"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΨΕΚΑΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Εμβολιασμός, ποιες οι συνέπειες για τους αρνητές;

Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Για τη συνταγματικότητα των εμβολιασμών «ρουτίνας», που αφορούν τις γνωστές –παιδικές κυρίως– ασθένειες, έχουν εδώ και χρόνια αποφανθεί τα δικαστήρια των περισσότερων χωρών, συμπεριλαμβανομένου και του δικού μας Συμβουλίου της Επικρατείας: εφόσον αυτός στηρίζεται σε σοβαρά και τεκμηριωμένα επιστημονικά δεδομένα και η στατιστική πιθανότητα εμφάνισης παρενεργειών είναι μηδαμινή, είναι καθ’ όλα νόμιμος και μπορεί να επιβληθεί ως υποχρεωτικός. Διότι απορρέει από την υποχρέωση του κράτους «να μεριμνά για την υγεία των πολιτών» (άρθρο 21 παρ. 3 Σ.). Αρκεί, όπως κρίθηκε, να «παρέχεται η δυνατότητα εξαίρεσης από τον εμβολιασμό σε ειδικές ατομικές περιπτώσεις, για τις οποίες αυτός αντενδείκνυται» [ΣτΕ (Δ΄) 2387/2020].

Για την τελευταία αυτή περίπτωση, δηλαδή τις «αντενδείξεις», το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου αποφάνθηκε τον περασμένο Απρίλιο ότι θα πρέπει, εκτός από τις τυχόν υποκείμενες ασθένειες, να λαμβάνονται υπόψη και οι αντιρρήσεις των ενδιαφερομένων. Αρκεί αυτές να στηρίζονται σε σοβαρούς συνειδησιακούς λόγους και να έχουν εγκαίρως προβληθεί (βλ. την απόφαση «Vavři ka κ.ά. κατά Τσεχίας», 8.4.2021).

Μετά το ξέσπασμα της τρέχουσας πανδημίας, δεν γνωρίζω αν έχουν εκδοθεί αποφάσεις για τη συνταγματικότητα του υποχρεωτικού εμβολιασμού κατά του COVID-19. Πιστεύω, ωστόσο, ότι, για την ταυτότητα του λόγου, τα δικαστήρια, εθνικά και διεθνή, δεν θα αποστούν από την ανωτέρω νομολογία. Τουναντίον, λόγω της μεγάλης μεταδοτικότητας του COVID-19 και των μεταλλάξεών του, αναμένεται να είναι ακόμη πιο αυστηρά.

Δεν τίθεται, επομένως, θέμα συνταγματικότητας του τρέχοντος εμβολιαστικού προγράμματος, ακόμη, όπως πιστεύω, και αν ο εμβολιασμός επιβληθεί ως υποχρεωτικός και στον γενικό πληθυσμό. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο αν προβλεφθεί ειδικά για ορισμένες κατηγορίες, όπως το κάθε είδους προσωπικό των δομών υγείας (βλ. σχετικά την από 14.6.2021 σύσταση της δικής μας Επιτροπής Βιοηθικής). Ζήτημα, τουναντίον, τίθεται για το είδος και τη βαρύτητα των συνεπειών της άρνησης εμβολιασμού.

Ας ξεκαθαρίσουμε ευθύς εξαρχής ότι, ως κίνητρο, η ευνοϊκότερη μεταχείριση των εμβολιασμένων από τους ανεμβολίαστους είναι καθ’ όλα θεμιτή. Διότι, όπως έχει παρατηρηθεί (Γ. Καραβοκύρης), δεν πρόκειται για εύνοια, ούτε πολύ λιγότερο για αναγνώριση προνομίων υπέρ των πρώτων, αλλά για «ανάκτηση» από αυτούς της κανονικότητας. Το ίδιο κατ’ αναλογία ισχύει και για το bonus των 150 ευρώ που θα καταβληθεί στους εμβολιαζόμενους νέους 18-24 ετών. 

Τα περί δήθεν αθέμιτης διάκρισης, τα οποία κάποιοι προβάλλουν, δεν ευσταθούν. Διότι οι αρνητές και μόνον αυτοί είναι εκείνοι που επέλεξαν να παραμείνουν σε καθεστώς εξαίρεσης.

Από εκεί και πέρα, σε ό,τι αφορά τις συνέπειες της άρνησης εμβολιασμού –και με την αυτονόητη βέβαια προϋπόθεση ότι, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, θα λαμβάνονται υπόψη η σοβαρότητα των αντιρρήσεων των ενδιαφερομένων και, γενικά, τα εκάστοτε επιδημιολογικά δεδομένα– κανένας δεν υποστηρίζει ότι οι αρνητές θα πρέπει να οδηγούνται σιδηροδέσμιοι στα εμβολιαστικά κέντρα. Κάτι τέτοιο, στις μέρες μας, ούτε ο χειρότερος δικτάτορας δεν θα το αποτολμούσε. 

Θα ήταν όμως εξίσου αδιανόητο για τους αρνητές να μην προβλεφθούν κυρώσεις. 

Γι’ αυτές, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει διαφοροποιήσεις, με πρώτο κριτήριο τον κίνδυνο στον οποίο οι ανεμβολίαστοι εκθέτουν πρωτίστως τους άλλους αλλά και τον ίδιο τον εαυτό τους, προπάντων στον χώρο της δουλειάς τους. Ετσι, για παράδειγμα, θα ήταν θεμιτό να απαγορευτεί, σε μιαν ευρεία κατηγορία εργαζομένων, όπως π.χ. στους υγειονομικούς, η προσέλευση στον συνήθη τόπο εργασίας τους. Γι’ αυτούς θα μπορούσε να προβλεφθεί ότι μπορούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους από το σπίτι, είτε από ειδικά διαμορφωμένο χώρο, χωρίς να έρχονται σε επαφή με τους πάσχοντες. Αν αρνηθούν, θα μπορούσε να προβλεφθεί ότι τίθενται σε προσωρινή διαθεσιμότητα, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ιταλία. Ως έσχατο μέτρο –και έπειτα από εξάντληση όλων των χρονικών περιθωρίων– θα μπορούσε να τερματισθεί η εργασιακή σχέση τους. Στην κατηγορία αυτή θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, θεμιτό να ενταχθούν οι εκπαιδευτικοί, οι ένστολοι και όσοι δημόσιοι υπάλληλοι έρχονται, λόγω δουλειάς, σε επαφή με το ευρύ κοινό.

Τα ανωτέρω ισχύουν και για τον ιδιωτικό τομέα. Ενας επιχειρηματίας, για παράδειγμα, θα μπορούσε να επιβάλει τον υποχρεωτικό εμβολιασμό των εργαζομένων στο εργοστάσιο ή το μαγαζί του, με παρόμοιους όρους, όχι όμως και να απολύσει άνευ ετέρου όσους αρνούνται να εμβολιασθούν.

Οσον αφορά τους χρήστες υπηρεσιών, είτε πρόκειται για τους επιβάτες των κάθε είδους συγκοινωνιακών μέσων, τους συναλλασσόμενους με το Δημόσιο, τους πελάτες καταστημάτων, τους φοιτητές και τους μαθητές, η επιβολή γενικής απαγόρευσης πρόσβασης στους ανεμβολίαστους θα ήταν, όπως πιστεύω, αντισυνταγματική, κυρίως διότι υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι, εξίσου αποτελεσματικοί, για την αποτροπή της μετάδοσης του ιού. Τέτοια είναι προφανώς τα υφιστάμενα τεστ. Αρνηση πάντως και των τελευταίων, με οποιοδήποτε πρόσχημα, δεν θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να γίνει δεκτή, διότι τα τεστ συνιστούν εξαιρετικά ήπια επέμβαση στο ανθρώπινο σώμα.

Μια τελευταία περίπτωση παρουσιάζει, κατά τη γνώμη μου, εξαιρετικό ενδιαφέρον. Μπορούν οι γονείς –επικαλούμενοι σοβαρούς κατά την κρίση τους λόγους– να απαγορεύσουν στα παιδιά τους είτε να εμβολιαστούν είτε να υποβληθούν σε τεστ;  

Για τα εμβόλια, η απάντηση, κατά τη γνώμη μου, είναι ναι, όσο τα παιδιά είναι μικρά (κάτω των 15)· όχι για τα τεστ. Αντίθετα, με το σκεπτικό ότι αναγνωρίζεται στους εφήβους περιορισμένη έστω δυνατότητα να συναλλάσσονται επ’ ονόματι για λογαριασμό τους, θα υποστήριζα ότι οι άνω των 15 ετών έφηβοι θα πρέπει να αφεθούν να αποφασίζουν μόνοι.

Συνοψίζοντας...

 

ΣΥΡΙΖΟΣΟΥΡΓΕΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ο Τσίπρας δεν μπορεί να πιάσει ούτε μια βαλσαμωμένη φραγκόκοτα (O άπαιχτος Τζήμερος "γλεντάει" τον εθνικό μας τσαρλατάνο και τον "καθηγητή" Αλιβιζάτο για την συνέντευξη-κωμωδία που έδωσε στο Lifo...)


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 


Γιατί, ψέματα είπε ο κύριος καθηγητής; Δεν πιάνει πουλιά στον αέρα ο πανέξυπνος νέος της φωτογραφίας; 


Αμέσως να κατηγορήσετε! Διαβάστε πρώτα όλη τη συνέντευξη. Λέει κι άλλα σοφά πράγματα ο κύριος καθηγητής. Να, ότι υπάρχουν μερικά στελέχη της κυβέρνησης με “έντονα στοιχεία σταλινισμού και μη ελευθερίας της έκφρασης”. Mερικά. Δηλαδή τα λιγότερα. Τα περισσότερα περνάν τις εξετάσεις.


Τώρα, πώς ο πανέξυπνος Τσίπρας που πιάνει πουλιά στον αέρα έκανε υπουργούς ανθρώπους με έντονα στοιχεία σταλινισμού δεν το διευκρίνισε ο κύριος καθηγητής.  


Όπως δεν διευκρίνισε το γιατί ανέδειξε άλλα στελέχη που τα θεωρεί γραφικά όπως ο Γιάνης, η Ζωή κι ο Παναής. 


Ίσως επειδή δεν ήταν πουλιά. Γιατί όταν ασχολείσαι πολύ με τα θέματα του αέρα, στα επίγεια έχεις κάποιες δυσκολίες.


Αλλά να μην ανησυχούμε, ο ΣΥΡΙΖΑ γίνεται ένα γνήσιο ριζοσπαστικό μεταρρυθμιστικό κόμμα που στηρίζεται στον κοινοβουλευτισμό, στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην Ευρώπη. Καρατσεκαρισμένο. Γι’ αυτό, ενοχλείται ο κύριος καθηγητής όταν ακούει να τους αποκαλούν σούργελα. Γιατί σούργελο, λέει, στα τούρκικα σημαίνει ένα πολύ βρώμικο πανί που χρησιμοποιείται από τις γυναίκες κάποιες δύσκολες μέρες. Δεν ξέρω αν οι συνταγματολόγοι διδάσκουν κι ετυμολογία, πάντως το σούργελο και ως λέξη και ως ιδιότητα είναι γνησίως ελληνικό: αυτός που σύρει το γέλιο, ο καταγέλαστος, ο φαιδρός που λέγαν κάποτε σε κομψά Ελληνικά. Και δεν μπορείς να αποκαλείς σούργελα αυτούς που πάνε να απορροφήσουν το ΚΙΝΑΛ! Διότι τότε είναι σαν να παραδέχεσαι ότι το ΚΙΝΑΛ έχει σουργελοπροδιαγραφές.


Να θυμίσω ότι ο κύριος καθηγητής ήταν ο εμπνευστής της διαδικασίας εκλογής προέδρου κόμματος χωρίς να υπάρχει κόμμα. Για το ΚΙΝΑΛ λέμε, και την φοβερή επιτυχία της ίδρυσής του. Δεν αστειεύομαι, ο στόχος επετεύχθη. Να αλλάξει ΑΦΜ δεν ήθελε το ΠΑΣΟΚ; Να μην πληρώσει τα χρέη δεν ήθελε; Μια χαρά τα κατάφερε. 


 Τώρα, που ο ΣΥΡΙΖΑ μεταλλάσσεται σύμφωνα με τον κύριο καθηγητή σε ευρωπαϊκό κόμμα, γιατί η χώρα να έχει δύο προοδευτικά ευρωπαϊκά αριστερά κόμματα;  


Αδικαιολόγητη πολυτέλεια. Να τα κάνουμε ένα να τελειώνουμε. 


Τον ενοχλεί επίσης τον κύριο καθηγητή που κάποιοι τα χώνουν χοντρά στον ΣΥΡΙΖΑ. Κακό πράγμα, βρε παιδί μου, η επιθετικότητα! Και μάλιστα όταν έχει ως στόχο ένα κόμμα τόσο ήπιο, τόσο συναινετικό, τόσο πολιτισμένο, όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Που ουδέποτε είπε κακή κουβέντα για τους αντιπάλους του. Με το “σεις” και με το “σας” τούς είχε. Και τώρα, να γίνεται στόχος κάποιων “γενίτσαρων”; Έτσι τους αποκάλεσε ο κύριος καθηγητής όσους τα έχουν πάρει στο κρανίο με αυτούς τους άκακους, τους άγιους ανθρώπους. Μπορείς να είσαι εναντίον της ευρωπαϊκής προοπτικής προσωποποιημένης; Αυτής που εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ, αν δυσκολευτήκατε να το καταλάβετε.


Βέβαια, δεν συμφωνούν όλοι οι συριζαίοι με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, αλλά ο κύριος καθηγητής μας καθησυχάζει, διότι υπάρχει η εγγύηση που λέγεται Τσίπρας. Που, επιπλέον, είναι πολύ γοητευτικός και πολύ συμπαθής. Όπως ο Παπαντρέας. Γοήτεψε κοτζάμ κύριο καθηγητή δεν θα γοητέψει αυτόν που φώναζε “μόνο ΠΑΣΟΚ”; Κι ας πριμοδοτεί το πολιτικό έγκλημα στο πρόσωπο του Κουφοντίνα. Δεν το κάνει αυτό ο Τσίπρας, αλλά ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας είναι κάτι σαν τον Πρόεδρο της Συριζοκρατίας. Απλώς προεδρεύει. Ανεύθυνος. Οι άλλοι κάνουν τις κουτσουκέλες. Οι μερικοί σταλινικοί. 


Ο Τσίπρας είναι στο σωστό μέρος, διαπίστωσε ο κύριος καθηγητής. Δηλαδή αυτό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της Ευρώπης. Για ποιον λόγο; 


Για έναν λόγο που μόνο καθηγητές τέτοιου κύρους μπορούν να επισημάνουν: γιατί, λέει...

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΘΝΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: Οι οκτώ Τούρκοι αξιωματικοί και το ελληνικό Σύνταγμα

Ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Αν και ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση χειρίζεται το θέμα των οκτώ Τούρκων αξιωματικών προκαλεί εύλογες απορίες, δεν θα αμφισβητήσω τη νομιμότητα των ενεργειών της.  


Ο νόμος προβλέπει από παλιά τη δυνατότητα του αρμόδιου υπουργού να προσφεύγει εναντίον της χορήγησης πολιτικού ασύλου από την αρμόδια Δευτεροβάθμια Επιτροπή (ενδοστρεφής δίκη). Επομένως, με στενά νομικά κριτήρια, παρότι –εξ όσων γνωρίζω– για πρώτη φορά ασκήθηκε τέτοια προσφυγή, η αντίδραση της κυβέρνησης για τον έναν από τους οκτώ Τούρκους αξιωματικούς που κατέφυγαν στη χώρα μας το πρωί της 16ης/7/2016 δεν ήταν αυθαίρετη. 


Ηταν όμως και αναμενόμενη. Ο κ. Τσίπρας όφειλε να δείξει στον κ. Ερντογάν ότι εξαντλεί όλα τα περιθώρια που ο νόμος τού αναγνωρίζει. Και έπραξε αναλόγως.


Απεναντίας, το στοιχείο που σοκάρει είναι η ηθική ασυνέπεια της κυβέρνησης. Και τούτο, ενόψει των όσων έχει κατά καιρούς δηλώσει για τον εαυτό της και για το ήθος της Αριστεράς. Διότι, όπως ασφαλώς γνωρίζει και ο κ. Τζανακόπουλος, έχοντας παλαιότερα ασχοληθεί με τη φιλοσοφία του δικαίου, το δίκαιο δεν είναι άσχετο με την ηθική.


Από τη σκοπιά μου, θα προσπαθήσω να αναδείξω τη συνταγματική πλευρά της υπόθεσης.  


Το 1975, όταν ψηφιζόταν το ισχύον Σύνταγμα, ο καθηγητής Γ. Α. Μαγκάκης, βουλευτής τότε της Ενώσεως Κέντρου - Νέες Δυνάμεις, πρότεινε να περιληφθεί στο Σύνταγμα διάταξη για όσους διεκδικούν πολιτικό άσυλο στη χώρα μας. Η πρόταση έγινε δεκτή, και το άρθρο 5 παρ. 2 του ισχύοντος Συντάγματος ορίζει: «Απαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας».


Λίγους μόλις μήνες μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το σκεπτικό του αείμνηστου καθηγητή ήταν ξεκάθαρο: όπως τόνιζε στη Βουλή, πρέπει να προβλεφθεί ότι «στην Ελλάδα παρέχεται πολιτικό άσυλο στους διωκόμενους για λόγους πολιτικούς. Η συνταγματική αυτή πρόβλεψη είναι, κύριοι συνάδελφοι, πράξη οφειλόμενης διεθνούς αλληλεγγύης. Οταν ο ελληνισμός και πολλοί διωκόμενοι εγνώρισαν τη διεθνή αλληλεγγύη που εκφράζει ο θεσμός του πολιτικού ασύλου, θα ήταν μεγάλη ασυνέπεια αν η ελληνική πολιτεία, ανασυντασσομένη, δεν προέβλεπε αυτόν τον θεσμό στο Σύνταγμά της» (29/1/1975).


Σήμερα, κύρια πηγή των ρυθμίσεων για το άσυλο, που ισχύουν και στη χώρα μας, είναι βέβαια το διεθνές, καθώς και το ευρωπαϊκό δίκαιο. Προηγείται η Σύμβαση της Γενεύης του 1951, την οποία το Δικαστήριο της Ε.Ε. έχει χαρακτηρίσει «ακρογωνιαίο λίθο» του διεθνούς νομικού συστήματος για την προστασία των προσφύγων. Σε αυτήν (και ένα πρωτόκολλο του 1967) παραπέμπει άλλωστε και το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, ορίζοντας ότι η Ενωση αναπτύσσει κοινή πολιτική στον τομέα αυτό «με στόχο να παρέχεται το κατάλληλο καθεστώς σε οποιονδήποτε υπήκοο τρίτης χώρας χρήζει διεθνούς προστασίας […]» (άρθρο 78 ΣΛΕΕ).


Μα είναι ποτέ δυνατόν, μας είπε προκλητικά ο κ. Ερντογάν προ ημερών στην Αθήνα, να παρέχεται πολιτικό άσυλο σε επίδοξους πραξικοπηματίες; Εφθασε μάλιστα έως το σημείο να διερωτηθεί τι θα έκανε η Τουρκία αν είχαν καταφύγει στο έδαφός της οι τρομοκράτες της Ε.Ο. 17Ν και η Ελλάδα διεκδικούσε την έκδοσή τους.


Σε αυτό το ερώτημα δίνει πειστική απάντηση η 58σέλιδη απόφαση της Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών, που τη νομιμότητά της ήδη αμφισβητεί η κυβέρνηση. Με εισήγηση της κ. Αικατερίνης Κουτσοπούλου, πρωτοδίκου Διοικητικών Δικαστηρίων Ηρακλείου Κρήτης, η τριμελής αυτή επιτροπή έκρινε ότι οι τουρκικές αρχές δεν αποδεικνύουν συγκεκριμένη ανάμειξη του αιτούντος αξιωματικού στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου. Το ελικόπτερο τύπου Σικόρσκι που συγκυβερνούσε δεν έφερε οπλισμό και δεν θα μπορούσε, χωρίς ανεφοδιασμό, να πετάξει από τη βάση του στην Κωνσταντινούπολη στη Μαρμαρίδα, για να μετάσχει στην επιχείρηση δολοφονίας του κ. Ερντογάν, και από εκεί να καταφύγει στην Αλεξανδρούπολη.


Το σχετικό απόσπασμα είναι αποστομωτικό και αξίζει να παρατεθεί: 

Eπιτρέπεται η απαγόρευση πολιτικού κόμματος;

Kαθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Στις συζητήσεις που προκάλεσε η φασιστική δράση της Χρυσής Αυγής έρχεται και επανέρχεται το ερώτημα: ώς πότε η δημοκρατία μας θα ανέχεται τις βίαιες πρακτικές του νεοναζιστικού αυτού κόμματος; Γιατί δεν το θέτει εκτός νόμου;

Δυστυχώς, η σχετική συζήτηση πήρε γρήγορα ηθικές και πολιτικές διαστάσεις. Υπάρχει καλή και κακή βία; Και αν ναι, ποιο είναι το κριτήριο της διάκρισης; Η ιδεολογία όσων την υποστηρίζουν; Το αν αυτή βλάπτει πολλούς ή λίγους; Το αν τους βλάπτει σοβαρά ή όχι; Ή μήπως τα κίνητρα όσων τη μετέρχονται;

Υπό τις σημερινές περιστάσεις, θεωρώ ότι η συζήτηση αυτή δεν έχει νόημα. Σε ένα κράτος δικαίου, όπως ευτυχώς παραμένει ακόμη η Ελλάδα, η βία είναι καταδικαστέα, απ’ οπουδήποτε και αν προέρχεται, όποιο χρώμα και αν έχουν οι σημαίες όσων την υποστηρίζουν. Διότι η δημοκρατία μας θα αυτοκαταργούνταν αν ανεχόταν άλλα μέσα πολιτικής δράσης, εκτός από την ψήφο των πολιτών και από την άσκηση των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει κάθε φιλελεύθερη και δημοκρατική έννομη τάξη. Με άλλα λόγια, με όρους ποινικού δικαίου, η «ευγένεια» των όποιων προθέσεων θα μπορούσε να ληφθεί υπ’ όψιν, όχι βέβαια για τον αποκλεισμό του αδίκου, αλλά το πολύ πολύ ως ελαφρυντική περίπτωση, για την επιμέτρηση της ποινής (άρθρο 84 Π.Κ.).

Γιατί λοιπόν δεν απαγορεύονται κόμματα που όχι μόνο δεν καταδικάζουν τη βία, αλλά τη χρησιμοποιούν συστηματικά, ήδη από σήμερα, ως μέσο πολιτικής δράσης;

Μετά τις φρικαλεότητες του φασισμού και του ναζισμού, τα Συντάγματα πολλών δημοκρατικών χωρών προβλέπουν τη δυνατότητα απαγόρευσης «ανατρεπτικών» κομμάτων, συνήθως με δικαστικές εγγυήσεις. Γνωστότερα από αυτά είναι το γερμανικό και το τουρκικό. Οπως έχει κρίνει το Δικαστήριο του Στρασβούργου, η απαγόρευση αυτή, όταν θεμελιώνεται σε πράξεις και επίσημες διακηρύξεις και όχι σε μεμονωμένα περιστατικά, δεν προσκρούει στη Σύμβαση της Ρώμης (ΕΣΔΑ). Οι Αρχές, πάντως, δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν την ανασύσταση των κομμάτων που απαγορεύτηκαν. Κάτι που λέει πολλά για τη μικρή αποτελεσματικότητα του θεσμού της απαγόρευσης, υπό καθεστώς δημοκρατίας.

Στη χώρα μας, το ισχύον Σύνταγμα δεν προβλέπει τη δυνατότητα να απαγορευθεί πολιτικό κόμμα. Με νωπή τότε ακόμη τη θέση εκτός νόμου του ΚΚΕ για σχεδόν 30 χρόνια, η Νέα Δημοκρατία απέσυρε πρόταση που είχε υποβάλει, στο πρώτο στάδιο της συνταγματικής αναθεώρησης, ακολουθώντας το πρότυπο του άρθρου 21 του γερμανικού Συντάγματος.

Κατά τη σχετική συζήτηση στην ολομέλεια της Βουλής, ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε υποστηρίξει τότε ότι «αρκεί ο ποινικός κώδιξ», ενώ ο Δημ. Τσάτσος, ως εισηγητής της μειοψηφίας, εγκαλούσε την κυβέρνηση ότι «καταλύει το κράτος δικαίου» αφού, με την προτεινόμενη διάταξη, καταργούσε τη διάκριση νομιμότητας και παρανομίας (συνεδρ. 22.4.1975).

Εκτοτε, επικαλούμενοι το ναυάγιο της ανωτέρω πρότασης, οι συνταγματολόγοι συμφωνούν ότι το ισχύον Σύνταγμα αποκλείει το ενδεχόμενο να απαγορευθεί πολιτικό κόμμα, ακόμη με ειδικό νόμο (παρόμοιο π.χ. με τον διαβόητο α.ν. 509/1947).

Στο επιχείρημα αυτό, θα προσέθετα και ένα δεύτερο, πιο ρεαλιστικό: η απαγόρευση της Χρυσής Αυγής με νόμο θα ήταν αλυσιτελής. Διότι οι βουλευτές της, ελλείψει ειδικής συνταγματικής διάταξης για την αυτοδίκαιη έκπτωσή τους (αντίστοιχης με το άρθρο 58 παρ. 6 των Συνταγμάτων της δικτατορίας), δεν θα έχαναν τη βουλευτική τους ιδιότητα. Τούτο σημαίνει ότι θα μπορούσαν να συνεχίσουν το «θεάρεστο» έργο τους και να κατέλθουν στις επόμενες εκλογές με άλλο όνομα, χωρίς καν να χρειαστεί να χρίσουν υποψηφίους τις γυναίκες ή τα παιδιά τους (όπως συνέβη προ ετών στην Τουρκία).

Δεν θα μπορούσα να υποστηρίξω την ανωτέρω θέση ηθικά και πολιτικά, αν η έννομη τάξη μας δεν προέβλεπε άλλους τρόπους για την αμείλικτη δίωξη όσων προσφεύγουν συστηματικά σε πράξεις (πολιτικής) βίας. Με βάση τις διατάξεις του κοινού ποινικού μας δικαίου, οι τελευταίοι θα μπορούσαν να διωχθούν όχι μόνο για αντιποίηση αρχής (άρθρο 175 Π.Κ.), αλλά και για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης (άρθρο 187 Π.Κ.), αφού αποδεδειγμένα όχι μόνον ανέχονται αλλά και επιδιώκουν απρόκλητες σωματικές βλάβες εις βάρος τρίτων, ιδίως μεταναστών, αν και όχι μόνον (άρθρο 310 Π.Κ.). Θα μπορούσαν ακόμη να διωχθούν με βάση τον αντιρατσιστικό ν. 927/1979, οι αξιόποινες πράξεις του οποίου διώκονται πλέον αυτεπαγγέλτως (άρθρο 39 παρ. 4 του ν. 2910/1991).


Πέντε προτάσεις για την αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής

Tων Nικου κ. Aλιβιζατου και Aντωνη Mανιτακη
(Καθηγητών του Συνταγματικού Δικαίου στα Πανεπιστήμια Αθηνών και Θεσσαλονίκης αντιστοίχως.)

Οι υπογράφοντες έχουμε υποστηρίξει με συστηματική αρθρογραφία ότι, σε αντίθεση με την δεκαετία του 1960, δεν είναι οι ανεπάρκειες του Συντάγματος που οδήγησαν τη χώρα στο σημερινό τέλμα. Ως εκ τούτου, η συνταγματική αναθεώρηση δεν αποτελεί προτεραιότητα. Θα μπορούσε το πολύ να λειτουργήσει συμβολικά, σηματοδοτώντας το πέρασμα σε μια καινούργια φάση της μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας. Ομως, κάτι τέτοιο δεν θα αρκούσε από μόνο του για να ξεπεραστεί η κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής. Θα έπρεπε να συνοδεύεται και από μέτρα επί της ουσίας.

Πράγματι, σε επίπεδο κοινής νομοθεσίας, θα μπορούσαν να γίνουν από σήμερα μερικά σημαντικά βήματα για την υπέρβαση μερικών τουλάχιστον από τις πιο χαρακτηριστικές στρεβλώσεις της μεταπολιτευτικής Δημοκρατίας. Μια από αυτές είναι και η αλλοίωση της αντιπροσωπευτικής εντολής, με τη μετάλλαξή της σε σχέση αγοραίας ψηφοθηρικής συναλλαγής. Οι πελατειακές σχέσεις δεν είναι βέβαια καινούργιο φαινόμενο, ούτε αμιγώς ελληνικό. Από τη Μεταπολίτευση, όμως, σε συνδυασμό με τον άκρατο κομματισμό, προσέλαβε ενδημικές διαστάσεις, προκαλώντας την πρωτοφανή κρίση αξιοπιστίας που σήμερα βιώνουμε.

Εκτός από τη ριζική ανανέωση του πολιτικού προσωπικού, η θεσμική αντιμετώπιση αυτής της κρίσης είναι σήμερα όρος για την επιβίωση της κοινοβουλευτικής μας Δημοκρατίας. Η λήψη μέτρων χωρίς χρονοτριβή θα έδειχνε ότι το πολιτικό μας σύστημα δεν είναι αναίσθητο, αλλά εισακούει την κοινωνία και αντιδρά θετικά στην κριτική της. Ταυτόχρονα, θα διέψευδε όσους φρονούν ότι το μόνο που ενδιαφέρει τους πολιτικούς μας είναι η καρέκλα και τα αξιώματα.

Στα μέτρα αυτά περιλαμβάνονται: