειστικά ότι ο δυτικός πολιτισμός έχει ήδη μπει σε πτωτική πορεία λόγω της απαρέγκλιτης προσήλωσής του στον υλισμό, στον ορθολογισμό και στον ατομικισμό. Παράλληλα, στηλίτευσε την αποχριστιανοποίηση και την εγκατάλειψη των παραδοσιακών αξιών. Τέλος, προέβλεψε ότι μετά το έτος 2000 θα ξεκινήσει μια μακρά περίοδος «Καισαρισμού», με υποχώρηση των δημοκρατικών θεσμών και την ανάδυση αυταρχικών ηγεσιών πριν από το αναπόφευκτο τέλος.

Πολύ αργότερα, τέλη της δεκαετίας του 1980, ο Αμερικανός ιστορικός Πολ Κένεντι εκπόνησε μια καλά τεκμηριωμένη μελέτη για την άνοδο και την πτώση των μεγάλων δυνάμεων από τον 15ο αιώνα και ύστερα. Η δική του επιχειρηματολογία επικεντρώθηκε κυρίως στη μείωση της οικονομικής ισχύος των μεγάλων δυνάμεων και στα προβλήματα που προκαλεί η στρατηγική υπερεπέκτασή τους σε μακρινές περιοχές.

Ωστόσο το κλίμα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 ήταν ιδιαίτερα αισιόδοξο και επέτρεπε εφησυχασμούς. Η Σοβιετική Ενωση είχε κατακερματιστεί σε δεκαπέντε ανεξάρτητες δημοκρατίες, η Κίνα είχε υιοθετήσει ένα καπιταλιστικό μοντέλο ανάπτυξης και τίποτα στον ορίζοντα δεν έδειχνε να απειλεί την ηγεμονία της Δύσης.

Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει από τότε.

Οι αιματηροί και πολυδάπανοι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ φανέρωσαν τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Περιφερειακές δυνάμεις εκμεταλλεύονται την απαγκίστρωση του δυτικού παράγοντα από τη Μέση Ανατολή για να προωθήσουν τα εθνικά τους συμφέροντα.

Η ραγδαία άνοδος των ασιατικών οικονομιών μετατοπίζει το κέντρο βάρους της παγκόσμιας οικονομίας προς Ανατολάς. Η εκτίμηση του ΔΝΤ είναι ότι η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο μετά το 2030 θα είναι η Κίνα με τρίτη την Ινδία, τέταρτη την Ιαπωνία και πέμπτη την Ινδονησία. Εξάλλου, η δημιουργία του οργανισμού BRICS και η απροθυμία πολλών μη δυτικών χωρών να επιβάλουν κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας καταδεικνύουν την αλλαγή των συσχετισμών ισχύος.

Εντούτοις, η σταδιακή παρακμή της Δύσης δεν οφείλεται μόνο στις ευρύτερες γεωπολιτικές και γεωοικονομικές συνθήκες.

Υπάρχει μια σειρά από εσωτερικούς παράγοντες που καθιστούν την Αμερική και την Ευρώπη περισσότερο διχασμένες, εσωστρεφείς και ανασφαλείς. Η πόλωση και η τοξικότητα έχουν υπονομεύσει το κύρος των πολιτικών θεσμών και επιταχύνουν την απονομιμοποίησή τους. Ως εκ τούτου, το ψυχολογικό χάσμα ανάμεσα στις πολιτικές ελίτ και σε συμπαγείς κοινωνικές ομάδες συνεχώς αυξάνεται. Ταυτόχρονα, η μαζική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει απορρυθμίσει την πολιτική και κοινωνική ζωή παντού στη Δύση. Ακόμη και η επικράτηση ιδεοληπτικών προσεγγίσεων για τις σχέσεις των δύο φύλων έχει προκαλέσει κοινωνικές εντάσεις που υπονομεύουν την ενότητα της εθνικής κοινότητας.

Στην πραγματικότητα, ο δυτικός κόσμος έχει προ πολλού απολέσει τo πνευματικό του σφρίγος και δεν κομίζει καμία πρόταση στην ανθρωπότητα για έναν ενάρετο βίο. Ο αχαλίνωτος καπιταλισμός αντιμετωπίζει τον άνθρωπο μόνον ως καταναλωτή και ενθαρρύνει την απληστία. Η κλιματική κρίση δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα αυτής της προβληματικής κατάστασης. Η εμμονή στην τεχνολογική αυθυπέρβαση μας οδηγεί, για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, σε πλήρως αχαρτογράφητα νερά. Η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει πολύ γρήγορα στην καθημερινότητά μας, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και ηθικούς περιορισμούς. Οσο ειρωνικό και αν ακούγεται, ο μεγαλύτερος αντίπαλος της Δύσης είναι ο κακός εαυτός της.

Το εύλογο ερώτημα είναι αν η παρακμή του δυτικού κόσμου είναι αναστρέψιμη.

Οι περισσότερες σοβαρές αναλύσεις συγκλίνουν στο ίδιο απαισιόδοξο συμπέρασμα. Με μια αντικειμενική ματιά, κανένας πολιτισμός μέχρι τώρα δεν κατόρθωσε να αποφύγει το τελευταίο στάδιο του κύκλου που περιέγραψε ο Σπένγκλερ. Γιατί η πορεία της Δύσης να έχει μια διαφορετική κατάληξη;

Ο αντίλογος είναι ότι μερικοί πολιτισμοί δεν πεθαίνουν τελικά ποτέ, απλώς επιβιώνουν υπό μιαν άλλη μορφή. Χωρίς την Αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη δεν θα υπήρχε η Δύση. Τα πνευματικά επιτεύγματα ενός πολιτισμού δεν χάνονται οριστικά, αφού εμποτίζουν με ιδέες και αρχές άλλα πολιτισμικά σύνολα.

Δεν είναι εύκολο να πει κανείς σε λίγες γραμμές τι πρέπει να γίνει για να σταματήσει η πτωτική πορεία της Δύσης. Η σύναψη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου θα καταπραΰνει τις αγωνίες της μη προνομιούχου πλειονότητας, αλλά προφανώς δεν αρκεί.

Χρειάζεται…

 

ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Στρατιωτικά και άλλα διδάγματα από το μέτωπο

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.

Από την εποχή της ίδρυσής του, το Ισραήλ αντιμετωπίζει υπαρξιακές απειλές από κρατικούς και μη κρατικούς δρώντες. Το κυριότερο μειονέκτημα της μικρής αυτής χώρας είναι η έλλειψη στρατηγικού βάθους που επιβάλλει την προωθημένη άμυνα στα σύνορα, μακριά από τα αστικά κέντρα. Ωστόσο, το Ισραήλ υπέστη έναν στρατηγικό αιφνιδιασμό την 7η Οκτωβρίου που θα απασχολεί τους λήπτες αποφάσεων και την ερευνητική κοινότητα για πολλά χρόνια. Παρά τις ενδείξεις που υπήρχαν, οι μυστικές υπηρεσίες απέτυχαν οικτρά να σταματήσουν μια επίθεση μεγάλης κλίμακας που οδήγησε στη δολοφονία εκατοντάδων πολιτών.

Επιπλέον, η επιχείρηση της Χαμάς προκάλεσε την κατάρρευση της ισραηλινής «σωρευτικής αποτροπής» (cumulative deterrence) που είχε οικοδομηθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια. 

Η σωρευτική αποτροπή στηρίζεται στη δυσαναλογία της αντίδρασης του αποτρέποντος (Ισραήλ) εναντίον ενός αντιπάλου (Χαμάς) που παραβιάζει συνεχώς τις κόκκινες γραμμές. Σκοπός είναι να αλλάξει η συμπεριφορά του επιτιθέμενου μακροπρόθεσμα λόγω της εξάντλησής του. Το συγκεκριμένο είδος θεωρείται πιο κατάλληλο για την περίπτωση που η απειλή προέρχεται από μη κρατικούς δρώντες.

Ούτως ή άλλως, η αποτροπή εναντίον ισλαμιστικών ένοπλων οργανώσεων θεωρείται μια σχετική έννοια. Δεν είναι εφικτό να αποτραπούν όλες οι τρομοκρατικές επιθέσεις. Εντούτοις, ορισμένες μελέτες έχουν υποστηρίξει ότι ακόμη και οι μη κρατικοί δρώντες συνυπολογίζουν το δυνητικό κόστος μιας επίθεσης. Αυτή τη φορά, όμως, η Χαμάς λειτούργησε με έναν απροσδόκητο τρόπο που καταδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο της ιδεολογίας στη χάραξη της στρατιωτικής της στρατηγικής. Αν και η ηγεσία της ισλαμιστικής οργάνωσης γνώριζε ότι το Ισραήλ θα αντιδράσει με όλη του την ισχύ, τελικά προχώρησε στην αιφνιδιαστική επίθεση.

Τα στρατιωτικά διδάγματα από την ισραηλινή χερσαία επιχείρηση που εξελίσσεται στην πόλη της Γάζας είναι σημαντικά, αλλά πρέπει να ιδωθούν από την κατάλληλη οπτική γωνία. 

Το επιχειρησιακό περιβάλλον όπου καλούνται να δράσουν οι ισραηλινές δυνάμεις είναι ιδιαίτερα αντίξοο. Ο πόλεμος εντός πόλεων είναι κυριολεκτικά ο εφιάλτης κάθε τακτικού στρατού, επειδή ο αμυνόμενος έχει το τακτικό πλεονέκτημα. Μέσα στο αστικό περιβάλλον, ολιγομελείς ομάδες μπορούν με ευκολία να στήνουν ενέδρες και να χτυπούν με αντιαρματικούς πυραύλους εχθρικούς στόχους. Ταυτόχρονα, η Χαμάς έχει μετατρέψει τους αμάχους σε «ανθρώπινες ασπίδες» για να κινητοποιήσει τη διεθνή κοινή γνώμη εναντίον της ισραηλινής ηγεσίας.

Η επικείμενη ήττα της Χαμάς δεν πρόκειται να απαλλάξει το Ισραήλ από μια κλιμακούμενη πίεση της διεθνούς κοινότητας για δίκαιη επίλυση του παλαιστινιακού προβλήματος.

Σε κάθε περίπτωση, η ισραηλινή στρατιωτική στρατηγική εδράζεται σε ένα επιθετικό πνεύμα που επιδιώκει τη συντριπτική ήττα του αντιπάλου. Η ισραηλινή στρατιωτική φιλοσοφία περί άμυνας και επίθεσης κωδικοποιήθηκε επίσημα το 2015, όταν εκπονήθηκε το νέο δόγμα των ενόπλων δυνάμεων. Εκεί δηλώνεται ότι
«η βασική υπόθεση είναι ότι ο εχθρός δεν μπορεί να νικηθεί μέσω μιας αμυντικής στάσης. Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητη η χρήση βίας σε μια επιθετική στάση για να επιτευχθούν ξεκάθαρα στρατιωτικά αποτελέσματα». Από την ισραηλινή σκοπιά, η επίθεση υπερτερεί της άμυνας.

Πριν από την εκπόνηση του επίσημου δόγματος, το Ισραήλ είχε άτυπα υιοθετήσει το «δόγμα Dahiya» – πρόκειται για τα προάστια της νότιας Βηρυτού που ελέγχονται από τη Χεζμπολάχ. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου των 33 Ημερών, η ισραηλινή αεροπορία ισοπέδωσε το συγκεκριμένο κομμάτι της λιβανέζικης πρωτεύουσας. Τον Οκτώβριο του 2008, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Γκάντι Εϊζενκοτ δήλωσε πως ό,τι συνέβη στη νότια Βηρυτό θα συμβεί
«σε κάθε χωριό από το οποίο έπεσαν πυροβολισμοί προς την κατεύθυνση του Ισραήλ. Θα ασκήσουμε δυσανάλογη δύναμη εναντίον [τους] και θα προκαλέσουμε τεράστιες ζημιές και καταστροφές». Από ό,τι φαίνεται, η ισραηλινή πολιτική και στρατιωτική ηγεσία έχει υιοθετήσει ξανά το συγκεκριμένο δόγμα για να αντιμετωπίσει τους ενόπλους της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας.

Αυτό το στρατιωτικό δόγμα βασίζεται σε...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Οι τρεις σχολές σκέψης και πολιτικής στα ελληνοτουρκικά

 

Γράφει ο Μάνος Καραγιάννης
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader in International Security στο King’s College London.
 

Μετά το 1974 υπάρχουν τρεις σχολές σκέψης και πολιτικής στα ελληνοτουρκικά, που τέμνουν οριζόντια τις κομματικές γραμμές: η φιλελεύθερη, η συντηρητική και η δυναμική. 

Πέρα από τις ιδεολογικές τους αναφορές, οι σχολές αντανακλούν κατά περίπτωση προσωπικές πεποιθήσεις και στυλ ηγεσίας. Συχνά δε μέσα στην ίδια κυβέρνηση συνυπάρχουν διαφορετικές σχολές.  

Η κάθε μία έχει τις δικές της επιδιώξεις, αλλά και προσλαμβάνουσες παραστάσεις για την Τουρκία.

Η φιλελεύθερη σχολή διατείνεται ότι η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών είναι εφικτή υπό προϋποθέσεις. Υποστηρίζει με θέρμη τον διάλογο ανάμεσα στις δύο πλευρές και δίνει μεγάλη έμφαση στην εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Η προσπάθεια του Κωνσταντίνου Καραμανλή να πείσει την κυβέρνηση Ντεμιρέλ το 1975 να γίνει από κοινού προσφυγή για την υφαλοκρηπίδα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης εντάσσεται σε αυτή τη σχολή. Εκτοτε η φιλελεύθερη προσέγγιση έχει εξελιχθεί σημαντικά. Πέρα από τη δικαστική διευθέτηση, η στρατηγική του Ελσίνκι την περίοδο του Κώστα Σημίτη εστίαζε στον εξευρωπαϊσμό της γειτονικής χώρας. Με αυτόν τον τρόπο θα προέκυπτε ο εκδημοκρατισμός της Τουρκίας και κατ’ επέκταση η εμπέδωση της ειρήνης στην περιοχή. Επί πρωθυπουργίας Γιώργου Παπανδρέου προτάχθηκε η διμερής συνεργασία σε ζητήματα χαμηλής πολιτικής (π.χ. οικονομία, τουρισμός) ως καταλύτης θετικών εξελίξεων.

Βασική αδυναμία της σχολής είναι η έλλειψη κατανόησης των μεγάλων αλλαγών που έχουν συντελεστεί στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά και διεθνώς. Αλλωστε, είναι κάτι παραπάνω από εμφανές ότι η Τουρκία έχει εξελιχθεί σε μια αναθεωρητική δύναμη με ηγεμονικές βλέψεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Εντούτοις, η φιλελεύθερη σχολή παραμένει ιδιαίτερα δημοφιλής σε ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτικού προσωπικού και της ακαδημαϊκής διανόησης.

Η συντηρητική σχολή επιδιώκει τη διατήρηση του υφιστάμενου στάτους κβο στο Αιγαίο και προβάλλει ορισμένες επιφυλάξεις για την προοπτική δικαστικής επίλυσης στη Χάγη. Δεν πρόκειται για τη σχολή ακινησίας, όπως συχνά αναφέρεται. Η συντηρητική προσέγγιση αποδέχεται κριτικά την εφαρμογή του διεθνούς δικαίου και ενστερνίζεται τη λογική του αυστηρά οριοθετημένου διαλόγου. Παραμένει πιστή στην εθνική θέση ότι υπάρχει μόνο μία ελληνοτουρκική διαφορά προς επίλυση, δηλαδή τα όρια της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Επίσης, δεν αποδέχεται τη φιλελεύθερη άποψη ότι ο χρόνος δουλεύει απαραίτητα υπέρ της Τουρκίας, αφού στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχει τίποτα δεδομένο.

Θιασώτες της συγκεκριμένης σχολής υπήρχαν στις κυβερνήσεις του Κώστα Καραμανλή, Αντώνη Σαμαρά και Αλέξη Τσίπρα. Ο πρώτος σταμάτησε τη διαδικασία του Ελσίνκι που οδηγούσε σε εθνική ήττα, ο δεύτερος απομάκρυνε τα ζητήματα κυριαρχίας από τον ελληνοτουρκικό διάλογο και ο τρίτος αρκέστηκε στην «αγορά χρόνου», χωρίς διάθεση ανατροπών. Η συντηρητική σχολή συνεχίζει να έχει σημαντικά ερείσματα μέσα σε αρκετά κόμματα, συμπεριλαμβανομένου του ΚΚΕ.

Τέλος, η δυναμική σχολή δεν εμπιστεύεται ιδιαίτερα τη διεθνή διαιτησία και επικεντρώνεται σε δύο δείκτες σκληρής ισχύος: τη δημιουργία αμυντικών συμμαχιών και την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Στον δημόσιο διάλογο αρκετοί τη χαρακτηρίζουν «εθνικιστική σχολή» επειδή αντιμετωπίζει την Τουρκία ως μια διαρκή απειλή. Πάντως, αξίζει να σημειωθεί ότι τέτοιος όρος δεν χρησιμοποιείται στη διεθνή βιβλιογραφία. Η στρατιωτική διαχείριση της κρίσης του 1987 και η εκπόνηση του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος με την Κυπριακή Δημοκρατία είναι δύο γνωστά παραδείγματα αυτής της σχολής. Σε έναν κόσμο που επικρατεί αβεβαιότητα και ανασφάλεια, η αρχή της αυτοβοήθειας επιτάσσει την υιοθέτηση μιας στρατηγικής εξισορρόπησης ή ακόμη και ανάσχεσης της Αγκυρας.

Το κύριο μειονέκτημα της δυναμικής προσέγγισης είναι ότι η αύξηση της στρατιωτικής έντασης μπορεί να οδηγήσει σε αυτοεκπληρούμενες προφητείες περί νομοτελειακής σύγκρουσης. 

Βασικός εκπρόσωπός της ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, αλλά ψήγματα της συγκεκριμένης σχολής υπήρχαν και σε πρόσφατες κυβερνήσεις της Ν.Δ. 

Η δυναμική σχολή παραμένει ελκυστική στα μάτια της κοινής γνώμης, αλλά διαθέτει πλέον λιγότερους υποστηρικτές στα κόμματα εξουσίας και τον ακαδημαϊκό κόσμο.

Οι τρεις σχολές δεν είναι μονολιθικές ή στατικές. Πάντα υπάρχει μια σχετική ευελιξία, που προκύπτει από την εξέλιξη των γεγονότων στις διμερείς σχέσεις και ευρύτερα. Επιπρόσθετα, όλοι οι λήπτες αποφάσεων συνυπολογίζουν το πολιτικό κόστος στη χάραξη της πολιτικής, ειδικά όταν επίκεινται εκλογές ή η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν είναι δεδομένη.  

Σε κάθε περίπτωση, η κάθε σχολή δίνει διαφορετική απάντηση για το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων. 

Η φιλελεύθερη...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΡΑΓΙΑΔΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τα διδάγματα του 1996

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Reader στη Διεθνή Ασφάλεια στο King’s College London.

 

Επειτα από είκοσι επτά έτη δημοσιογραφικής και επιστημονικής έρευνας, μπορούμε με αντικειμενικότητα να αντλήσουμε ορισμένα διδάγματα από την κρίση των Ιμίων.  

Η Αθήνα βιάστηκε να στρατιωτικοποιήσει την αντιπαράθεση για το καθεστώς της βραχονησίδας, αφού δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως το πραγματικό διακύβευμα. Η τουρκική ηγεσία επιδίωκε την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στο Ανατολικό Αιγαίο μέσω της δημιουργίας «γκρίζων ζωνών». Σε στρατηγικό επίπεδο η ελληνική πλευρά υπέπεσε σε τρία ολέθρια σφάλματα, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη δυσμενή κατάληξη.

Πρώτον, ο τότε πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών διαχειρίστηκαν την κρίση μέσα από το πρίσμα της αντιπαλότητας με την εσωκομματική αντιπολίτευση. Η σχέση ανάμεσα στην πολιτική και στη στρατιωτική ηγεσία δεν ήταν αρμονική, όπως επίτασσε η κρισιμότητα των στιγμών. Ο πρωθυπουργός και το επιτελείο του, μαζί με τον Α/ΓΕΕΘΑ, συνεδρίαζαν σε μια αίθουσα της Βουλής και όχι στο Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων. Η ΕΥΠ και ο διοικητής της παραγκωνίστηκαν με απαξιωτικό τρόπο, άνευ ουσιαστικού λόγου.

Δεύτερον, η Αθήνα εγκλωβίστηκε σε μια λογική κλιμάκωσης, δίχως να υπολογίσει τους συσχετισμούς ισχύος στο διεθνές και περιφερειακό σύστημα. Σε μια εποχή αμερικανικής παντοκρατορίας, η Αθήνα βρέθηκε απελπιστικά μόνη της, χωρίς πραγματικούς συμμάχους. Η φιλοσερβική στάση των προηγούμενων κυβερνήσεων είχε υπονομεύσει σημαντικά τη θέση της Ελλάδας μέσα στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ.

Τρίτον, η διαπραγμάτευση της Αθήνας με την Ουάσιγκτον και κατ’ επέκταση την Αγκυρα ξεκίνησε από λανθασμένη αφετηρία. Μετά τις πρώτες δύο μέρες, η ελληνική κυβέρνηση έστελνε μηνύματα ότι δεν επιθυμεί την πολεμική σύγκρουση με τη γειτονική χώρα. Ετσι όμως αποδυνάμωσε την αξιοπιστία της αποτροπής μας, που βασιζόταν στην απειλή της στρατιωτικής αντίδρασης. Με άλλα λόγια, η πολιτική ηγεσία λειτούργησε σχεδόν ερασιτεχνικά και δεν επέδειξε την πρέπουσα σοβαρότητα.

    Σε καθαρά επιχειρησιακό επίπεδο, μετά την απόβαση των Τούρκων κομάντος στη δυτική Ιμια, η κυβέρνηση Σημίτη υπέστη έναν αιφνιδιασμό που άλλαξε τη δυναμική της κρίσης. Με τη δημιουργία του τετελεσμένου γεγονότος (fait accompli), η Αθήνα στέρεψε από επιλογές και αυτό έγινε αμέσως εμφανές στην άλλη πλευρά.  

Το γεγονός ότι οι λήπτες αποφάσεων πληροφορήθηκαν την τουρκική ενέργεια από τρίτες πηγές καταδεικνύει την κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα. Επίσης, ο υποβόσκων ανταγωνισμός ανάμεσα στον Στρατό Ξηράς και στο Πολεμικό Ναυτικό δημιούργησε περιττές εντάσεις.  

Τέλος, δεν φαίνεται να υπήρχε ένα καλά επεξεργασμένο σχέδιο στρατιωτικής αντίδρασης για μια πρόκληση τόσο μικρής κλίμακας. Η ελληνική αποτροπή είχε σχεδιαστεί να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο μιας επιχείρησης τύπου «Αττίλας» 1974.

Εύλογα αναρωτιέται κανείς αν το σημερινό πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό της χώρας έχει διδαχθεί από τα λάθη των προκατόχων τους. Είναι αλήθεια ότι σε επιχειρησιακό επίπεδο, οι Ενοπλες Δυνάμεις βρίσκονται σε εξαιρετικό επίπεδο. Τα γεγονότα των Ιμίων λειτούργησαν αφυπνιστικά για το στράτευμα, που έχει πλέον επεξεργαστεί πολλά σενάρια για τη μορφή της επόμενης κρίσης. Η εξελισσόμενη ενίσχυση των Ειδικών Δυνάμεων είναι εντυπωσιακή και δημιουργεί ένα ανάχωμα στις τουρκικές επιδιώξεις. Η συστηματική προώθηση της διακλαδικότητας εγγυάται την αποτελεσματικότητα των Ενόπλων Δυνάμεων, αν αυτή απαιτηθεί. Η Ελλάδα σήμερα διαθέτει τα μέσα και τον σχεδιασμό για να αποκρούσει μια επιθετική ενέργεια, εφόσον κινηθεί γρήγορα και αποφασιστικά. Ωστόσο, η επιχειρησιακή μας επάρκεια και ετοιμότητα δεν είναι η μοναδική προϋπόθεση για την επιτυχημένη διαχείριση μιας στρατιωτικής κρίσης.

Σε στρατηγικό, δηλαδή πολιτικό, επίπεδο εξακολουθούν να υπάρχουν παθογένειες που μπορεί να αποδειχθούν μοιραίες για την αποτρεπτική μας στρατηγική. Η πολυπλοκότητα της τουρκικής απειλής ξεπερνάει τον εκλογικό κύκλο μιας κυβέρνησης. Απαιτείται μια διαφορετική στρατηγική που θα βασίζεται σε μακροχρόνιο σχεδιασμό και «τεχνοκρατική» προσέγγιση του προβλήματος. Ετσι κι αλλιώς, η προσωπική διπλωματία έχει ελάχιστες πιθανότητες να αποφέρει θετικά αποτελέσματα. 

Η ανοικοδόμηση του συστήματος εθνικής ασφάλειας συνιστά πλέον μια επιτακτική ανάγκη. Οι ελληνικές υπηρεσίες πρέπει να αποκτήσουν την εξωστρέφεια που θα τους επιτρέψει να παρέχουν στρατηγικές πληροφορίες για τον αντίπαλο. Μόνο έτσι ένα ενδεχόμενο γιουρούσι θα γίνει άτακτη υποχώρηση, ασχέτως των προθέσεων τρίτων χωρών.

Καταληκτικά, η κρίση των Ιμίων έχει πολλά να μας διδάξει. Πρέπει να μαθαίνουμε από τα λάθη και τις παραλείψεις μας, χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις. 

Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι...