"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΚΑΖΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΚΑΖΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η Ελλάδα δεν πεθαίνει, καταρρέει!

Οικονομολόγος,- συγγραφέας του βιβλίου «ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ» (εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη)


Υπάρχουν σκηνές από ταινίες που δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου όσα χρόνια και αν περάσουν. 


Στο «ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ» του Θόδωρου Αγγελόπουλου ο αείμνηστος Θανάσης Βέγγος υποδυόμενος έναν ταξιτζή που μετέφερε ένα σκηνοθέτη (Χάρβεϊ Καϊτέλ) φώναζε με δάκρυα στα μάτια :
«Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σα λαός. Κάναμε τον κύκλο μας, δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Και πεθαίνουμε....
Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα.
Γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο».




Είναι όμως ποτέ δυνατόν να πεθάνει μια χώρα που «ποτέ δεν πεθαίνει»;  


Αρκετοί μέσα στην απελπισία της κρίσης θυμήθηκαν τον Ελύτη που έλεγε: «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει, με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις».


Φοβάμαι ότι τα λόγια του ποιητή είναι παρηγοριά στον άρρωστο και αφορούν μια Ελλάδα που έχει χαθεί. Είναι αλήθεια ότι τα κράτη δεν πεθαίνουν όπως οι βιολογικοί τους κάτοικοι. Η Ιστορία όμως αναφέρει πληθώρα πολιτισμών που εξαφανίστηκαν, αυτοκρατοριών που διαλύθηκαν και έθνη που κανείς δεν γνωρίζει πλέον ούτε το όνομά τους. Κάποιοι επιστήμονες έχουν βρει κάποια κοινά στάδια και αιτίες πίσω από αυτές τις τραγωδίες.

 

Γιατί αυτοκτονούν τα έθνη


Από τη στιγμή που εμφανίστηκε η κρίση στη χώρα, συχνά θυμάμαι το βιβλίο του Jared Diamond: «Κατάρρευση- Πώς οι Κοινωνίες επιλέγουν να αποτύχουν ή να επιτύχουν» (εκδόσεις Κάτοπτρο), όπου παρουσιάζει έναν οδικό χάρτη κατάρρευσης των κοινωνιών που περιλαμβάνει τέσσερις στάσεις:

(α) Πρώτη στάση: οι ομάδες μπορούν να κάνουν καταστροφικά πράγματα, διότι δεν κατάφεραν να προβλέψουν ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, πριν εκείνο εμφανιστεί, για μια σειρά από λόγους. Ένας λόγος είναι ότι ίσως δεν είχαν προηγούμενη εμπειρία από τέτοια προβλήματα, οπότε δεν ευαισθητοποιήθηκαν μπροστά σε μια τέτοια δυνατότητα.


(β) Δεύτερη στάση: αφορά την ικανότητα ή την ανικανότητα μιας κοινωνίας να αντιληφθεί ένα πρόβλημα, όταν όντως έχει αυτό εμφανιστεί, είτε προηγουμένως το προέβλεψε είτε δεν είχε καταφέρει να προβλέψει.


(γ) Τρίτη στάση: είναι η πιο συχνή και εκείνη η οποία απαιτεί τη μεγαλύτερη συζήτηση, καθώς εμφανίζεται με ευρύτητα μορφών. Διαπιστώνεται ότι οι κοινωνίες συχνά δεν επιχειρούν καν να λύσουν ένα πρόβλημα από τη στιγμή που αυτό γίνεται αντιληπτό. Πολλοί από τους λόγους μιας τέτοιας αποτυχίας εμπίπτουν σε ό,τι οι οικονομολόγοι και άλλοι κοινωνικοί επιστήμονες ονομάζουν «ορθολογική συμπεριφορά», η οποία προκύπτει από τη σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ ανθρώπων.


 Δηλαδή, μερικοί άνθρωποι μπορεί να υπολογίζουν – σωστά – ότι μπορούν να προωθήσουν τα συμφέροντά τους με συμπεριφορά που βλάπτει άλλους ανθρώπους. Οι επιστήμονες ονομάζουν μια τέτοια συμπεριφορά «ορθολογική», ακριβώς επειδή η συλλογιστική της είναι ορθή, έστω και αν μπορεί να κριθεί ηθικά κατακριτέα. Οι δράστες γνωρίζουν ότι συχνά η κακή τους συμπεριφορά θα μείνει ατιμώρητη, ιδιαίτερα εάν δεν υπάρχει νόμος που να την απαγορεύει, ή εάν ο νόμος δεν εφαρμόζεται αποτελεσματικά. Αισθάνονται ασφαλείς, διότι συνήθως είναι συγκεντρωμένοι σε μικρούς αριθμούς και έχουν ένα ισχυρό κίνητρο: την προοπτική να δρέψουν μεγάλα, σίγουρα και άμεσα κέρδη, ενώ οι ζημιές διαχέονται σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων.


(δ) Τέλος, ακόμη και όταν μια κοινωνία έχει προβλέψει, αντιληφθεί ή προσπαθήσει να λύσει ένα πρόβλημα, και πάλι μπορεί να αποτύχει για προφανείς πιθανούς λόγους: «το πρόβλημα μπορεί να υπερβαίνει τις υπάρχουσες δυνατότητες αντιμετώπισής του, μια λύση μπορεί να υπάρχει αλλά να κρίνεται απαγορευτικά δαπανηρή, ή οι προσπάθειές μας ίσως είναι πολύ λίγες και ίσως έγιναν πολύ αργά». 


 Είναι φανερό ότι είμαστε ανάμεσα στην τρίτη και την τέταρτη (και μοιραία) περίπτωση.

 

Πού βρισκόμαστε σήμερα:

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: To όνειδος των φόρων υπερ τρίτων και η σχέση του με τα κλειστά επαγγέλματα

Του Κωστα Μαρκαζου
Οικονομικού διευθυντή της εταιρείας ανάπτυξης ακινήτων Pasal Development.

Οι φόροι υπέρ τρίτων αποτελούν τη δίδυμη αδελφή των κλειστών επαγγελμάτων, με τα οποία συνδέονται και αποτελούν προϋπόθεση επιβίωσής τους. Τα δύο θέματα πρέπει να αντιμετωπιστούν ταυτόχρονα για να υπάρξει οποιαδήποτε πρόοδος. Πρέπει δηλαδή να διατυπωθεί σωστά το πρόβλημα, κάτι που ούτε η τρόικα δεν κάνει, με συνέπεια να έχουμε παγιδευτεί σε προσχηματικές συζητήσεις εκτός θέματος.

Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν κλειστά επαγγέλματα (ίσως με την εξαίρεση των συμβολαιογράφων). Για αυτό και ο νέος υπουργός Δικαιοσύνης, στην ίδια συνεδρίαση της Βουλής, χαρακτήρισε «δοξασίες» τα περί κλειστού επαγγέλματος του δικηγόρου. Υπάρχουν προστατευμένα επαγγέλματα που χρηματοδοτούνται συνήθως με φόρους υπέρ τρίτων, συντηρώντας προνόμια με ισχυρούς νομοθετικούς περιορισμούς ή εξαιρέσεις όπως η «ανεξαρτησία» των (ευγενών) συνταξιοδοτικών και ασφαλιστικών ταμείων από τους υπόλοιπους.

Το κύριο χαρακτηριστικό ενός φόρου υπέρ τρίτου είναι ότι αντί να εξυπηρετεί το σύνολο, όπως εκ κατασκευής οφείλει να κάνει ο κάθε φόρος, χρηματοδοτεί κάποια συγκεκριμένη επαγγελματική ομάδα. Για αυτό, εναλλακτικά της λέξης φόρος, χρησιμοποιούνται οι όροι εισφορά, τέλος, πόρος, δικαίωμα, κράτηση, πάντα υπέρ κάποιου οργανισμού, νομικού προσώπου, ασφαλιστικού ή επικουρικού ταμείου κ.ο.κ.

Τα προστατευόμενα επαγγέλματα στην Ελλάδα αποτελούν σημαντικό μέρος του κοινωνικού ιστού, ιδιαίτερα στο ειδικό βάρος τους και στη σχέση τους με την κεντρική εξουσία, ενώ έχουν δημιουργηθεί σταδιακά, σε μια περίοδο πολλών δεκαετιών. Το μοντέλο βάσει του οποίου αναπτύχθηκε η χώρα προέβλεπε την επαγγελματική (ορθότερα οικονομική) προστασία και ενίσχυση κάποιων ομάδων σε βάρος του συνόλου. Οι φόροι υπέρ των τρίτων συνήθως εισπράττονται επιβαρύνοντας διάφορες συναλλαγές, ειδικά όταν αυτές είναι αναπόφευκτες (π.χ. αγορά φαρμάκων, μεταβιβάσεις ακινήτων, συμβολαιογραφικές πράξεις, παραστάσεις σε δικαστήρια, αγγελιόσημο κ.ο.κ.).

Η ανάλυση του φαινομένου της ύπαρξης κλειστών επαγγελμάτων και των φόρων υπέρ τρίτων συχνά επικεντρώνεται στο πολιτικό κόστος που είχαν οι αναγκαίες αλλαγές. Ομως οι προστατευόμενες ομάδες ήταν, και εξακολουθούν να είναι, αριθμητικά ελάχιστες, ακόμα και αν αθροιστούν όλες σε σχέση με το σύνολο. Αυτό που αναφέρεται ως πολιτικό κόστος ήταν σχεδόν πάντα η εφαρμογή ενός άρρητου συμβολαίου της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας με τις συντεχνιακές ηγεσίες, που προέβλεπε την εξής ρήτρα: «Θα διατηρώ ρυθμίσεις προστασίας και εσύ θα με αφήνεις ήσυχο στο υπόλοιπο έργο μου». Κανένας υπουργός δεν ήθελε να απολογείται στα τηλεοπτικά κανάλια για τα προβλήματα που δημιούργησε κάποια επαγγελματική συντεχνία. Οταν αναγκάστηκαν να το κάνουν κάτω από την πίεση του Μνημονίου, το συμβόλαιο έσπασε και το σύστημα παρουσίασε ρωγμές.

Λόγω της ελκυστικής οικονομικής προστασίας, όλα τα χαρακτηριζόμενα κλειστά επαγγέλματα εμφανίζουν υπεράριθμες αναλογίες σε σχέση με άλλες συγκρίσιμες χώρες. Αυτός ο υπερπληθυσμός μάλιστα, ενώ είναι αποτέλεσμα των προνομίων, χρησιμοποιείται (και λογικά) σαν απόδειξη ότι δεν υφίστανται κλειστά επαγγέλματα. Για να λύσουν αυτή την εξίσωση οι ξένοι δανειστές μας, και αφού εξαντλήθηκαν σε μάχες νομοθετημάτων που ψηφίζονταν και μετά ξαναδιορθώνονταν, φαίνεται να έχουν υιοθετήσει και την τραγική τακτική της βίαιης απομείωσης των υπεράριθμων επαγγελματιών μέσω της οικονομικής τους χρεοκοπίας.

Για να έχει αιτιολογική βάση ο οποιοσδήποτε φόρος υπέρ τρίτου, πρέπει υποχρεωτικά να υπάρχουν (ή απλά να ανακαλύπτονται) κοινωνικοί λόγοι επιβολής του. Κατά κανόνα οι σκοποί είναι ανώτεροι, όπως ανταμοιβή κοινωνικού ρόλου, κατοχύρωση επαγγελματικής ανεξαρτησίας, απαγόρευση αθέμιτου ανταγωνισμού και άλλα σημαντικά ή απλώς βαρύγδουπα. Ετσι κατά κανόνα τα προστατευόμενα επαγγέλματα χαρακτηρίζονται λειτουργήματα. Αυτός και μόνο ο χαρακτηρισμός είναι αρκετός για να υπάρχουν κατώτατες (ή νόμιμες ή όπως αλλιώς θέλετε) αδιαπραγμάτευτες αμοιβές σε καθεστώς κατά τα λοιπά καπιταλιστικής ανοιχτής αγοράς. Η απαγόρευση διαπραγμάτευσης της αμοιβής και το αναπόφευκτο πληρωμής του υπέρ τρίτου φόρου αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο του όλου συστήματος, που συνοδεύονται από φληναφήματα του τύπου «ο ανταγωνισμός δεν συνεπάγεται αυτοδίκαια την εξασφάλιση υψηλής ποιότητας παροχής υπηρεσιών και προϊόντων» ή «με το άνοιγμα των επαγγελμάτων ο κοινωνικός ρόλος των επαγγελματιών φαλκιδεύεται όταν δεν διασφαλίζονται οι ελάχιστες αμοιβές τους». Οπως και το αμίμητο «το Ταμείο/οργανισμός/επιμελητήριό μας δεν χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό», και πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού ο φόρος έχει εισπραχθεί κατευθείαν από την πηγή.