"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΛΤΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΛΤΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΗΦΗΝΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Ποιος τελικά δεν θέλει την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών;

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Toυ ΝΙΚΟΥ ΣΑΛΤΕΡΗ*

Η είδηση περί νέας αναβολής της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών
(«Καθημερινή», 30 Νοε.) απογοήτευσε όσους τη θεωρούν αυτονόητη παιδαγωγικά και υπηρεσιακά υποχρέωση και καθήκον της Πολιτείας.  

Αντιθέτως, οι πολέμιοί της –κυρίως εκπαιδευτικοί– άρχισαν τους πανηγυρισμούς, υποστηρίζοντας ότι η αναβολή υποκρύπτει την οριστική ματαίωσή της και πως αυτή οφείλεται στους «αγώνες» τους. Την επομένη, βέβαια, του δημοσιεύματος, το υπουργείο Παιδείας με ανακοίνωσή του δήλωσε ότι δεν τίθεται θέμα ματαίωσης και ότι η ατομική αξιολόγηση «θα ξεκινήσει εντός της τρέχουσας σχολικής χρονιάς, όπως ήταν προγραμματισμένο, με την ολοκλήρωση της επιλογής των νέων Συμβούλων Εκπαίδευσης, η οποία είναι σε τελική φάση». Η διαβεβαίωση μένει να αποδειχθεί, αν και η μέχρι σήμερα εμπειρία μαρτυρά ότι η αναβολή και εν συνεχεία η ματαίωση υλοποίησης της ατομικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών αποτελεί κανόνα.  

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή είναι ενδεικτική

Μετά την αναστολή των ατομικών Εκθέσεων των Επιθεωρητών το 1980, με απόφαση του Βαγγέλη Κοντογιαννόπουλου, το 1985, το τότε πανίσχυρο ΠΑΣΟΚ επιχείρησε την κατάθεση σχετικών νομοθετημάτων, ενέργεια που προκάλεσε τη βίαια αντίθεση της ΠΑΣΚ και οδήγησε στη διάσπασή της. Λίγο αργότερα, ο Απόστολος Κακλαμάνης επανήλθε με σειρά καλά επεξεργασμένων ΠΔ (1988), που και πάλι συνάντησαν αντιδράσεις. Εκτοτε σε όλα τα σημαντικά εκπαιδευτικά νομοθετήματα και των δύο κομμάτων εξουσίας υπήρξαν σχετικές προβλέψεις. Πάντα, όμως, έμεναν ανενεργές μέχρι την επόμενη νομοθέτησή τους.  

Από εκείνη την εποχή, υπάρχουν πολλά ανέκδοτα που παρουσιάζουν τις προσπάθειες στελεχών της εκπαίδευσης μας σε διεθνείς συναντήσεις να «μεταφράσουν» σε ξένους συναδέλφους τους τη φράση: «υπάρχει νόμος για την αξιολόγηση, αλλά δεν υλοποιείται στην πράξη», που προξενούσε τα ειρωνικά μειδιάματά τους.  

Μόνο κατά την περίοδο 2010-14, αρχικά από πρόθεση (της Αννας Διαμαντοπούλου) και στη συνέχεια υπό την πίεση των μνημονιακών υποχρεώσεων (Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος), οι πολιτικές ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας νομοθέτησαν ύστερα από συμβουλευτική έκθεση ομάδας ειδικών (2013) ένα συνεκτικό σύστημα Αξιολόγησης στην Εκπαίδευση (αυτοαξιολόγηση σχολείων-δομών, ατομική αξιολόγηση εκπαιδευτικών, ανεξάρτητη εποπτεύουσα αρχή). Ομως και πάλι, στον πυκνό εκείνο πολιτικά χρόνο, η υλοποίηση της ατομικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών της έδρας καθυστερούσε –και θα καθυστερούσε ακόμα περισσότερο όσο πλησίαζαν οι εκλογές (2015). Ολοκληρώθηκε, όμως, η αξιολόγηση των στελεχών πρώτης γραμμής (περίπου 1.000), ενώ αυτή των Διευθυντών Σχολείων, παρά το γεγονός ότι οι σχετικές εκθέσεις συντάχθηκαν, με εντολή της πολιτικής ηγεσίας δεν αναρτήθηκαν ποτέ στην ψηφιακή πλατφόρμα. 

Η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, πιστή στις εξαγγελίες της, όχι μόνο πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων τις ολοκληρωμένες αξιολογήσεις και κατήργησε διά λόγου και νόμου την ατομική αξιολόγηση («ο εκπαιδευτικός της έδρας δεν αξιολογείται»), αλλά στη συνέχεια με διάφορους «θεσμικούς» και μη τρόπους συμπεριφέρθηκε εκδικητικά στα στελέχη εκπαίδευσης που είχαν στηρίξει ενθέρμως τις αξιολογικές διαδικασίες. 

Το θέμα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών επανήλθε ως προεκλογική δέσμευση της παρούσας κυβέρνησης, που δήλωνε έτοιμη να προχωρήσει στην επανανομοθέτησή της αμέσως μετά τις εκλογές του 2019. Η πολιτική ηγεσία του υπουργείου το έπραξε. Με σημαντική καθυστέρηση και χωρίς να λάβει υπόψη το μερικώς δοκιμασμένο στην πράξη νομοθετικό πλαίσιο της περιόδου 2010-2014. Μάλιστα, υιοθέτησε το πάγιο συνδικαλιστικό αίτημα της «μη τιμωρητικής» αξιολόγησης. Ετσι, οι προβλεπόμενες αξιολογικές διαδικασίες αποτελούν πλέον επί της ουσίας «συμβουλές» προς το δάσκαλο της έδρας. Αυτός όχι μόνο δεν υποχρεώνεται να τις υλοποιήσει, αλλά και η όλη διαδικασία δεν έχει καμιά επίδραση στη μισθολογική και υπηρεσιακή του εξέλιξη, είτε κριθεί άριστος είτε ανεπαρκής. Με δυο λόγια, ακόμα κι αν η ανακοίνωση του υπουργείου επιβεβαιωθεί και η προβλεπόμενη πλέον ατομική αξιολόγηση ξεκινήσει τελικά εφέτος ή έστω του χρόνου, δεν θα αλλάξει τίποτα ως προς τη σημερινή κατάσταση για τους αξιολογούμενους εκπαιδευτικούς.  

Θα αποτελούσε, μάλιστα, έκπληξη, αν έστω κι ένας από τις 25.000 προς μονιμοποίηση και αξιολογούμενους κατά προτεραιότητα δόκιμους εκπαιδευτικούς κριθεί ακατάλληλος για δάσκαλος και, ως τούτου, δεν μονιμοποιηθεί.  

Ας υποθέσουμε, όμως, καλοπροαίρετα ότι θα ολοκληρωθούν οι κρίσεις εκείνων των στελεχών (Εκπαιδευτικοί Σύμβουλοι – Διευθυντές Σχολείων), που θα κληθούν να υλοποιήσουν την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών παρά τις καθυστερήσεις και ας υποθέσουμε επίσης πως αυτά τα στελέχη, μετά την τοποθέτησή τους, θα εκτελέσουν χωρίς αντιρρήσεις τα αξιολογικά τους καθήκοντα, γιατί οργανωμένη αντίδραση στελεχών κατά της αξιολόγησης υπήρξε κατά την περίοδο 2013-14. 

Από πού θα αντλήσουν το απαιτούμενο κύρος ως αξιολογητές των διδακτικών δεξιοτήτων των συναδέλφων τους και πώς πιστοποιείται ότι είναι κατάλληλοι για κάτι τέτοιο; 

Γνωρίζουμε θεσμικά, αν οι ίδιοι ως δάσκαλοι έδρας υπήρξαν έστω επαρκείς δάσκαλοι;  

Εδώ και τέσσερις δεκαετίες κατά τις επιλογές στελεχών δεν προβλέπεται ή δεν υλοποιείται κανένα είδος διαπίστωσης των δικών τους διδακτικών δεξιοτήτων.  

Επιπλέον, είναι γνωστό ότι μετά το 1980 κανένα στέλεχος εκπαίδευσης δεν έχει παρακολουθήσει, θεσμικά τουλάχιστον, έναν εκπαιδευτικό να διδάσκει και εν συνεχεία να τον καθοδηγήσει στη βελτίωση του έργου του. 

Συνεπώς...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΤΣΟΓΛΑΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το παιδί-βασιλιάς, ως αγανακτισμένος πολίτης

Του ΝΙΚΟΥ ΣΑΛΤΕΡΗ

Πριν λίγο καιρό, ο κ. Βαρουφάκης, σχολιάζοντας τα γεγονότα στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, χαρακτήρισε αδιακρίτως αστυνομικούς και φοιτητές ως «παιδιά μας», δηλώνοντας ότι στενοχωριέται ιδιαίτερα που αντιπαρατίθενται. Προσπαθούσε και πάλι να εντυπωσιάσει, αλλά δεν το πέτυχε.  

Τη «διευρυμένη» αντίληψή του για τον όρο «παιδιά», καθώς και τη «συναισθηματική» τοποθέτηση για τα όσα αυτά πράττουν, μοιράζεται με την πλειονότητα των Ελλήνων. Ελάχιστη σημασία έχει αν αυτά είναι αστυνομικοί, φοιτητές και ακαδημαϊκοί πολίτες. Κανένα ρόλο δεν έχουν οι επιμέρους ηλικιακές, ταξικές, κοινωνικές, μορφωτικές και οικονομικές διαφορές τους. Απαξ και μια ομάδα προσδιοριστεί ως «παιδιά», αυτόματα στη συνείδηση του μέσου πολίτη αποκτά εξωπραγματικές ιδιότητες. Τα «παιδιά ξέρουν», είναι «ευαίσθητα», «μας δείχνουν το δρόμο», «έχουν πάντα δίκιο», άρα πρέπει να τα «αφουγκραζόμαστε» κι αν κάνουν καμιά «τρέλα», «παιδιά» είναι, τα συγχωρούμε.  

Ακόμα και όταν καίνε, διαδηλώνουν με υβριστικά συνθήματα για άλλους λαούς, κάνουν καταλήψεις για ψύλλου πήδημα ή γιουχάρουν πρόσφυγες, όχι μόνο το ανεχόμαστε, αλλά συχνά η απαράδεκτη συμπεριφορά τους ανάγεται σε κανόνα. 

Λίγη σημασία έχει αν οι επιμέρους ιδεολογικές και πολιτικές προτιμήσεις μας επιδοκιμάζουν εκλεκτικά κάποιες συμπεριφορές τους και καταδικάζουν άλλες. 


 Το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι, ως ενήλικες, στεκόμαστε αμήχανοι ή και ενοχικά απέναντί τους, όταν δεν αποθεώνουμε την «επαναστατικότητά» τους.  


Αναζητώντας τη ρίζα της κυρίαρχης αντίληψης για τις «μαγικές» ιδιότητες της κοινωνικής κατηγορίας «παιδιά», εύκολα φτάνουμε στη συλλογική ενοχή της ελληνικής κοινωνίας για την περιορισμένη αντίδρασή της στη δικτατορία. Οπότε, η αντίσταση των φοιτητών στη Νομική/Πολυτεχνείο αναδείχθηκε σε γεγονός-σύμβολο ικανό να προσφέρει ένα είδος συλλογικής υπεραναπλήρωσης και, κατ’ επέκταση, έκτοτε ό,τι πράττουν τα «παιδιά», αφού αντιστάθηκαν στη δικτατορία, είναι καλώς καμωμένο και ως ορισμού «προοδευτικό». Κι όταν διαψεύδεται το σχήμα «παιδιά – αντίσταση – προοδευτικό» εμείς απλά το αγνοούμε (εδώ).  


Ο,τι συνέβη στο συλλογικό υποσυνείδητο ενισχύθηκε από τις αλλαγές που επισυνέβησαν στην ελληνική οικογένεια μετά το ’70. Η έντονη κοινωνική κινητικότητα και η αύξηση του εθνικού πλούτου οδήγησαν στη διόγκωση των μεσαίων στρωμάτων (ελλείψει παραγωγικής βάσης) με επακόλουθο τη σταδιακή μείωση των γεννήσεων. Σήμερα, οι οικογένειες αποκτούν ένα ή δύο παιδιά, κάτι που έχει ως επακόλουθο την επικέντρωση του ενδιαφέροντός τους σε αυτά. 


Παράλληλα, στον χώρο της Εκπαίδευσης και διαπαιδαγώγησης, υπήρξε βίαιη μετακίνηση από πρακτικές και απόψεις που θεωρούσαν ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη στενής καθοδήγησης, ελέγχου, ορίων και ενίοτε τιμωρίας, σε απόψεις που, διαστρεβλώνοντας την αντίληψη ότι χρειάζονται τη συμπαράσταση των ενηλίκων για να εξελιχθούν, οδήγησαν σε ασύστολη επιτρεπτικότητα, δυσφήμιση της αυθεντίας και κατάργηση των ορίων. Έτσι, φτάσαμε στο «παιδί- βασιλιά», που θαυμάζουμε και τα πάντα περιστρέφονται γύρω του.  


Ομως, η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος συνοδεύεται από την εκρηκτική αύξηση του κόστους ανατροφής και εκπαίδευσης των παιδιών. Μια ιδιαίτερα προσοδοφόρα οικονομία κινείται πλέον γύρω τους, ενώ ο αριθμός των νέων και τα χρόνια που αυτοί παραμένουν στην Εκπαίδευση αυξάνεται συνεχώς, κάτι που συμβάλλει στην παραμονή τους στην κατάσταση του «παιδιού». Δηλαδή, ενός πλάσματος που εξαρτάται οικονομικά, άρα και συναισθηματικά, από τους ενήλικες, παρά το γεγονός ότι και το ίδιο είναι πλέον ενήλικας. Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα τέκνα των μεσαίων στρωμάτων που σε περίοδο οικονομικής κρίσης καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες όχι μόνο να διατηρήσουν το οικογενειακό τους εισόδημα, αλλά και να «αναπαραχθούν» κοινωνικά, εξοπλίζοντας άρτια τα παιδιά τους. Και τα μεσαία στρώματα σχεδόν ταυτίζονται με τον ελληνικό πληθυσμό…  


Έτσι, αυξήθηκαν πολύ και οι απαιτήσεις-προσδοκίες απέναντι στο «παιδί – βασιλιά». Μπορεί να τα έχει όλα, «οφείλει» όμως να ανταποκριθεί απόλυτα στις προσδοκίες της οικογένειας, εργαζόμενο σκληρότατα ως μαθητής, φορτωμένο με υπερβολικά, συμβολικά και πραγματικά βάρη. Οι γονείς τού εξασφαλίζουν τα πάντα με μεγάλο υλικό και ψυχολογικό κόστος και αυτό μεγαλώνει με την ιδέα ότι δικαιούται τα πάντα, αφού θυσιάζει από πολύ νωρίς την παιδικότητά του στην προοπτική εξέλιξης σε «ιδανικό ενήλικα». Και τα προβλήματα εμφανίζονται από τη στιγμή που σε οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο, αρχίζουν οι ματαιώσεις και οι απαγορεύσεις.


  Για να το πούμε σύντομα με δάνεια από το «ψυχαναλυτικό» λόγο: