"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: Η αγενής άμιλλα

Του ΠΕΤΡΟΥ ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

Από την εποχή του Ιπποκράτη που τον όρισε ως έναν από τους τέσσερις θεμελιώδεις ανθρώπινους χαρακτήρες (οι άλλοι τρεις: ο αιματώδης, ο μελαγχολικός, ο φλεγματικός) έως την εποχή των social media, ο χολερικός τύπος δεν άλλαξε ριζικά.  

Ασφαλώς κι επιδεινώθηκαν δραματικά οι συνέπειες από τις εκρήξεις της οργής του: άλλο πράγμα να κρατάς στα χέρια σου μια σφεντόνα κι εντελώς άλλο πράγμα τη βαλίτσα με τους κωδικούς του πυρηνικού ολέθρου. Ωστόσο, η ιδιοσυστασία του χαρακτήρα του παρέμεινε επί χιλιετίες η ίδια: η οργή του φόρτωνε, κορυφωνόταν και, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αργά ή γρήγορα εκτονωνόταν. Κατά τις ειρηνικές περιόδους, μάλιστα, εκφυλιζόταν σε αυτήν που θα αποκαλούσαμε «οργή καφενείου». Μάρτυρες της οργής του στέκονταν καμιά δεκαριά αργόσχολοι, συνήθως εξίσου χολερικοί με τον ίδιον· όλοι έπνιγαν τον θυμό τους στο κρασί και, αφού ξιφουλκούσαν με ανεμόμυλους, έκαναν μετά ύπνο ελαφρύ σαν πουλάκια.

Τα social media άλλαξαν άρδην αυτή τη διαχρονική συνθήκη, το πανανθρώπινο modus vivendi προκειμένου ο homo sapiens να μην αφανίσει όλο το είδος του, να αφήσει και κανένα δείγμα προς εξέτασιν για τους παλαιοντολόγους του μέλλοντος.  

Τα social media μάς εξοικείωσαν με όλες τις εκφάνσεις του «παγκόσμιου χωριού», μία εκ των οποίων – η πιο δημοφιλής για τους χρήστες – ήταν το «παγκόσμιο καφενείο». Ούτε οι πιο ευφάνταστοι στο παρελθόν δεν είχαν οραματιστεί ένα «καφενείο» που να μην υπόκειται σε κανέναν από τους περιορισμούς του παραδοσιακού καφενείου: να μεγεθύνεται ή να συρρικνώνεται κατά το δοκούν -χωρητικότητα ουσιαστικά απεριόριστη – δίχως να απαιτείται καμία άδεια από καμία πολεοδομία και να παραμένει ανοιχτό είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, με τους καυγάδες στη διαπασών και τη χολή να ρέει ανεμπόδιστη.

Μα καλά: δεν θα προβούν σε καταγγελία οι περίοικοι για διατάραξη κοινής ησυχίας;  

Πώς φαίνεται ότι μερικοί – μερικοί εδώ πέρα έχουμε γεννηθεί τον περασμένο αιώνα. Ακου, περίοικοι. Λες και υφίσταται πλέον κανένας που δεν είναι καλωδιωμένος. 

Είπα καλωδιωμένος – και τι θυμήθηκα πάλι;  

Δεν θα το πιστέψετε, αλλά κάποτε υπήρχαν καλώδια.

Οσοι στοχαστές πέτυχαν το φαινόμενο στα γεννοφάσκια του, επισήμαναν την καίρια συμβολή των social media στη μαζική αναπαραγωγή και στη θηριώδη εξάπλωση της ανθρώπινης βλακείας· δεν θα αναμασήσουμε τα πορίσματά τους. Εδώ θα ασχοληθούμε με την παράλληλη, μα όχι λιγότερο εντυπωσιακή εξάπλωση της ανθρώπινης μοχθηρίας.  

Πού πάει η χολή όταν χάνεται; Πού καταλήγει η μοχθηρία όταν κλείνουμε το λάπτοπ;

Σε αντίθεση με τη βλακεία, όπου οι ειδήμονες συμφωνούν ότι δύναται μόνο να αναπαραχθεί και να επαυξηθεί – κάθε νέα γενιά ηλιθίων συσσωρεύει, εμπλουτίζει και μεταβιβάζει την εμπειρία της προηγούμενης γενιάς ηλιθίων -, οι προσδοκίες από τη μαζική διάδοση της μοχθηρίας δεν είναι εξίσου χαμηλές ή πανομοιότυπες.  

Υπάρχουν οι οπτιμιστές που πιστεύουν ότι τα social media επιτελούν ανεκτίμητο κοινωνικό λειτούργημα και μάλλον θα έπρεπε να ανανεώνουμε νυχθημερόν το λαδάκι στο καντήλι τους: δίχως τα social media, αυτές τις αχανείς αποθήκες συστέγασης μα και εκτόνωσης της μοχθηρίας, η φυσική εκδήλωση της επιθετικότητας θα είχε πάρει προ πολλού την ανιούσα· θα θρηνούσαμε αμέτρητα θύματα κακοποίησης που τώρα, χάρη στα social media, παραμένουν – και διαρκώς ανανεώνονται – μονάχα στο φαντασιακό των θυτών.

Στην αντίπερα όχθη, οι πεσιμιστές ισχυρίζονται πως η διαρκής επίδειξη ολοένα και πιο αρνητικών συναισθημάτων στα social media προωθεί την… αγενή άμιλλα και δημιουργεί έναν καινούργιο, ασυγκρίτως πιο επικίνδυνο τύπο χολερικής ιδιοσυγκρασίας. Ούτε που θέλουμε να ξέρουμε τι θα συμβεί όταν...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Στόχος, η όψη και η υπόσταση

Τα άλματα προόδου, οι σύγχρονες αντιλήψεις, τα νέα ήθη δεν ημέρεψαν τα καταστροφικά πάθη, δεν δάμασαν την ορμή της εκδίκησης και το πιο φρικαλέο από τα κοινά όπλα ακόμη χρησιμοποιείται σε αποτρόπαιες πράξεις. 

Τα κίνητρα άφθαρτα: ερωτική προδοσία, ζηλοτυπία, αθέτηση της υπόσχεσης γάμου, κακοποίηση, ζητήματα τιμής, οικονομικές ή άλλου τύπου διαφορές, υποτιθέμενες βλάβες που είχε προκαλέσει το θύμα στον δράστη, ενοχλητική δράση, όπως στην περίπτωση της Κούνεβα.  

Μερικές δεκάδες είναι οι επιθέσεις με βιτριόλι, συνολικά, στα ελληνικά αστυνομικά χρονικά. Ομως είναι συχνότερες αλλού, τόσο στον ανεπτυγμένο κόσμο (από συμμορίες νέων στη Μεγάλη Βρετανία, που διατηρεί την αρνητική πρωτιά) όσο και στον αναπτυσσόμενο (ΝΑ Ασία, υποσαχάρια Αφρική, Λατινική Αμερική).

Σε βιομηχανική κλίμακα το βιτριόλι άρχισε να παρασκευάζεται το 1740 και χρησιμοποιήθηκε για βίαιους σκοπούς όταν ξεκίνησε να πωλείται σε χαμηλές τιμές ως λευκαντικό και καθαριστικό. 

Η πρώτη επίθεση καταγράφηκε το 1785 στην Αγγλία.  

Στη συνέχεια οι επιθέσεις με βιτριόλι έλαβαν διαστάσεις μάστιγας στον δυτικό κόσμο. 

Το 1854 συνελήφθη στη Νέα Υόρκη ο «άνδρας με το βιτριόλι», ο Θεόδωρος Γκρέι, για δεκάδες επιθέσεις κατά γυναικών· κουβαλούσε πάντα μαζί του έναν ψεκαστήρα με οξύ κρυμμένο στο μανίκι του.  

Κατά το α΄ μισό του 19ου αι. οι διαφορές μεταξύ εργατών και των εργοδοτών τους κατέληγαν συχνά σε επιθέσεις με βιτριόλι κατά μηχανημάτων, αργαλειών, υφασμάτων, πριονιστηρίων ή και των ιδιοκτητών τους. Ούτε τα ζώα γλίτωναν από το οξύ που διαβρώνει εφιαλτικά τους ζώντες ιστούς, όταν στόχος ήταν να πληγούν έμμεσα τα αφεντικά τους.  

Μεταπολεμικά, το πλαίσιο διάθεσης του θειικού οξέος άλλαξε, μαζί με τις συνήθειες, και οι επιθέσεις στη Δύση περιορίστηκαν. Ομως δεν εκμηδενίστηκαν. Και έχουν αποκλειστικό στόχο το ανθρώπινο πρόσωπο, την παραμόρφωσή του, μαζί με την πρόκληση αβάσταχτου πόνου, την οριστική καταστροφή της εικόνας και της ομαλής ζωής του θύματος. Ενα μάτι σβησμένο, ένα πρόσωπο ρημαγμένο, σκεπασμένο από την οδύνη, τη σιωπή. 

Στο πρόσωπο αναγνωρίζει κανείς ό,τι αγαπά, είναι η εικόνα του μυαλού, το ύφος και το ένδυμα των σκέψεων, ο δείκτης της ψυχής.  

Είναι αυτό που διακρίνει τον έναν άνθρωπο από τον άλλον. Μέσο έκφρασης, γέφυρα επικοινωνίας. 

Το πρόσωπο, με όλα τα σημάδια που σώρευσαν πάνω του οι καιροί, είναι μαζί...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το μίσος ως δύναμη της πολιτικής ζωής

Γράφει ο ΦΑΛΗΡΕΥΣ


Δ​​εν ρώτησα σε ποια περιοχή ήταν το σπίτι, αλλά από τη σύνθεση της παρέας και τον χαρακτήρα του περιστατικού το φαντάζομαι κάπου στο Ψυχικό – άντε, στη χειρότερη, στο Κολωνάκι. Δείπνο με καλεσμένους μιας συγκεκριμένης κατηγορίας: μορφωμένους και ευκατάστατους, με πνευματικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα. Δείπνο του είδους στο οποίο η συζήτηση έχει τη βαρύτητα και το φαγητό είναι το πρόσχημα – εκτός αν είναι απαίσιο και δεν τρώγεται. Μία κυρία την οποία θα λέγαμε διανοουμένη (λίγο συγγραφέας, λίγο κριτικός, λίγο αριστερή, μια δροσερή φρουτοσαλάτα με λίγο απ’ όλα...) άρχισε να καταφέρεται εναντίον των Εβραίων. Οχι με τον γνωστό και παρωχημένο τρόπο, αλλά με την οπτική ενός νέου είδους, ύπουλου αντισημιτισμού, που συνδέεται με το Παλαιστινιακό και τον οποίο η σύγχρονη ριζοσπαστική Αριστερά συχνά υιοθετεί με τον λόγο της, όπως ο Κόρμπιν στη Βρετανία.


Ενας εκ των συνδαιτυμόνων, που δεν άντεχε περισσότερο να την ακούει, στρέφεται ξαφνικά στη γυναίκα του και αρχίζει, εις επήκοον όλων, να δικαιολογείται με φράσεις από τις οποίες όλοι οι υπόλοιποι στο τραπέζι καταλαβαίνουν αμέσως ότι η σύζυγος του ταραγμένου κυρίου είναι Εβραία. Επρεπε να βλέπατε, μου λένε, τη φρουτοσαλάτα μαδημένη, να τα μαζεύει, να δικαιολογείται κ.λπ. Στην πραγματικότητα, η σύζυγος του κυρίου δεν ήταν Εβραία· ήταν ένα τέχνασμα για να το βουλώσει η φρουτοσαλάτα. Οπως και συνέβη· διότι το αληθινό μέτρο της σοβαρότητας των απόψεων και των πεποιθήσεών μας είναι η δυνατότητά μας να τις υποστηρίξουμε κατά πρόσωπο έναντι εκείνων που ενδεχομένως θίγονται από αυτές – αυτό που οι Αμερικανοί θα έλεγαν «confrontation».


Η επίγνωση της αξίας αυτής της διαδικασίας είναι μια μορφή αυτοελέγχου για τον καθένα μας. 


Πάρτε το παράδειγμα του καφενείου, δηλαδή του δημόσιου χώρου γενικώς. Ο καθένας μας μπορεί να σκέπτεται και να αισθάνεται κακίες· είναι στη φύση μας. Οταν όμως μέσα στο καφενείο εκφράσεις δημοσίως, ας πούμε, μια ανατριχιαστικής χυδαιότητας κατάρα για έναν πολιτικό τον οποίο μισείς, επειδή ακούς στις ειδήσεις ότι είναι άρρωστος, είναι πολύ πιθανό ότι κάποιος θα αντιδράσει και αυτό έχει πάντα κόστος. Αυτός είναι ο λόγος που, ενώ όλοι σκεπτόμαστε κακίες, σπανίως συμβαίνει να τις φωνάζουμε.


Αυτή η δυνατότητα αυτοελέγχου αποδυναμώνεται με το Ιντερνετ. Το συνειδητοποίησα με αφορμή την ασύλληπτης κακίας επίθεση εναντίον του Σταύρου Θεοδωράκη, μέσω των social media, λόγω της πρόσφατης εγχείρησης στην οποία υποβλήθηκε για αφαίρεση καρκίνου στον προστάτη. Δεν μου αρέσει, αλλά μπορώ να καταλάβω την «ποδοσφαιρική» διάσταση της κακίας: να χλευάσεις ή να βρίσεις τον μισητό αντίπαλο όταν έχει χάσει στο παιχνίδι. Αλλά να κάνεις το ίδιο για ένα τόσο σοβαρό θέμα υγείας, μου είναι αδιανόητο. Δείχνει ότι εκείνος που το κάνει, τη στιγμή που το κάνει, έχει χάσει και αυτόν τον στοιχειώδη σεβασμό προς την ανθρώπινη ζωή, που τον επιβάλλει η κοινή μοίρα του θανάτου. Για να το πω απλά, αν δεν έχει γίνει εντελώς ζώον, στην πυραμίδα της δημιουργίας έχει σίγουρα υποχωρήσει προς το ζώον.


Η σχετική ανωνυμία και η απόσταση του Ιντερνετ απενοχοποιεί αυτές τις φωνές και η δυνατότητα συσπείρωσης που παρέχει στους χρήστες του τις κάνει να ενώνονται και να γίνονται κομμάτι της πραγματικότητας, που επιδρά στη μορφή της. 


Δεν είναι μόνον οι συνθήκες που παράγουν πρωτογενώς το μίσος, που έχει γίνει η βουβή και υπόγεια δύναμη στην πολιτική ζωή της χώρας· είναι και η δυνατότητα που του παρέχει το Ιντερνετ για να οργανωθεί και να αποκτήσει υπόσταση. Θυμηθείτε...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οι ρίζες του μίσους

Ενα κείμενο του μεγάλου έλληνα φιλοσόφου, οικονομολόγου και ψυχαναλυτή Κορνήλιου Καστοριάδη

«Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο  και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία«διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.

Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους«εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς - την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κτλ). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της «διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.

Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων - δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πόλεμοι».

Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού, Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτό τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητα τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένη, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.

Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στον δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους,

Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό· το καλό είναι οι κανόνες μας· οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους· άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί. Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός· η αλήθεια είναι ο θεός μας· ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους· άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.

Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές  πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.

Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: