"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Το τέλος της γειτονιάς

 

Του Δημήτρη Ρηγόπουλου

Αν δεν σας χτύπησαν το κουδούνι σήμερα Κυριακή παραμονή Χριστουγέννων το πρωί για να σας πουν τα κάλαντα, μην το πάρετε προσωπικά

Το πιθανότερο είναι η γειτονιά σας 

(α) να μη διαθέτει ικανούς αριθμούς μαθητών του δημοτικού για να καταδεχθούν το σπίτι ή το διαμέρισμά σας (ειδικά αν μένετε σε κεντρικές συνοικίες της Αθήνας), 

(β) να διαθέτει, αντιθέτως, ικανό αριθμό υπερπροστατευτικών γονιών, που δεν αφήνουν τα παιδιά τους να τριγυρνάνε ολομόναχα ή με τους φίλους τους σε μια ακτίνα μεγαλύτερη των 25 μέτρων από την οικογενειακή εστία και, επομένως, 

(γ) τους επιτρέπουν να πουν τα κάλαντα μόνο σε συγγενείς και σε φίλους, τις περισσότερες φορές συνοδεία των ίδιων των γονιών, στο πλαίσιο «στοχευμένων» επισκέψεων προκειμένου να βγει ο εορταστικός επιούσιος των παιδιών.

Το γεγονός ότι τα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς τελούν έθιμο υπό εξαφάνιση στην Αθήνα του 2023 (επιβιώνουν κατά κύριο λόγο ως φασαριόζικη περφόρμανς επιθετικών μαντράχαλων σε τρένα και σε καταστήματα) είναι μάλλον το μικρότερο από τα προβλήματά μας, όμως, απολύτως ενδεικτικό της εντυπωσιακής μεταμόρφωσης που έχει υποστεί η αθηναϊκή γειτονιά στο γύρισμα του αιώνα. 

Μέχρι τη δεκαετία του 1990 ήταν πολύ φυσικό να σου χτυπήσουν την πόρτα παιδιά δέκα ή δώδεκα ετών, που μπορεί να ζούσαν αρκετούς δρόμους μακριά από το δικό σου σπίτι.  

Σήμερα, θεωρείται απλά αδιανόητη για τις περισσότερες μεσοαστικές συνοικίες και τα προάστια της Αθήνας η εικόνα παιδιών του δημοτικού και του γυμνασίου να παίζουν ελεύθερα στη γειτονιά άνευ γονεϊκής επίβλεψης. Αυτό, δηλαδή, που για τις περισσότερες μεταπολεμικές γενιές ήταν «νόμος» και αυτονόητη σωματική αλλά και ψυχική εμπειρία κοινωνικοποίησης και ενηλικίωσης (το ανέμελο παιχνίδι έξω από το σπίτι με τους φίλους που δεν είναι απαραιτήτως οι συμμαθητές από το σχολείο) τείνει να εκλείψει ολοκληρωτικά από την αθηναϊκή ζωή στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα.

Η εξαφάνιση του παιδικού στοιχείου από τη ζωή της πόλης είναι γεγονός πολυεπίπεδο, αλλά όχι χωρίς συνέπειες.

Οι ταχύτητες είναι διαφορετικές από περιοχή σε περιοχή. Εκεί όπου το πληθυσμιακό μείγμα είναι πιο πολυεθνικό και οι οικονομικές δυνατότητες για εξωσχολικές «δραστηριότητες» πιο περιορισμένες, παρατηρεί κανείς ότι η έννοια της γειτονιάς επιβιώνει στοιχειωδώς: τα παιδιά αποτελούν κομμάτι της κοινωνικής πραγματικότητας, έχουν παρουσία στον δημόσιο χώρο πλην του «πήγαινε-έλα» από το σχολείο ή το φροντιστήριο, τουλάχιστον όταν οι καιρικές συνθήκες το επιτρέπουν, δηλαδή περίπου έξι μήνες τον χρόνο. Αντιθέτως, για τεράστιες περιοχές του λεκανοπεδίου, κυρίως στα προάστια, η εξαφάνιση του παιδικού στοιχείου από τη ζωή της πόλης είναι γεγονός συνταρακτικό, πολυεπίπεδο και όχι χωρίς συνέπειες· και για τα ίδια τα παιδιά, και για την πόλη.

Η ψυχική και σωματική αποσύνδεση από τον μικρόκοσμο της γειτονιάς είναι μια απώλεια που δεν καταγράφεται πουθενά. Την ίδια στιγμή, καταγράφουμε και αναλύουμε με κάθε λεπτομέρεια τον αντίκτυπο της ψηφιακής επανάστασης σε ενηλίκους και ανηλίκους. Αλλά ...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Natura est Deus!

 


Του Δημήτρη Ρηγόπουλου

«Επερχομένου εντός ολίγου του θέρους, με την παρούσα σκοπώ να σας ευαισθητοποιήσω πάνω στο φλέγον ζήτημα της απρόσκοπτης και ελεύθερης πρόσβασης σε παραλίες και ακτές. Ηταν (και τότε, όπως και τώρα) Μάιος του έτους 1940 που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ο νόμος 2344/1940, που παρείχε τον πρώτο νομοθετικό ορισμό του αιγιαλού και όριζε με το άρθρο 1 ότι: “Ο αιγιαλός, ήτοι η περιστοιχούσα την θάλασσαν χερσαία ζώνη, η βρεχομένη από τας μεγίστας πλην συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, είναι κτήμα κοινόχρηστον, ανήκει ως τοιούτον εις το Δημόσιον και προστατεύεται και διαχειρίζεται υπ’ αυτού”».

O αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου θυμίζει σε κυβέρνηση και πολίτες ότι το 2023 δεν είναι 1970 ή 1980.

Στις 4 Μαΐου, μέσα στον προεκλογικό παροξυσμό, ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος απέστειλε προς τους εισαγγελείς όλης της χώρας εγκύκλιο με την οποία τους καλούσε να παρέμβουν όπου είναι απαραίτητο προκειμένου να διαφυλάξουν τον δημόσιο χαρακτήρα των παραλιών. 

Ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν διεκπεραιώνει ανόρεχτα ένα συμβατικό υπηρεσιακό καθήκον. Αντίθετα, φλέγεται από το πάθος της υπεράσπισης του δημοσίου συμφέροντος. «Ο νομοθέτης του 1940 αδυνατούσε να προνοήσει τα όσα δεινά θα υφίστατο ο αιγιαλός και η παραλία τα επόμενα χρόνια. Με ρητές διατάξεις του νυν ισχύοντος ν. 2971/2001, η ευθύνη, η προστασία, η διαφύλαξη και η διαχείριση των εν λόγω απολύτως κοινοχρήστων πραγμάτων έχει ανατεθεί στο Δημόσιο. Εντούτοις, και ημείς, για τον λόγο ότι ο Εισαγγελέας εγκατέστη “ως φρουρός των νόμων και του δημοσίου συμφέροντος φυλακτήρ”, έχουμε καθήκον, και υπηρεσιακή υποχρέωσή μας είναι η διαφύλαξη αυτών των αγαθών. Ετσι, με την κραταιά εισαγγελική πυγμή μας, πρέπει να καταστήσουμε τοις πάσι εμφανές, έστω και διά κυρώσεων και διά πράξεων δικονομικού καταναγκασμού, ότι κύριος προορισμός των κοινοχρήστων πραγμάτων είναι η ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση του κοινού προς αυτά».

Το θέµα που θίγει ο κύριος αντεισαγγελέας είναι τεράστιο. Ειδικά στην Αττική, οι πιο ελκυστικές παραλίες έχουν παραχωρηθεί σε ιδιώτες· μπορείς να τις χαρείς μόνο αν πληρώσεις το σχετικό αντίτιμο, που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι πραγματικά εξωφρενικό.  

Τι κι αν ο κ. Παναγιώτης Παναγιωτόπουλος υπενθυμίζει με την εγκύκλιό του ότι μόνο κατ’ εξαίρεση, και μόνο για τμήματα των ως άνω κοινοχρήστων πραγμάτων, επιτρέπεται, για λόγους «επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος», η παραχώρηση αυτών «μόνο κατά χρήση», αλλά και πάλι κατά τρόπο που να μην αναιρείται η κοινή χρήση τους, αφού ο σκοπός ύπαρξής τους υπάρχει στο διηνεκές και αυτά ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο; 

Ενα πάµφτωχο κράτος που μετά τον πόλεμο αναζητούσε από παντού έσοδα παραχώρησε αφειδώς παραλίες και αιγιαλούς, που σήμερα είναι απροσπέλαστα για τους πολλούς.  

Ηρθε η ώρα...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Χιρόο Ονόντα καλεί ΚΝΕ

 


Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Η ιστορία είναι λίγο – πολύ γνωστή. 

 Ο ανθυπολοχαγός Χιρόο Ονόντα ήταν 22 ετών όταν απεστάλη, τον Δεκέμβριο του 1944, στη νήσο Λουμπάνγκ στις Φιλιππίνες. Με την ιδιότητα του αξιωματικού πληροφοριών, βασικό μέρος της αποστολής του ήταν οι δολιοφθορές και ο ανορθόδοξος πόλεμος εναντίον των εχθρικών δυνάμεων, που αποβιβάστηκαν στο νησί τον Φεβρουάριο του 1945. Πολύ σύντομα ο Ονόντα και άλλοι τρεις ήταν οι μόνοι Ιάπωνες στρατιώτες που δεν είχαν παραδοθεί ή σκοτωθεί. Οπισθοχώρησαν στους λόφους, συνεχίζοντας τη μάχη, ως αντάρτες πλέον, και επιβίωναν τρώγοντας μπανάνες, γάλα καρύδας και κρέας από βοοειδή που έκλεβαν. Αν και προς τα τέλη του 1945 άρχισαν να πέφτουν πάνω σε φυλλάδια που έγραφαν ότι ο πόλεμος είχε τελειώσει, οι Ιάπωνες στρατιώτες θεώρησαν ότι ο εχθρός προσπαθούσε να τους ξεγελάσει και παρέμεναν στις θέσεις τους. Οι σύντροφοι του Ονόντα άρχισαν να τον εγκαταλείπουν σταδιακά· ο ένας παραδόθηκε το 1950, ο άλλος σκοτώθηκε δύο χρόνια αργότερα και ο τρίτος έχασε τη ζωή του κατά τη διάρκεια επιδρομής της τοπικής αστυνομίας. Τελικά, ο ύστατος μάχιμος στις ζούγκλες των προκεχωρημένων κτήσεων της αυτοκρατορίας αποκαλύφθηκε τον Φεβρουάριο του 1974 από ένα συμπατριώτη του. Και ο απίστευτος Ονόντα επέδειξε το ίδιο φρόνημα και την ίδια αφοσίωση στο στράτευμα αρνούμενος να ακολουθήσει τον σωτήρα του· απαίτησε να έρθει να τον απαλλάξει από το πόστο του κάποιος ανώτερος αξιωματικός, όπως και έγινε.  

Την ιστορία αυτή θυμήθηκα διαβάζοντας για την 32η Αντιιμπεριαλιστική Κατασκήνωση της ΚΝΕ στο Νεστόριο και την αναβίωση όλης της εμφυλιοπολεμικής σκηνογραφίας, καθώς ο (γειτονικός) Γράμμος με την αιματοβαμμένη μυθολογία του ήταν στο επίκεντρο των φετινών εκδηλώσεων.  

Συμβαίνει τα τελευταία χρόνια από τις αριστερές νεολαίες. Εναλλακτικό κάμπινγκ στον Γράμμο είχε διοργανώσει το 2020 και η Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ.  

Σε σχετική ανταπόκριση της ιστοσελίδας του ραδιοφωνικού σταθμού 902 διαβάζουμε ότι «ρίγη συγκίνησης προκάλεσε στα μέλη και τους φίλους της ΚΝΕ το ντοκιμαντέρ “Τι κι αν έπεσε ο Γράμμος, εμείς θα νικήσουμε”, που επιμελήθηκε η Κ.Ε. του ΚΚΕ και προβλήθηκε στον χώρο της φετινής κατασκήνωσης». Επίσης, «τα τιμημένα τραγούδια του αγώνα του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, του Δημοκρατικού Στρατού, αντήχησαν και πάλι στις πλαγιές του Γράμμου, στο αφιέρωμα στο αντάρτικο τραγούδι», ενώ το αφιέρωμα ξεκίνησε με την ανάγνωση του όρκου του μαχητή του ΔΣΕ, για να ακολουθήσουν τρεις ομοβροντίες προς τιμήν των όπλων του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας…

Αναβιώνοντας εμφυλιοπολεμικές παράτες σε μια κωμικοτραγική εκδοχή του Ιάπωνα αξιωματικού.

Οταν ήµουν εγώ μαθητής, οι ακροδεξιές «Γιορτές Μίσους» στον Γράμμο και στο Βίτσι ήταν μια θλιβερή, κωμικοτραγική υπενθύμιση των πιο σκοτεινών σελίδων της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, με διοργανωτές κάποια παραπολιτικά ζόμπι της εποχής και ξεχασμένους απόστρατους. Αλλά ήταν η δεκαετία του ’80. Και ο Χιρόο Ονόντα ήταν πια ελεύθερος.  

Αλλά φαίνεται ότι τα ζόμπι, κάθε απόχρωσης...

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Οι ιππείς της αντιμεταρρύθμισης

 


Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Θα έπρεπε να είχαμε αφουγκραστεί καλύτερα την πολύ ιδιαίτερη ηχώ που παράγει η πλήξη. Αλλά γελαστήκαμε. Το εκλογικό αποτέλεσμα μας είχε προετοιμάσει για ένα αλλόκοτο τριήμερο προγραμματικών δηλώσεων. Τα φαντάσματα είχαν βγει ξανά από τις ντουλάπες και στηθήκαμε στις οθόνες μας για να παρακολουθήσουμε ένα λιγότερο αγχωτικό σίκουελ του 2012 και του 2015. Τελικά, άνθρακες ο θησαυρός· τουλάχιστον για την ώρα.  

Ισως θα πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Σε αυτή την κοινοβουλευτική περίοδο τον μεγαλύτερο θόρυβο θα τον κάνει η ίδια η κυβέρνηση, όχι απαραίτητα μέσα στη Βουλή· και όχι πάντα για καλό. Σαν τον μοναχικό παίκτη του σκουός που είναι καταδικασμένος να ακούει τον επίμονο, μονότονο ήχο που κάνει το μπαλάκι από καουτσούκ όταν χτυπάει με δύναμη στους τέσσερις τοίχους του κλειστοφοβικού γηπέδου κι επιστρέφει στον ίδιον.

Κάπως έτσι, το σουρεαλιστικό ματς «κυβέρνηση εναντίον κυβέρνησης» ήρθε νωρίτερα από το αναμενόμενο. Η σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου, για παράδειγμα, δεν έκρυβε συναρπαστικές εκπλήξεις. Το rotation ακούγεται διαφορετικά την προεκλογική περίοδο και διαφορετικά όταν βλέπεις ένα σχεδόν απαράλλαχτο σώμα υπουργών, που απλώς ανταλλάσσει θώκους, να ορκίζεται ο ένας στην πλάτη του άλλου

Ακολούθησαν οι δύο ομιλίες του Κυριάκου Μητσοτάκη και έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι τα σημεία που συγκέντρωσαν το περισσότερο χειροκρότημα των βουλευτών του ήταν η αιώνια υπόσχεση για την αλλαγή του άρθρου 16, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας (το νέο Αγιο Δισκοπότηρο του κυβερνητικού αφηγήματος) και η νομοθετική πρωτοβουλία για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού. Πραγματικές μεταρρυθμίσεις με κοινωνικό πρόσημο, όπως η καθιέρωση του πολιτικού γάμου για τα ομόφυλα ζευγάρια, κρύφτηκαν πίσω από αόριστες υποσχέσεις προκειμένου να μην ενοχληθεί η πολυπληθής συντηρητική πτέρυγα του κόμματος. 

Αναρωτιέται κανείς: Αν η Νέα Δημοκρατία δεν είχε υπερβεί το 40%, αν δεν είχε 23% διαφορά από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αν δεν είχε επικρατήσει απόλυτα στον κεντρώο χώρο, πόσο ακόμη πιο προσεκτικός θα ήταν ο πρωθυπουργός με όσους δεν μοιράζεται τις ίδιες ακριβώς απόψεις; 

Και μετά ήρθαν οι ιππείς του κ. Μηταράκη, ο οποίος φαίνεται πήρε πολύ στα σοβαρά την ποιητική παραβολή του πρωθυπουργού με το «Αν» του Κίπλινγκ και κυρίως τον πολύ διδακτικό στίχο «αν μπορείς το όνειρό σου να μην γίνει ο όλεθρός σου». Φαίνεται ότι η ασφυκτική επιτελική υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο Μέγαρο Μαξίμου δημιουργεί στους υπουργούς μια έντονη ανάγκη προσωπικού rebranding με πρωτοβουλίες και ιδέες που θα ξεφεύγουν από το αυστηρό πλαίσιο των μπλε φακέλων

«Τι θα γινόταν αν ιδρύαμε μια ωραία, έφιππη αστυνομία που θα έκαναν χάζι και οι τουρίστες στο Σύνταγμα;», μπορούμε να υποθέσουμε ότι σκέφτηκε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη σε μια έκλαμψη πολιτικής ελευθεριότητας

Και κάπως έτσι...

 

ΣΥΡΙΖΑίικο ΤΣΟΓΛΑΝΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Η τελευταία μπλόφα

 

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

«Οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια του πρόδιδαν την παρατεταμένη έλλειψη ύπνου, ένας έρπης είχε εμφανιστεί στο κάτω χείλος του, ενώ το πρόσωπό του ήταν χλωμό. “Θα προκηρύξω δημοψήφισμα για τις 5 Ιουλίου”», είπε με τόνο ήρεμο και αποφασιστικό. Μιλώντας κοφτά και καθαρά, συνέχισε: «Δεν μπορείτε να μου αλλάξετε γνώμη. Εχω πάρει την απόφασή μου».

Απόσπασμα από το βιβλίο της Ελένης Βαρβιτσιώτη και της Βικτωρίας Δενδρινού «Η τελευταία μπλόφα» (εκδόσεις Παπαδόπουλος), το βασικό δημοσιογραφικό τεκμήριο εστιασμένο στο πρώτο εξάμηνο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ το 2015. 

Βρυξέλλες, Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015, λίγο πριν από τις 9 η ώρα το πρωί. Ο Αλέξης Τσίπρας ανακοινώνει στους εμβρόντητους συνεργάτες του κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή κανείς τους δεν μπορούσε να διανοηθεί. «Στο δωμάτιο απλώθηκε εκκωφαντική σιωπή. Η ανακοίνωση φάνηκε να δημιουργεί ανάμεικτα συναισθήματα σε όσους ήταν παρόντες. Ο Βαρουφάκης ήταν ενθουσιασμένος με την προοπτική της Ελλάδας να ενισχύσει το διαπραγματευτικό της οπλοστάσιο με μια λαϊκή εντολή. Οι υπόλοιποι ήταν σε κατάσταση σοκ».

Το πρωί της περασμένης Πέμπτης, στην πιο σύντομη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας στην ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπήρχε Βαρουφάκης στο δωμάτιο για να πανηγυρίσει. Το σοκ είχε διαπεράσει και την πιο ψύχραιμη ιδιοσυγκρασία. Αλλά ο Αλέξης Τσίπρας είχε διανθίσει τη σεισμική παρέμβασή του με τα ίδια σχεδόν λόγια: «Δεν μπορείτε να μου αλλάξετε γνώμη. Εχω πάρει την απόφασή μου».

Ενα από τα προβλήματα μιας κατά τ’ άλλα χαρισματικής πολιτικής προσωπικότητας (τουλάχιστον για τα δεδομένα της μνημονιακής εποχής) ήταν ακριβώς αυτό που υπονοούσε στην κατακλείδα των δύο πιο κρίσιμων αποφάσεων της έως τώρα πολιτικής του καριέρας: μετέβαλε εύκολα άποψη, ανάλογα με ποιον μίλαγε, ανάλογα σε ποιον μίλαγε. Ηταν μια διγλωσσία στα όρια του συνειδητού, γι’ αυτό και εσωτερικά νομιμοποιημένη. Το πρωί μπορούσε άνετα να συνομιλεί με έναν εξαγριωμένο νεολαίο της πιο ριζοσπαστικής συνιστώσας της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ και το απόγευμα να ακούει με προσοχή νουθεσίες ενός «ακροκεντρώου» αναλυτή.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν έφτιαξε ποτέ τη δική του γλώσσα γιατί ήταν ο ίδιος άνθρωπος με τις δύο γλώσσες· μια διγλωσσία που εγκλώβισε τον ίδιο και το κόμμα του.  

Και όποτε βρέθηκε σε εκείνη την οριακή στιγμή που θα έπρεπε πραγματικά να διαλέξει στρατόπεδο, να πει στον εαυτό του «με αυτούς ή με εκείνους»...

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η ξαπλώστρα ως εθνικός πλούτος


Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Tο πρώτο καλοκαίρι σε συνθήκες σχετικά ομαλής συνύπαρξης με τον κορωνοϊό βρήκε τον ελληνικό αιγιαλό σε μια κατάσταση σχεδόν «πολεμική». Οι «επιθέσεις» διαρκείς, από όλα τα μέτωπα, με αυξητικές τάσεις: ο πολιτισμός του beach bar και της ξαπλώστρας επελαύνουν ακόμη και στα πιο ανυποψίαστα σημεία. 

Δεν συζητάμε για την Αττική, που θα πρέπει να έχεις ικανότητες εξερευνητή για να ανακαλύψεις τον κολπίσκο, την «ελεύθερη» παραλία, όπου φυσικά δεν θα πέφτει καρφίτσα από τις 9 το πρωί, γιατί τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι θα έχουν την ίδια ιδέα με σένα.

Η μόδα του παραθαλάσσιου μπαρ (συνήθως μετά μουσικής) έχει κατακλύσει παραθεριστικούς οικισμούς, νησιά (όχι μόνο τα «δημοφιλή»), παραλίες κάθε είδους, τα πάντα. Προσβάλλει μέχρι πρότινος αμόλυντα τοπία, διαταράσσει φυσικές ισορροπίες αιώνων, καταπατάει δημόσια γη, διαστρέφει και αποδομεί σε βάθος χρόνου την ψυχή του ελληνικού καλοκαιριού.

Η κουλτούρα της αέναης αξιοποίησης ενός φυσικού πόρου ξέρουμε πού οδηγεί. Ας ρωτήσουμε τους φίλους μας τους Ισπανούς. Ας ρωτήσουμε τους κατοίκους της Ιμπιζα, που κάποτε υπήρξε ένα νησί που δεν διέφερε σε πολλά από τον τρόπο ζωής στη Σκόπελο ή στη Σκύρο και σήμερα διαθέτει οργανωμένο συνδικάτο σεξεργατών και σεξεργατριών (sex workers) με περισσότερα από 3.000 μέλη.

Φίλοι που επιστρέφουν από δημοφιλείς προορισμούς του Αιγαίου μιλούν σοκαρισμένοι για την οικιστική ανάπτυξη των τελευταίων ετών· «είτε αγναντεύεις το νησί είτε αγναντεύεις τη Φρεαττύδα από μακριά, δεν έχει πια και τόσο μεγάλη διαφορά». 

Κάθε χρόνο, αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί υψηλού κύρους βραβεύουν «εξοχικές κατοικίες» εκατοντάδων τετραγωνικών μέτρων που ξεπροβάλλουν μέσα από βράχους, ξερολιθιές και ανεμοδαρμένες πλαγιές. Οι περισσότερες διαθέτουν πισίνες και ας απέχουν λίγα δεκάδες μέτρα από τα ωραιότερα νερά της Μεσογείου. Και όμως: αυτά τα καλόγουστα θωρηκτά από τσιμέντο θεωρούνται το απαύγασμα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Και μπορεί να είναι. Από αισθητικής άποψης. Αλλά...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΚΟ ΞΕΦΡΑΓΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Μαθαίνουμε τρέχοντας

 

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Τι μάθαμε από την επιστολή του δημάρχου Αθηναίων προς τους αρμόδιους υπουργούς Εσωτερικών Μάκη Βορίδη και Προστασίας του Πολίτη Τάκη Θεοδωρικάκο; 

Οτι ο μεγαλύτερος δήμος της χώρας δεν έχει την παραμικρή εμπλοκή στη χορήγηση αδειών για την πραγματοποίηση αγώνων δρόμου στο κέντρο της πόλης, δηλαδή στο κέντρο της πρωτεύουσας.  

Απίστευτο;

Κι όμως. Αν θέλετε να διοργανώσετε το δικό σας αθλητικό χάπενιγκ όπου εσείς ονειρεύεστε, δεν έχετε παρά να στείλετε ένα ευγενικό email στην Τροχαία Αθηνών και να ενημερώσετε τους ιθύνοντες για τον αγαθό σας σκοπό. Αναφερθείτε με λεπτομέρεια στα ιδανικά και στις αξίες που συνοδεύουν την καλοπροαίρετη πρωτοβουλία σας και ζητήστε με αυτοσυγκράτηση (και διατηρώντας πάντα χαμηλό προφίλ) τη δέσμευση των δρόμων απ’ όπου θα διέλθουν οι αθλητές. Ο πειρασμός να τοποθετήσετε την εκκίνηση του αγώνα σας στο Παναθηναϊκό Στάδιο είναι πάντα μεγάλος. Να γνωρίζετε, πάντως, ότι κανείς δεν θα σας το αρνηθεί.  

Αναλογίζεστε την ταλαιπωρία των πολιτών;  

Μα θα είναι η πρώτη φορά; Δεν βλέπετε ότι οι δρόμοι κλείνουν για ψύλλου πήδημα; Τουλάχιστον τώρα θα υπάρχουν και ωφελούμενοι. Προφανώς είναι καλύτερο να έχετε την υποστήριξη αναγνωρίσιμων χορηγών παρά να μην την έχετε. Σε κάθε περίπτωση, οι υπέρτατες αξίες τού ευ αγωνίζεσθαι και των αυτονόητων ευεργετημάτων του αθλητισμού θα κάμψουν σχετικά εύκολα τις όποιες αντιρρήσεις.

Αλλά τώρα έρχεται ο κ. Μπακογιάννης και ζητάει να αναληφθεί νομοθετική πρωτοβουλία, που θα ορίζει τον τρόπο και τον χρόνο διεξαγωγής μαζικών αθλητικών ή άλλων εκδηλώσεων στην Αθήνα. «Σεβόμενοι κάθε τέτοιου είδους διοργανώσεις και αναγνωρίζοντας τις καλές προθέσεις διοργανωτών και συμμετεχόντων, οφείλουμε να καταστήσουμε σαφές πως δεν μπορεί να πραγματοποιούνται εργάσιμες ημέρες και ώρες σε μια πόλη που καθημερινά εξυπηρετεί σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους», υπογραμμίζει ο δήμαρχος Αθηναίων.  

Με λίγα λόγια, ο δήμαρχος Αθηναίων ζητάει την απαγόρευση των αγώνων δρόμου από τη Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή. 

Αλήθεια, το Σάββατο λογίζεται ως εργάσιμη μέρα; Και με τις Κυριακές τι ακριβώς θα ισχύει; 

Θα συνεχίζουμε να υποβάλλουμε τις προτάσεις μας στην Τροχαία Αθηνών και αυτή να επιδεικνύει τη δέουσα μεγαλοψυχία; 

Αν μέχρι σήμερα η ελληνική πολιτεία έδειχνε τόσο σεβασμό στην καθημερινότητα των Αθηναίων μέσα από μια ακόμα μαύρη τρύπα της εγχώριας γραφειοκρατίας, αναλογιστείτε...

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Μια διασκεδαστική(;) χώρα

 

Toυ ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Υπάρχουν πολλά και σουρεαλιστικά ταυτόχρονα στην περίφημη φωτογραφία από τα εγκαίνια των γηπέδων μπιτς βόλεϊ στο Ηράκλειο, όπου ο παραολυμπιονίκης και πρόεδρος της Παραολυμπιακής Επιτροπής Γιώργος Καπελλάκης παρακολουθεί την τελετή εκτός εξέδρας «επισήμων», καθώς κανείς δεν μερίμνησε για το πώς ο ίδιος και το αμαξίδιό του θα καταφέρουν να υπερπηδήσουν το εμπόδιο της ανύπαρκτης ράμπας.

Το πρώτο είναι η εικόνα της προχειροφτιαγμένης εξέδρας στην άμμο, καταμεσής του γηπέδου. Θυμήθηκα αμέσως την αλήστου μνήμης φωτογραφία με τον πρώην υπουργό Αμυνας, Πάνο Καμμένο, να υποκλίνεται τον Σεπτέμβριο του 2015 σε κάποια άγνωστη ακροθαλασσιά της Σαλαμίνας, αφού πρώτα έχει διασχίσει ένα κόκκινο χαλί πάνω σε… παλέτες, στο πλαίσιο τιμητικής εκδήλωσης για τη… Ναυμαχία της Σαλαμίνας (480 π.Χ.).

Το δεύτερο είναι η πληθωρική παρουσία της Εκκλησίας. Ούτε ένας ούτε δύο, αλλά πέντε ιερείς έχουν στριμωχθεί μαζί με οκτώ εκπροσώπους της πολιτείας σε αυτή την κατασκευή των δέκα τετραγωνικών μέτρων, όχι για να εγκαινιάσουν τη θεμελίωση κάποιου νοσοκομείου ή σχολείου, αλλά για να ευλογήσουν μια αθλητική εγκατάσταση σε κάποια παραλία. Η σκηνή είναι βγαλμένη από τις καλύτερες στιγμές του νέου ελληνικού κινηματογράφου· μοιάζει σχεδόν σκηνοθετημένη (αλλά δεν είναι καθόλου, δυστυχώς). Σκέφτηκα πολύ γρήγορα τη «Λούφα και παραλλαγή» του Νίκου Περάκη (1984), αλλά και την άλλη σπουδαία, ελαφρώς προγενέστερη ταινία του Θεόδωρου Μαραγκού, το «Μάθε παιδί μου γράμματα» (1981).

Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι στην Ελλάδα του 1981 δεν υπήρχαν καθόλου άτομα με ειδικές ανάγκες (όπως στο σημερινό Ιράν δεν υπάρχουν ομοφυλόφιλοι, κατά δήλωση τοπικών αξιωματούχων), και επομένως δεν θα υπήρχε πιθανότατα ανάμεσα στους επισήμους να εμφανίζεται κάποιος συμπολίτης μας με αναπηρία, το στιγμιότυπο από την Κρήτη θα μπορούσε να είναι μια πιο σύγχρονη εκδοχή αντίστοιχης εκδήλωσης στην πλατεία του χωριού στο φιλμ του Μαραγκού. Εκτός κι αν ο καλός σκηνοθέτης δεν είχε καταφέρει να συγκεντρώσει τόσο πολλούς κομπάρσους που να υποδύονται τους ιερωμένους.

Το στοιχείο, όμως, που απογειώνει το πλάνο από την ειδυλλιακή παραλία είναι το χρυσαφένιο ηλιοβασίλεμα που λούζει τον ορίζοντα

Πρόκειται για ένα νεοελληνικό αριστούργημα: το μπιτς βόλεϊ, οι βαριεστημένοι θεατές στο βάθος, το στριμωγμένο μπουλούκι πάνω στην πρόχειρη κατασκευή, το ευσεβές ύφος των πολιτικών προϊσταμένων και ο ξεχασμένος πρωταθλητής μας να έχει καρφωμένο το βλέμμα του στο άγνωστο· τι να σκέφτεται άραγε; Και όλα αυτά τυλιγμένα σε μια εκρηκτική φαντασμαγορία χρωμάτων.

Ναι, ας το πάρουμε απόφαση: η χώρα μας είναι διασκεδαστική.  

Εμείς ψυχαγωγούμαστε, φυσικά, αλλά...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΑΡΟ-ΨΕΥΤΟΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ευτυχισμένο το 1993

Γράφει ο Δημήτρης Ρηγόπουλος

Ηταν η σκόνη που σηκώθηκε για το θέμα της πρωτοχρονιάτικης εκδήλωσης του Δήμου Αθηναίων αναμενόμενη;  

Ηταν η ανάρτηση του Κώστα Μπακογιάννη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την οποία κατακεραύνωνε τους επικριτές του ειρωνευόμενος, μια «άτυχη» στιγμή της θητείας του;  

Ηταν όντως «μίζεροι» όσοι διαμαρτύρονται για το οικονομικό σκέλος της διοργάνωσης;

Θα μπορούσαμε να πούμε συνοπτικά «ναι σε όλα» και να ξεμπερδεύουμε. Πάντα η αντιπολίτευση θα ψάχνει αγωνιωδώς αφορμές για να χτυπήσει τους αγαπημένους της στόχους.  

Ο συνήθως προσεκτικός και συναινετικός Κώστας Μπακογιάννης λειτούργησε περισσότερο με το θυμικό ανώνυμου χρήστη του Facebook, βάζοντας για λίγο στην άκρη τον θεσμικό του ρόλο (συμπεριλαμβανομένης της διαδικτυακής στιχομυθίας με τον Δημήτρη Τζανακόπουλο), αναζητώντας το «δίκιο» του όπως ο κάθε κοινός θνητός. Και φυσικά ήταν θέμα χρόνου να μάθουμε από τους ψηφιακούς ιεροκήρυκες του Καλού με πόσα γεύματα για απόρους ισούται ο προϋπολογισμός του πρωτοχρονιάτικου σαματά.

Αν και ασφαλώς όλα τα προηγούμενα έχουν την αξία τους, προσωπικά βρήκα προβληματικότερη όλων την εμμονή των δήμων (και του Δήμου Αθηναίων εν προκειμένω) σε ένα εντελώς παρωχημένο μοντέλο ψυχαγωγίας που έχει τις ρίζες του στα αλησμόνητα σόου της Ρούλας Κορομηλά στα βαθιά ’90s.  

Καταλαβαίνω την αγωνία των αιρετών μας να σκεφτούν ένα δυνατό τηλεοπτικό προϊόν αλλά, πρώτον, ποιος τους το ζήτησε αυτό (τα ιδιωτικά κανάλια ξοδεύουν κάθε χρόνο εκατομμύρια για να μας «διασκεδάσουν» όπως αυτά νομίζουν την τελευταία νύχτα του χρόνου) και, δεύτερον, γιατί δεν τους ενδιαφέρει να ξεφύγουν λίγο από την πεπατημένη αξιοποιώντας μια ευκαιρία που τους δίνεται, προσφέροντας μια εμπειρία που θα αναδεικνύει έναν διαφορετικό δρόμο;  

Γιατί πιστεύουν ότι αξίζουμε κάθε χρόνο μια εθιστική προσομοίωση νυχτερινού κέντρου και όχι μια πιο τολμηρή πρόταση που θα νοηματοδοτήσει διαφορετικά τον ερχομό του νέου χρόνου; 

Δεν υποστηρίζω ότι θα πρέπει να πάμε σε μια εξεζητημένη λογική, για παράδειγμα να καλέσουμε μια συμφωνική ορχήστρα στην πλατεία Συντάγματος, αλλά ανάμεσα στα νυχτερινά κέντρα της οδού Πειραιώς και στη Βιέννη υπάρχουν ένα σωρό επιλογές που επιμένουμε να αγνοούμε.  

Γιατί; 

Για τον ίδιο λόγο που...

 

ΝουΔοΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Αυτοκαταστροφικός οίστρος γαλάζιων γραβατωμένων συριζαίων που θέλουν να αναστήσουν τους... αγραβάτωτους original !


 

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Στο Μέγαρο Μαξίμου αγωνίζονται πολύ σκληρά για να αναστήσουν το ημιθανές κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. 

Είναι τέτοιος ο αυτοκαταστροφικός οίστρος που έχει καταλάβει το πρωθυπουργικό επιτελείο, που αρχίζουμε και υποπτευόμαστε ότι ίσως υπάρχει κρυφό σχέδιο πίσω από τα τόσα λάθη (επικοινωνιακά, κυρίως) με τελικό στόχο τους αφελείς, μετριοπαθείς κεντρώους ψηφοφόρους του ίδιου του πρωθυπουργού, που στάθηκαν στις ουρές των εσωκομματικών εκλογών δίπλα σε μπαρουτοκαπνισμένους δεξιούς ή Οννεδίτες της παλιάς καλής εποχής («Ολοι Μύκονοοο!»).


Είναι σαν μέρα παρά μέρα να γίνεται μια ειδική συνεδρίαση στο Μαξίμου με θέμα: πώς θα απομακρύνουμε τους ψύχραιμους, μη δεξιούς, που μας εμπιστεύθηκαν το 2019;  

Χμ, να τα πιούμε σε ταράτσα οικίας τοπικού βουλευτή σε συνθήκες εθνικού lockdown; 

Ή να αφήσουμε για μέρες να σέρνονται οι ατυχέστατες δηλώσεις της υπουργού Πολιτισμού μέχρι να δεήσουμε να τις αποδοκιμάσουμε με τα χίλια ζόρια;

 Ή ακόμη καλύτερα: να μην υπάρχουν αντανακλαστικά άμεσης καταδίκης της αστυνομικής βαρβαρότητας στη Νέα Σμύρνη;

Αν γίνεται κάτι σαφές από αυτό το μπαράζ επικοινωνιακών αυτογκόλ είναι το προβληματικό timing σε σχέση με την ανάληψη ευθύνης από την κυβέρνηση. Πάντα θα γίνει πολύ αργά, πολύ καθυστερημένα και πολύ χλιαρά. 

Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, εικάζουμε ότι δεν πρέπει να υπάρχουν δίπλα στον πρωθυπουργό άνθρωποι που να παίρνουν σοβαρά τον ρόλο τους ως υπηρέτες του δημοσίου συμφέροντος. Και το δημόσιο συμφέρον επιτάσσει την επόμενη ημέρα της πανδημίας η χώρα να έχει μια σοβαρή, αξιόπιστη φιλελεύθερη κυβέρνηση στο τιμόνι της. Και όχι να οδηγηθούμε σε πολιτικές περιπέτειες επειδή, όπως πάντα συμβαίνει σε περιόδους διαδοχικών κυβερνητικών αστοχιών, ο εκάστοτε ηγεμόνας αφήνεται να διαμορφώσει μιαν αυτάρεσκη αλλά παραπλανητική εικόνα για την απόδοση της κυβέρνησης εξαιτίας αιώνιων «προθύμων» να εξωραΐσουν ή να υποτιμήσουν έναν λάθος χειρισμό που πληγώνει τους πολίτες.

Η υπερβολική εμπιστοσύνη στο «περιβάλλον» ή στις ευνοϊκές (ακόμη) δημοσκοπήσεις είναι ο τέλειος συνδυασμός που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΒΛΑΚΟΚΑΦΕΝΟΒΙΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Να επιστρέψουμε, αλλά πού;

Toυ ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Καταλαβαίνω (και έχω πλήρη σεβασμό) για τους ανθρώπους που θέλουν να επιστρέψουν εκεί όπου βρισκόμασταν στα τέλη Φεβρουαρίου για λόγους οικονομικής επιβίωσης των ίδιων και των οικογενειών τους.  


Αναρωτιέμαι, όμως, για όλους τους υπόλοιπους: Πού ακριβώς βιαζόμαστε να επιστρέψουμε;

Να επιστρέψουμε στα καθημερινά πηγαινέλα δισεκατομμυρίων δυστυχισμένων εργαζομένων-commuters σε όλο τον κόσμο που στοιβάζονται κάθε πρωί και κάθε απόγευμα σε μετρό και σε αυτοκίνητα για να είναι στο γραφείο «στην ώρα τους», χωρίς κανείς να είναι σε θέση να υποστηρίξει με επιχειρήματα μια εργασιακή συνθήκη που κληρονομήσαμε από έναν κόσμο που έχει ήδη πεθάνει;

Να επιστρέψουμε στις ατελείωτες συσκέψεις  που καθιερώθηκαν ως ο κολοφώνας μιας προηγμένης εργασιακής ρουτίνας και τώρα συνειδητοποιούμε έκπληκτοι τη... μεγαλειώδη συμβολή τους στην παραγωγικότητα των εταιρειών τους;  


Για να μη μιλήσουμε για τις χιλιάδες χαμένες εργατοώρες σε άχρηστα επαγγελματικά ταξίδια, για τον πακτωλό εκατομμυρίων που σκορπίζονται σε πτήσεις και σε πανάκριβα ξενοδοχεία όπου ο επαγγελματίας συναντά άλλους επαγγελματίες για να κάνουν σε τρεις μέρες αυτό που κάνουν σήμερα σε μία ώρα μέσα από πλατφόρμες όπως το zoom.  


Για να μη μιλήσουμε για τη βλάβη στο περιβάλλον από την ακατάπαυστη εναέρια και επίγεια κυκλοφορία ή για την εξόντωση του ανοσοποιητικού μας συστήματος από τις διαδοχικές πτήσεις, τα ταξίδια στην άλλη άκρη της γης και από κάθε είδους «υποχρεώσεις» που μας απομακρύνουν από τους δικούς μας ανθρώπους,  από τον ίδιο μας τον εαυτό «επειδή έτσι είναι».

Να επιστρέψουμε στο εθνικό σπριντ για το ένα ρεκόρ μετά το άλλο στον τουρισμό αδιαφορώντας για τις συνέπειες στις τοπικές κοινωνίες και στον φυσικό πλούτο της χώρας; 


Να επιστρέψουμε στις συνοικίες-υπνωτήρια επειδή αυτό έτυχε να είναι σήμερα το trend μιας αχαλίνωτης τουριστικής αγοράς; 


Να επιστρέψουμε στη λαίλαπα των ατελείωτων καφέ, μπαρ, εστιατορίων, σουβλατζίδικων που ξεφυτρώνουν σε κάθε πιθανό και απίθανο σημείο των ελληνικών πόλεων, επειδή είναι οι βασικοί υποδοχείς της μαζικής παράνοιας για όλο και περισσότερη (και πιο εξουθενωτική) κοινωνικότητα;

Αν είχε κάποια αξία η εμπειρία της καραντίνας ήταν ακριβώς επειδή επιτρέψαμε στους εαυτούς μας αυτές τις φευγαλέες ματιές σε μια διαφορετική εκδοχή της ζωής μας. 


Αν είναι να επιστρέψουμε ακριβώς εκεί όπου ήμασταν πριν από δύο μήνες, ας προετοιμαστούμε για...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το τέλος της μεγάλης υπεροψίας

Toυ ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Προσπαθούσα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που έφαγα με φίλους έξω. Ηταν μόλις πριν από μία εβδομάδα. Θα βρίσκαμε τραπέζι; Αυτό ήταν το θέμα.  


Πότε σχεδίασα το επόμενο ταξίδι; Πριν από ένα ή δύο μήνες. Θα πετύχαινα μια τιμή που θα έδειχνε ότι είχα προνοήσει αρκετά; Αυτό ήταν το διακύβευμα.

Αυτό που συμβαίνει στον κόσμο και στη χώρα τις τελευταίες 15 ημέρες μάς πηγαίνει πέρα από το απρόβλεπτο ή το πρωτοφανές. Γενιές ολόκληρες μεγαλωμένες σε καιρούς αδιατάρακτης ειρήνης και ευημερίας βρίσκονται αντιμέτωπες με μια σχεδόν μεταφυσική κλιμάκωση ενός ακήρυχτου πολέμου που απειλεί την υγεία μας, τις οικονομίες μας, την καθημερινότητά μας. Αυτές οι κάπως αόριστες «γενιές» δεν είναι ένας ακόμα ιστορικός όρος, είμαστε εμείς, οι άνθρωποι του 2020.

Η απειλή είναι ευτυχώς παροδική: φιλόδοξα φαρμακευτικά σκευάσματα που θα βοηθήσουν στην αντιμετώπιση του νέου ιού βρίσκονται ήδη σε πειραματικό στάδιο, το εμβόλιο μπορεί να είναι έτοιμο σε έναν χρόνο από σήμερα. Ναι, ο κορωνοϊός δεν πρόκειται να μας αφανίσει. 


Ομως ποτέ μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν υπήρξε ένας τόσο ξαφνικός και τόσο βίαιος εισβολέας στη ζωή δισεκατομμυρίων ανθρώπων που τους περιορίζει στα σπίτια τους, που τους απομονώνει κοινωνικά, που τους στερεί τη χαρά της συναναστροφής, που τους απειλεί με θάνατο και οικονομική καταστροφή.

Μουδιασμένοι από την ένταση της απειλής δεν μπορούμε ακόμα να συλλάβουμε (και πολύ περισσότερο να συνειδητοποιήσουμε) τι συμβαίνει μέσα μας. Την ώρα που ο κόσμος παρακολουθεί με κομμένη ανάσα τις καμπύλες του θανάτου να αποτυπώνονται σε δυσοίωνα διαγράμματα υγειονομικών υπηρεσιών από τις πλέον δοκιμαζόμενες χώρες, κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για τον ψυχικό αντίκτυπο της επιδημίας.  


Ενα είναι σίγουρο:  

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το κενό βλέμμα της παραίτησης

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ


Στο λεωφορείο, ένας νέος άνδρας κοντά στα 25 μιλάει στο τηλέφωνο. Αφηγείται την εμπειρία μιας ακόμα συνέντευξης για δουλειά. Ο τόνος της φωνής του είναι ουδέτερος, σαν να επαναλαμβάνει ιστορίες που δεν έχουν και τόση σημασία, και κυρίως σαν να μην αφορούν τον ίδιο και τη ζωή του.


«Οκτάωρο, έξι μέρες την εβδομάδα, 650 ευρώ». Τον θέλουν, δεν απάντησε αλλά το σκέφτεται. «Θα δω», λέει αδιάφορα στον φίλο του. Παρ’ όλα αυτά, επιτρέπει στον εαυτό του ένα ελάχιστο ίχνος ικανοποίησης.


Το τηλέφωνο κλείνει, το βλέμμα του γίνεται απλανές, χάνεται στις σκέψεις του. Καλύτερα από μια άποψη. Εξω από το παράθυρο εναλλάσσονται σκηνές από οποιαδήποτε πόλη της Μέσης Ανατολής· το «χαριτωμένο» αθηναϊκό χάος που ενθουσιάζει τουρίστες από τακτοποιημένες πόλεις της Δύσης με μέσο εισόδημα τις 100.000 δολάρια.


Θα γυρίσει στο τηλέφωνό του, θα ξεχαστεί με φωτογραφίες και βιντεάκια στο Facebook, θα χαζέψει τα πρωτοσέλιδα των αθλητικών εφημερίδων. Αυτή είναι η ζωή του, αντιμέτωπος με τη μοναδική προοπτική μιας στοιχειώδους οικονομικής ανεξαρτησίας. «Οκτάωρο, έξι μέρες την εβδομάδα, 650 ευρώ». Θα δει.


Δεν είναι ο μόνος στην παρέα του που ψάχνει ακόμα για δουλειά, τουλάχιστον δεν είναι ο δακτυλοδεικτούμενος της γειτονιάς, συγγενών, των φίλων των γονιών του. Μεγάλη ανακούφιση αυτό, το ξέρει. Εξάλλου, πόσοι από τους παλιούς συμμαθητές του εργάζονται σε μια κανονική δουλειά;  


Υπάρχει μια ψευδαίσθηση ηρωισμού στην κατάρα που χτύπησε τη γενιά του. Αλλά δεν τον ενδιαφέρουν αυτά. Θέλει να πιάσει δικά του λεφτά στο χέρι, τι νόημα έχει να χάνεται σε σκέψεις που δεν βγάζουν πουθενά;


Λιγο μετά την έξοδο από τα μνημόνια η καταθλιπτική σιωπή που στοιχειώνει τους συρμούς του ηλεκτρικού και τα ξεχαρβαλωμένα οχήματα των αστικών λεωφορείων δεν αφήνει μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Ποτέ δεν έβλεπες πάρτι στους δρόμους, αλλά αυτή η αίσθηση καθολικής παραίτησης που πλανάται στον δημόσιο χώρο της Αθήνας αρχίζει και γίνεται αποπνικτική. 


Χρειάζεται επειγόντως...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Παράλληλοι, ασύμπτωτοι κόσμοι



Ηταν ανατριχιαστικά προβλέψιμη η υποδοχή των καταθέσεων του Μπρετ Κάβανο και της Κριστίν Μπλέιζι Φορντ από την αμερικανική κοινή γνώμη: το φιλελεύθερο στρατόπεδο αποθέωσε την «σπαρακτική αξιοπρέπεια» της καθηγήτριας που βρήκε το θάρρος να καταγγείλει την απόπειρα βιασμού της από τον εκλεκτό του προέδρου Τραμπ για το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών στη διάρκεια ενός εφηβικού πάρτι το 1982.


Στο άλλο άκρο οι ψηφοφόροι του σημερινού ενοίκου του Λευκού Οίκου είδαν στο εννιάωρο δικαστικό υπερθέαμα  μία ακόμα σκευωρία των Δημοκρατικών, του «κατεστημένου» και της «Αριστεράς» εναντίον του αγαπημένου τους προέδρου που τολμάει να «σπάσει αυγά».


Είναι εντυπωσιακή η βεβαιότητα με την οποία εκφράζονται και οι δύο πλευρές, εξίσου ανυποψίαστες για το πόσο παράδοξα αρμονικό δείχνει σε έναν εξωτερικό παρατηρητή αυτό το εκκεντρικό τανγκό ανάμεσα σε πολίτες όπου οι μισοί μισούν τους άλλους μισούς γι’ αυτό που είναι ή γι’ αυτό που πιστεύουν. Μια τόσο πολωμένη κοινωνία δεν είναι καλός οιωνός σε έναν τόσο ρευστό κόσμο, αλλά, ευτυχώς ή δυστυχώς, ο φανατισμός και η σταδιακή εξαφάνιση των ενδιάμεσων χώρων δεν αποτελούν αποκλειστικά προνόμια των ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ.  


Το αντίθετο: ρίξτε μια ματιά στη Μεγάλη Βρετανία, στη Γαλλία ή στην Ιταλία, για να αναφερθούμε σε τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες.


Οσο για την Ελλάδα, υπήρξαμε άλλη μία φορά πρωτοπόροι, με τον τρόπο μας. Ο ακραίος διχασμός το καλοκαίρι του 2015 ήταν μια προειδοποιητική πιστολιά στον αέρα από μια γωνία του κόσμου που δεν δίνει συνήθως μεγάλες ειδήσεις. Και φαίνεται ότι ενόψει του εκλογικού 2019 θα επιστρέψουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: στη συντριπτική πόλωση, στο «εμείς ή αυτοί», στους αποκλεισμούς καναλιών που δεν μας αρέσουν. 


Οπως και στην κραταιά Αμερική, έτσι και στην περιφερειακή Ελλάδα τα ακροατήρια του δικομματικού συστήματος θα συνεχίζουν να συνυπάρχουν χωρίς να μιλούν μεταξύ τους, χωρίς να μπορούν να συμφωνήσουν αν έξω έχει μέρα ή νύχτα, χωρίς...

INTERNET και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Αντίο Facebook;



Θυμάμαι ακόμα πώς άρχισαν «όλα»


Ανοιξη του 2007 κι ένας φίλος ρωτάει ανάλαφρα την ομήγυρη «αν είμαστε στο Facebook».  


Οι περισσότεροι κοιταζόμαστε με αμηχανία, κάποιος έχει ακούσει «κάτι», για μια νέα πλατφόρμα που βρίσκεις «παλιούς συμμαθητές». Την επόμενη μέρα ήμασταν όλοι «μέσα», το πάρτι μπορούσε να αρχίσει.


Την περασμένη εβδομάδα έσβησα τα εικονίδια του Facebook από τις κινητές μου συσκευές. Η απόφαση συνέπεσε χρονικά με το σκάνδαλο της διαρροής προσωπικών δεδομένων εκατομμυρίων χρηστών στην εταιρεία αναλύσεων Cambridge Analytica αλλά, ομολογώ, τα δύο γεγονότα δεν έχουν καμία απολύτως σχέση. Καταλαβαίνω την ευαισθησία πολλών γύρω μου σε σχέση με τη χρήση των προσωπικών τους δεδομένων, αλλά για κάποιο λόγο είναι ένα ζήτημα που δεν με απασχόλησε ποτέ.


Επιλέγοντας να σβήσω μόνο τα εικονίδια αλλά όχι το ίδιο το προφίλ ήταν η καλύτερη δυνατή λύση στο περίπλοκο θέμα της σχέσης μου με τον βασιλιά των social media.


Λίγες μέρες μετά, συνειδητοποιώ ότι το «πρόβλημα» δεν είναι το ίδιο το Facebook, όσο ο εθισμός στο «scroll down», σε εκείνο το μηχανικό ανεβοκατέβασμα από δημοσίευση σε δημοσίευση, από φωτογραφία σε φωτογραφία, από ευφυολόγημα σε ευφυολόγημα.  


Ο συγκεκριμένος αυτοματισμός «χτίζει» το ψυχολογικό υπόβαθρο της εξάρτησης και από τη στιγμή που δεν βρίσκεται εκεί μπροστά σου για να τον θέσεις ξανά και ξανά σε λειτουργία σταδιακά αποδυναμώνεται και χάνει τη «δύναμη» του. Από όλες τις απόψεις.


Αισθάνομαι ότι χάνω κάτι; 


Οχι. Αν θέλω να «ψάξω» κάτι ή να χαζέψω θα πρέπει να ανοίξω τον υπολογιστή στο σπίτι και να μπω στο Facebook επί τούτου. Μια μέρα μπορείς να το κάνεις, κάποια άλλη θα το ξεχάσεις ή δεν θα αισθανθείς την ανάγκη.


Οταν πριν από λίγους μήνες είχα επιχειρήσει να κάνω ένα διάλειμμα από το Facebook έπεισα τον εαυτό μου ότι δεν μπορώ να «απέχω» ολοκληρωτικά λόγω δουλειάς. Tο Facebook σού δημιουργεί την αίσθηση ότι «όλα συμβαίνουν εκεί» και πολλές φορές ένιωθα ότι δεν χρειάζομαι κάποια άλλη ενημερωτική πηγή, τουλάχιστον για την αρχή.  


Τα κακά νέα για όσους δεν είστε στο Facebook είναι ότι εν μέρει ισχύει. 


Τα καλά νέα είναι ότι...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΑΝΑΡΧΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το ξεκούρδιστο εκκρεμές της Αθήνας

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ


Παρά την εξαιρετική θέση της, η λεωφόρος Συγγρού δεν κατάφερε ποτέ να διαμορφώσει μια ισχυρή ταυτότητα.


Τις δεκαετίες του 1970 και του 1980 η φήμη της υπήρξε άρρηκτα δεμένη με τις γνωστές «πιάτσες» εκδιδόμενων γυναικών στο ύψος της Καλλιθέας. Η κατασκευή μεγάλων ξενοδοχείων δεν αναχαίτισε το φαινόμενο, αλλά γρήγορα άρχισε να δημιουργείται η αίσθηση μιας λεωφόρου με επιχειρηματικό ενδιαφέρον, καθώς εδραιώθηκε η πεποίθηση ότι η Συγγρού μπορεί να εξελιχθεί σε μια εναλλακτική (και πιο οικονομική) εκδοχή της λεωφόρου Κηφισίας.


H ελληνική κρίση με τις γνωστές συνέπειες στην οικοδομή προσγείωσε τις προσδοκίες. Οι πιάτσες αραίωσαν αλλά άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά σημαντικά πολιτιστικά σχέδια που είχαν δρομολογηθεί πριν από την κρίση: η Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, η μετασκευή του Φιξ σε Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και κυρίως η μεγάλη αστική ανάπλαση του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος στον παλιό Ιππόδρομο, εκεί όπου η Συγγρού «ξεχύνεται» στη θάλασσα. Θα μπορούσε να είναι η αθηναϊκή εκδοχή του Museum Mile, με αφετηρία το Μουσείο Ακρόπολης και θεαματική κατάληξη τις νέες λαμπερές εγκαταστάσεις της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος και της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.


Αλλά οι πόλεις παραείναι σύνθετα φαινόμενα για να είμαστε σε θέση να προβλέψουμε με ασφάλεια το μέλλον ενός δρόμου ή μιας γειτονιάς. Για παράδειγμα, το απόγευμα της Κυριακής, άγνωστοι εισέβαλαν με βαριοπούλες και μπογιές στα νέα γραφεία της εφημερίδας «Εθνος».


Αυτό που παρέλειψα να σας αφηγηθώ είναι η ξαφνική μετατροπή της λεωφόρου Συγγρού σε προνομιακή έδρα γνωστών τίτλων του ελληνικού Τύπου που επέστρεψαν (ευτυχώς πολύ σύντομα) στη «ζωή» κάτω από νέα ιδιοκτησιακά καθεστώτα.


Το επεισόδιο προκαλεί ανησυχία γιατί έρχεται να μας υπενθυμίσει με πόσο ύπουλο τρόπο η ωμή βία έχει εισχωρήσει στην ελληνική καθημερινότητα. Ο κατακερματισμός της αθηναϊκής καθημερινότητας θυμίζει...


ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Δεκαετία ’80, πέρα από τη νοσταλγία




Ενας ψύχραιμος παρατηρητής μπορεί να αναρωτηθεί: γιατί όλη αυτή η φασαρία με τη δεκαετία του ’80; Οι ουρές που σχηματίστηκαν από τους Αθηναίους οι οποίοι έσπευσαν μαζικά στην Τεχνόπολη το πρώτο Σαββατοκύριακο λειτουργίας της έκθεσης για τα ελληνικά 80s αναζωπυρώνουν τη συζήτηση. Κι αν θέλει κανείς να την απογυμνώσει από κάθε συναισθηματισμό θα μπορούσε να επισημάνει το αυτονόητο: τα ’80s, με την ισχυρή ποπ κουλτούρα, την εκρηκτική τους εκφραστικότητα, την πίστη στο αύριο ύστερα από δύο διαδοχικές πετρελαϊκές κρίσεις, διαθέτουν τη δική τους μυθολογία. Και καθώς η νεολαία και οι έφηβοι των ’80s, οι σαραντάρηδες και πενηντάρηδες του σήμερα, συνιστούν το πιο δυναμικό ηλικιακό τμήμα της κοινωνίας μας είναι φυσικό οι μηχανισμοί της νοσταλγίας να κάνουν καλά τη δουλειά τους και να δημιουργούν «ρεύμα». Αλλά είναι μόνο αυτό;  


Είναι ποτέ δυνατόν μια δεκαετία να γίνεται «φετίχ» από μόνη της; Ή επειδή έρχονται στα πράγματα οι ηλικίες που την έζησαν από τόσο κοντά και δεν έχουν πολλές επιλογές παρά να την εξιδανικεύσουν;
 

Γιατί δεν είχαμε (στην Ελλάδα, τουλάχιστον) μια ανάλογη έκθεση για τη δεκαετία του ’70; 


Γιατί στο Λονδίνο αυτήν την εποχή γίνεται το αδιαχώρητο στην τεράστια παραγωγή του Μουσείου Victoria & Albert για τη δεκαετία του ’60;
 

Από αυτήν την άποψη, θα είχε ενδιαφέρον να ρωτούσαμε έναν έναν τους ανθρώπους που περίμεναν την Κυριακή το απόγευμα υπομονετικά μέσα στο κρύο για να μπουν στο κοντέινερ όπου αναβιώνει ένα «τυπικό» διαμέρισμα της δεκαετίας του ’80.  


Τι περίμεναν να δουν; 


Ποια δική τους ανάγκη τούς οδηγούσε σαν υπνωτισμένους σε μια χρονοκάψουλα με σεμεδάκια, γουόκμαν και αφίσες από το περιοδικό «Ποπ και Ροκ» στο εφηβικό υπνοδωμάτιο;
Στην πραγματικότητα, το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι:  

Υπάρχει κάτι πέρα από τη νοσταλγία; 


Κάτι που μας κάνει να ξεχνάμε τον Ψυχρό Πόλεμο, τα καθεστώτα ανελευθερίας και καταπίεσης στην Ανατολική Ευρώπη, την έξαρση της επισιτιστικής κρίσης στην Αφρική;
 

Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν και είναι ισχυρότερα ακόμα και από τις πιο εύθραυστες γεωπολιτικές ισορροπίες της εποχής που τροφοδοτούσαν τα πιο ακραία σενάρια τρόμου εκείνων των ημερών:


ΙΣΛΑΜΟΛΑΘΡΟΛΑΓΝΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟΚΑΜΙΝΟΠΛΗΚΤΟ ΣΥΡΙΖΟΜΑΧΜΟΥΤΙΣΤΑΝ: Οταν το «καραβάκι» επέστρεψε στο Σύνταγμα (για να μην προκαλεί να λαθρομαχμουταριά!!!)



Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισε ο ελληνικός πληθυσμός να υποβάλλεται στην ιδέα ότι το χριστουγεννιάτικο έλατο, που όλοι στολίζαμε μέχρι τότε, δεν συνάδει ιδιαίτερα με την ελληνική παράδοση και πρέπει να το επανεξετάσουμε ως έθιμο.
 

Ηταν η δεκαετία του ’80, η ακμή της πασοκικής «πολιτιστικής επανάστασης», με τα ΔΗΠΕΘΕ (Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα) και την «κουλτούρα» της αποκέντρωσης να κάνουν θραύση. Και χωρίς να το πολυκαταλάβουμε άρχισε να πλασάρεται ως «ελληνικό» και «παραδοσιακό» το «χριστουγεννιάτικο καραβάκι» το οποίο, όπως μας έλεγαν, στόλιζαν «τα παλιά τα χρόνια» οι νησιώτες του Αιγαίου.
 

Η μόδα δεν κράτησε για πολύ: Θυμάμαι ελάχιστους κουλτουριάρηδες φίλους των γονιών μου να λένε δήθεν αδιάφορα (αλλά με κάποιο στόμφο) ότι «εμείς φέτος στολίσαμε καραβάκι» και η ομήγυρη να ανταποκρίνεται με σεβασμό. Ηταν άνθρωποι με πρώιμες οικολογικές ανησυχίες που στις προηγούμενες εκλογές θα είχαν ψηφίσει ή ΚΟΔΗΣΟ (αν ήταν δεξιοί και ντρέπονταν να πουν ότι ψήφισαν Ράλλη ή Αβέρωφ) ή ΚΚΕ Εσωτερικού (αν ήταν αριστεροί και ντρέπονταν να ομολογήσουν ότι είχαν ψηφίσει με μανία Ανδρέα Παπανδρέου, αν και τον λάτρευαν). Κατά βάθος λυπόμασταν τα παιδιά τους, που, αντί για ένα εντυπωσιακό, θεαματικό έλατο με φωτάκια και μπάλες, έπρεπε ξαφνικά να συμβιβαστούν με ένα μίζερο, τσουρούτικο καραβάκι που έπιανε ελάχιστο χώρο πάνω σε ένα έπιπλο.
 

Η δεκαετία του ’80 πέρασε, το ΠΑΣΟΚ έχασε προσωρινά την εξουσία και το καραβάκι ξεχάστηκε όπως ξεχάστηκαν κι άλλα τοτέμ εκείνης της περιόδου


Ακολούθησε ο πυρετός της ευημερίας, το Χρηματιστήριο, το ευρώ, οι Ολυμπιακοί Αγώνες και το «πιο ψηλό δέντρο στην Ευρώπη» διά χειρός του σημερινού επιτρόπου Δημήτρη Αβραμόπουλο. Στα αθηναϊκά μπαλκόνια (και όχι μόνο) δόθηκε σιωπηρά το σύνθημα για την πιο πληθωρική χριστουγεννιάτικη διακόσμηση στη χώρα, αν όχι στην Ευρώπη και σε όλο τον πλανήτη. Κανείς δεν θυμόταν πια την «παράδοση» και τα «καλόγουστα» καραβάκια είχαν εξαφανιστεί σε κάτι ημιδιαλυμένες μαύρες πλαστικές σακούλες απορριμμάτων σε σκοτεινά πατάρια με υγρασία.
 

Ομως το καραβάκι δεν είχε πει την τελευταία του λέξη: επανήλθε στα μουλωχτά ως χριστουγεννιάτικος διάκοσμος στην πλατεία Συντάγματος πριν από λίγα χρόνια ως εναλλακτική λύση στο ταλαίπωρο δέντρο, που εν τω μεταξύ είχε γίνει παρανάλωμα του πυρός τον Δεκέμβριο του 2008. Ως «περισσότερο ελληνικό» από το «ξενόφερτο» έλατο, αθώο και ανυπεράσπιστο, και χωρίς τον παραμικρό υπαινιγμό φιλοδοξίας, το καραβάκι συγκέντρωνε λιγότερες πιθανότητες να υποστεί βανδαλισμό. Παρ’ όλα αυτά αδυνατούσε να συγκινήσει, με αποτέλεσμα το επίφοβο «έλατο» να επιστρέψει.
 

Φέτος, ο Δήμος Αθηναίων επέλεξε εκ νέου καραβάκι για την πλατεία Συντάγματος. Πίσω από αυτή την εκ πρώτης όψης ασήμαντη απόφαση υπάρχει η κάπως αλλόκοτη ιδέα ότι το καραβάκι «δεν προκαλεί». Μπορεί να μην συγκινεί, αλλά...

YΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Μια Κυριακή στο γήπεδο



Π​​ριν από μία εβδομάδα πήγα στο γήπεδο, βάζοντας τέλος σε μια περίοδο αποχής που κράτησε περίπου 18 μήνες. 


Ο αγώνας ήταν σημαντικός για την ομάδα μου. Ο αντίπαλος, «μεγάλο όνομα», αναβίωνε αιώνια μίση, συμπλέγματα, φαντασιώσεις. Σε συνδυασμό με την καλή πορεία της ομάδας μας τις πρώτες αγωνιστικές του πρωταθλήματος, ήταν βέβαιο ότι το απαρχαιωμένο γήπεδό μας θα συγκέντρωνε πολλούς «φιλάθλους του καναπέ». Εξάλλου, είμαι ένας από αυτούς και αναγνωριζόμαστε εύκολα: βλέπουμε παλιούς φίλους και συμμαθητές, ανθρώπους που μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά και τώρα χρειαζόμαστε λίγα δευτερόλεπτα για να βεβαιωθούμε ότι δεν έχουμε πέσει τόσο τρομακτικά έξω. Λέμε τα νέα μας και παίρνουμε τον δρόμο για τη «θύρα» μας.



Το «τοπίο» είναι μια ζωντανή χρονομηχανή που σε πετάει με βία πίσω στη δεκαετία του ’80: το συνοικιακό τυροπιτάδικο με τα λάβαρα της ομάδας και κιτρινισμένα δημοσιεύματα από παλιές, ένδοξες στιγμές, τα μηχανάκια παρατεταγμένα πάνω σε τρισάθλια πεζοδρόμια, οι αναψοκοκκινισμένοι έφηβοι έτοιμοι να τσακωθούν μεταξύ τους ελλείψει οπαδών της αντίπαλης ομάδας. Και κυρίως, το λασπωμένο στενό ανάμεσα στο λύκειο και την κερκίδα με το αποσαθρωμένο, ημιθανές μπετόν, που σχεδόν κρέμεται πάνω από το κεφάλι σου.  


Είναι ασύλληπτο: 30 χρόνια μετά, αυτή η ξεχασμένη από τον χρόνο λωρίδα γης που χάσκει στο κατώφλι της εισόδου σου στο γήπεδο δεν έχει αλλάξει καθόλου. Σκουπίδια, τσίκνα από τους πάγκους με τα «βρώμικα», αν κλείσεις τα μάτια σου νομίζεις ότι θα ακούσεις την φωνή του Ανδρέα Παπανδρέου και της Κέλλυς Σακάκου.



Ας είναι: γι’ αυτό «έχει πλάκα» το γήπεδο στην Ελλάδα, σου ψιθυρίζουν οι φίλοι σου την ώρα που ένας βαριεστημένος αστυνομικός θα σου κάνει υποτυπώδη «έλεγχο» αμέσως μετά το «τουρνικιέ», το μοναδικό γηπεδικό «αξεσουάρ» που δεν θυμάσαι από τη δεκαετία του ’80. Και «έχει πλάκα» γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν έχει αλλάξει στο ελληνικό ποδόσφαιρο όλα αυτά τα χρόνια από τα 15 σου στα 45, κι ας πήραμε ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, κι ας διοργανώσαμε Ολυμπιακούς Αγώνες. Σαν να μην πέρασε μια μέρα.



Και κάποτε θα αρχίσει ο αγώνας και στο πρώτο «στραβό» σφύριγμα του διαιτητή θα δεις τον παλιό σου γείτονα ή συμμαθητή, τακτοποιημένο μεσήλικα πια με σύζυγο, παιδιά και σκύλο, να πετάγεται κατακόκκινος, να βρίζει «όπως παλιά», με την ίδια ένταση και πάθος. Και στο επόμενο σφύριγμα να χυμάει προς τα κάγκελα, αλλόφρων πλέον, 10 ή 15 σειρές πιο κάτω, να σκαρφαλώνει πάνω τους και να «στολίζει» τον επόπτη όσο άλλοι οπαδοί εκσφενδονίζουν πλαστικά μπουκαλάκια με νερό.



Παρατηρώ ξανά τον παλιό φίλο που έχει επιστρέψει στη θέση του, πάντα ξαναμμένος αλλά πιο ήρεμος και κάπως μελαγχολικός να μονολογεί:

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: H δαιμονοποίηση του 2004 - Δες ποσα κιλά ανεξέλεγκτης προπαγάνδας έφαγες και σκέψου αν χόρτασες ή αν με την κάρτα αλληλεγγύης που σου δίνουν οι τσαρλατάνοι σιτιστές σου πρεπει να αγοράσεις κι άλλη...



Πριν από λίγες ημέρες, το Saïd Business School του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης έδωσε στη δημοσιότητα μελέτη όπου παρουσιάζεται το κόστος πρόσφατων ολυμπιακών διοργανώσεων εστιάζοντας στα αμιγώς «ολυμπιακά» έργα, δηλαδή σε εκείνα που θεωρούνται απολύτως απαραίτητα για τη διοργάνωση των Αγώνων.
 
Τα αποτελέσματα της μελέτης είναι εντυπωσιακά ως προς την περίπτωση της Αθήνας, γιατί ανατρέπουν τη γενικευμένη εικόνα της «καταστροφικής» Ολυμπιάδας που «γονάτισε τη χώρα» και, ως εκ τούτου, έθεσε τις βάσεις για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό από το 2008 και μετά.

 

Η έρευνα του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης καταμέτρησε το κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στα 2,94 δισ. δολάρια, το οποίο υπολείπεται από το αντίστοιχο των διοργανώσεων από το 1992 και μετά. Ετσι, η Αθήνα αποδεικνύεται λιγότερο «σπάταλη» από τη Βαρκελώνη (9,68 δισ.), την Ατλάντα (4,14 δισ.), το Σίδνεϊ (5,02 δισ.), το Πεκίνο (6,81 δισ.), το Λονδίνο (14,96 δισ.) και το Ρίο (4,55 δισ.). Η μελέτη έχει αναγάγει τα ποσά σε τιμές 2015 ώστε να είναι συγκρίσιμα και εξαιρεί το κόστος των έργων που δρομολογήθηκαν από τις διοργανώτριες πόλεις για τη βελτίωση των υποδομών τους (αεροδρόμια, αυτοκινητόδρομοι, συγκοινωνιακά έργα κ.λπ.).

 
Για τους συντάκτες της μελέτης η υπέρβαση των ολυμπιακών προϋπολογισμών θεωρείται εκ των ων ουκ άνευ. Οι ίδιοι εντοπίζουν τη ρίζα του κακού στη νομική δέσμευση που αναλαμβάνει η κάθε κυβέρνηση ότι εγγυάται με την υπογραφή της την κάλυψη των επιπλέον εξόδων. Για την ιστορία, η υπέρβαση του αρχικού προϋπολογισμού υπολογίστηκε στο 49% για την Αθήνα. Στη Βαρκελώνη η υπέρβαση μετρήθηκε στο 266%, στην Ατλάντα στο 151%, στο Σίδνεϊ στο 90%, στο Λονδίνο 76% και στο Ρίο στο 51%.

 
Ολα αυτά, όμως, όπως και η αντίστοιχη μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), που εξέταζε το οικονομικό αποτύπωμα της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων και το έβρισκε απολύτως θετικό για την ελληνική οικονομία (Ιανουάριος 2015), αποδεικνύονται πολύ λίγα για να κλονίσουν τον μύθο της «ολυμπιακής καταστροφής» του 2004


Είμαι βέβαιος ότι, αν γινόταν έρευνα κοινής γνώμης με θέμα τους Αγώνες του 2004, το γενικό αίσθημα θα ήταν αρνητικό. Εχουμε υποστεί τόση ανεξέλεγκτη προπαγάνδα όλα αυτά τα χρόνια, που είναι αδύνατον να ψελλίσεις έστω και μία θετική κουβέντα για τους Αγώνες της Αθήνας χωρίς να αποφύγεις εκείνο το πολύ διαπεραστικό βλέμμα καχυποψίας και αποδοκιμασίας μαζί, που εκμηδενίζει κάθε πιθανότητα μιας ψύχραιμης αποτίμησης των γεγονότων.
 

Φυσικά, δεν φταίει μόνο η «προπαγάνδα». Αν οι ελληνικές κυβερνήσεις που διαχειρίστηκαν τους Αγώνες (κυρίως οι δύο κυβερνήσεις Καραμανλή, 2004-2009) τα είχαν καταφέρει σημαντικά καλύτερα στην αξιοποίηση των ολυμπιακών εγκαταστάσεων, θα είχαμε αποφύγει τη σημερινή αρνητική διάθεση του κόσμου.

 
Γιατί αυτό που εξαϋλώθηκε την περίοδο από τους Αγώνες μέχρι σήμερα δεν ήταν μόνο το οικονομικό momentum (το ΙΟΒΕ το υπολόγιζε μεσοσταθμικά στο 0,2% του ΑΕΠ). Κυρίως χάσαμε πολύ γρήγορα εκείνο το...