"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικo ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΕΝO ΣΟΥΡΓΕΛΟΧΑΝΕΙΟ: Τι να φταίν’ οι υπουργοί;

 

Toυ Πάσχου Μανδραβέλη

Πριν από κάθε ανασχηματισμό αναρωτιόμαστε ποιοι θα γίνουν υπουργοί. Μέχρι και στοιχήματα πέφτουν.

Σπανίως συζητάμε τι θα κάνουν αυτοί που γίνονται υπουργοί. Δεν το κουβεντιάζουμε ούτε καν μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους.

Εντάξει! Υπάρχουν τα ΦΕΚ αρμοδιοτήτων, για τα οποία ενίοτε τσακώνονται όσοι κατέχουν τους θώκους, αλλά αυτά είναι γενικόλογα και τυπικά. Δεν έχουμε κάποια «περιγραφή θέσης» (job description, που λένε και οι Αγγλοσάξονες) για να βρούμε τους καταλληλότερους. Ετσι, μπορεί στην ίδια κυβέρνηση να δούμε να κάθονται στα υπουργικά έδρανα ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος και ο κ. Γεράσιμος Γιακουμάτος. Αυτό έγινε στην αλήστου μνήμης κυβέρνηση του κ. Αντώνη Σαμαρά μετά τον ανασχηματισμό τον Ιούνιο του 2014.

Πριν απ’ όλα πρέπει να δούμε το ισχύον προσοντολόγιο για τις επίζηλες αυτές θέσεις και μετά να αναρωτηθούμε αν και κατά πόσον αυτό ταιριάζει με τις σύγχρονες ανάγκες.

Μέχρι στιγμής ξέρουμε ότι οι υπουργοί επιλέγονται αναλόγως με όσα –γεωγραφικώς ή εσωκομματικώς– φοβάται ο εκάστοτε πρωθυπουργός.

Μετά κρίνονται πόσο καλά τον υπηρετούν. Το πρώτο χαρακτηριστικό ενός υπουργού είναι αυτό που λέει το όνομά του: «δηλώνει την προσφορά υπηρεσίας ή τη βοήθεια σε κάποιον, ενώ έχει και τη σημασία του υπηρετώ, βοηθώ, συντρέχω» (Liddell & Scott). Οσοι νομίζουν ότι τα παραπάνω ρήματα «υπηρετώ, βοηθώ, συντρέχω» έχουν να κάνουν με τον λαό, είναι τουλάχιστον ρομαντικοί.

Το πολύ λογικό καθήκον ενός υπουργού είναι να υπακούει τον πρωθυπουργό.

Σε αυτήν τη διακυβέρνηση δεν αρκεί μόνο αυτό. Πρέπει οι υπουργοί να το δηλώνουν κάθε τόσο. Οφείλουν να τον μνημονεύουν σε κάθε τρεις προτάσεις: «όπως είπε ο κύριος Μητσοτάκης», «όπως ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός» κ.λπ. «Ο πρωθυπουργός παίρνει τις καλύτερες αποφάσεις», είπε ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ κ. Θανάσης Κοντογεώργης (ΕΡΤ, 10.3.2025).

Βεβαίως, γίνονται υπουργικά συμβούλια. Τυπικώς εκεί διατυπώνονται προτάσεις ή αντιρρήσεις, βελτιώνεται το σχέδιο των συμβούλων του πρωθυπουργού, συνδιαμορφώνεται η κυβερνητική πολιτική. Μετά λειτουργεί ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, δηλαδή όλοι οφείλουν να υποστηρίξουν τις δημοκρατικώς ληφθείσες αποφάσεις. Αλλά όσοι νομίζουν ότι στα υπουργικά συμβούλια γίνεται συζήτηση, ή εκφράζονται εναλλακτικές προτάσεις, ανήκουν στη χορεία εκείνων που προείπαμε, των ρομαντικών.

Η χρησιμότητα των υπουργών είναι μελλοντική. Οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες αν κάτι πάει στραβά. Είτε φταίνε είτε φταίει η ασυζήτητη πολιτική.

Σε κάθε ανασχηματισμό δημιουργούνται προσδοκίες. Οχι για το τι θα κάνουν οι υπουργοί, αλλά για το ποιοι θα είναι. «Νέο ξεκίνημα» θα πουν οι κυβερνητικοί, «μία από τα ίδια» θα πουν οι άλλοι.

Σπανίως υπάρχουν εκπλήξεις και ουδέποτε κάποιος ανασχηματισμός άλλαξε το κλίμα. Οι ελπίδες φουντώνουν μόνο κατά τον πρώτο σχηματισμό κάποιας κυβέρνησης. «Αν μπορούσε να φέρει υπουργούς από το εξωτερικό, τότε, πράγματι, ο ανασχηματισμός θα ήταν μια καλή λύση», σάρκασε ο συνάδελφος Κώστας Γιαννακίδης («Τα Νέα», 10.3.2025), αλλά έτσι όπως είναι διαρθρωμένο το πολιτικό σύστημα φοβόμαστε πως το «εξωτερικό», γενικώς, δεν φτάνει. Μια καλή λύση θα ήταν ο πλανήτης Κρύπτον, απ’ όπου κατάγονται ο Σούπερμαν και η Σουπεργούμαν.

Ενας υπουργός καλείται να κάνει τα πάντα και τίποτε συγκεκριμένο.

Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, γιατί αποπέμφθηκε ο κ. Χρήστος Σταϊκούρας. Είχε κάποιους στόχους να υλοποιήσει και δεν τα κατάφερε;

 Δεν ξέρουμε καν αν είχε στόχους. Εκείνα τα γαλάζια ντοσιέ που μοιράστηκαν στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο μπήκαν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Επαιξαν για λίγο στα ΜΜΕ και μετά ουδείς τα ξαναείδε.

Σε λίγο καιρό θα μιλάμε πάλι για…

 

ΝουΔο-γαλαζαίων εθνικών σουργελαράδων κωμωδία

NoυΔο-ΠΑΣΟΚΙΚΑ & ΝουΔοΣΥΡΙΖΑίικα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Ξεβράκωμα γαλαζαίων σουργελαράδων με τα αχτύπητα σκίτσα του Ανδρέα Πετρουλάκη...

 Α) Ο φορών ΠΑΣΟΚικά βρακάκια κάτω από το ΝουΔο-γαλαζαίικο παντελόνι του:

 Β) Οι φορούντες ΣΥΡΙΖΑίικα βρακάκια κάτω από τα ΝουΔο-γαλαζαίικα παντελόνια τους:

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΗΦΗΝΟ-ΑΛΗΤΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η γενιά της Μεταπολίτευσης


 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του Ανδρέα Πετρουλάκη

Είμαι παιδί της Μεταπολίτευσης. Της πιο τυχερής γενιάς του Ελληνισμού από τη μάχη του Ματζικέρτ. Της γενιάς που έζησε στην πληρέστερη και ωριμότερη Δημοκρατία που γνώρισε ο τόπος.

Ημασταν η ηλικία της ευμάρειας, η τελευταία γενιά που είχε τη σιγουριά ότι θα ζήσει καλύτερα από τους γονείς της. Οι περισσότεροι δεν χρειάστηκε να δουλέψουμε για να σπουδάσουμε όπως οι γονείς μας – με τα χρήματα των γονέων μας σπουδάσαμε, με τα χρήματα των παιδιών μας γνωρίσαμε την ευζωία. Ακόμη πληρώνουν.

Οταν ήρθε η χρεοκοπία, οι περισσότεροι από εμάς είχαμε διαγράψει το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής μας διαδρομής, είχαμε αποκτήσει εξωστρέφεια, κοσμοπολιτισμό και είχαμε πετύχει τους περισσότερους στόχους μας. Η κρίση μας βρήκε πενηντάρηδες, στην κορυφή του κάτω μπουκαλιού της κλεψύδρας του πλούτου, πριν η κλεψύδρα αναστραφεί και πέσουν πρώτα στο κενό τα παιδιά μας. Φυσικά για κάποιους ήταν σκληρό, για τους νέους όμως που ξεκινούσαν ήταν σκληρότερο.

Η πτώση της χούντας ήταν μια γιορτή. Μια μέθεξη Δημοκρατίας, χαράς, γλεντιού. Οι άνθρωποι έβγαιναν στους δρόμους με κάθε ευκαιρία, να διαδηλώσουν, να διασκεδάσουν – εμείς τα παιδιά να κοινωνικοποιηθούμε, μετά μια πνιγηρή περίοδο που οι γονείς και οι καθηγητές μας μάς είχαν μεταδώσει τον φόβο για κάτι που δεν καταλαβαίναμε. Τα παιδιά του κέντρου της Αθήνας αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε την ανελευθερία που ζούσε η χώρα με την κατάληψη της Νομικής και φυσικά με το Πολυτεχνείο – φαντάζομαι στην επαρχία ούτε τότε. Γι’ αυτό η γιορτή μας ήταν πιο εκκωφαντική – βιώναμε την ελευθερία χωρίς στην ουσία να ξέρουμε ότι την είχαμε χάσει.

Οι ήρωές μας ήταν οι αγωνιστές του Πολυτεχνείου και του αντιδικτατορικού αγώνα. Και όσοι ενδύθηκαν αυτή την ιδιότητα. Ηταν οι ροκ σταρ της εποχής, τα απόλυτα είδωλα. Και μέσω αυτών μισήσαμε τη χούντα, τους δεσμοφύλακες και τους βασανιστές τους σαν το απόλυτο κακό. Γι’ αυτό υπήρξε και αυτή η επαίσχυντη συλλογική ανοχή στη «17 Νοέμβρη» τα πρώτα χρόνια, τότε που σκότωνε βασανιστές. Είχαμε τον φανατισμό του νεοφώτιστου.

Διαδηλώναμε δίπλα στους αντιστασιακούς και είχαμε την πεποίθηση ότι ταυτιζόμασταν. Οτι συμμετείχαμε κι εμείς σε κάποια μορφή αγώνα. Μαζί τους φυσικά ομογενοποιήθηκαν πολλοί αμέτοχοι, όλων των ηλικιών – αγωνιστές μετά Χριστόν.

Ετσι πέρασαν τα χρόνια και η δική μου γενιά έβγαλε τους περισσότερους αγωνιστές της Δημοκρατίας από οποιαδήποτε άλλη, αφού αγώνας θεωρείτο η συμμετοχή σε διαδηλώσεις, γενικές συνελεύσεις, προεκλογικές συγκεντρώσεις.

Πολλοί ασφαλώς έκρυψαν μέσα στο ξεφάντωμα της Δημοκρατίας την απουσία τους από οποιαδήποτε αντίσταση στη χούντα· άλλωστε οι απόντες ήταν η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων. Αυτοί όμως που δεν μπορούσαν να κρυφτούν από μας ήσαν οι ενήλικοι που ξέραμε. Οι συγγενείς, οι καθηγητές μας.

Ο πατέρας μου ήταν ανώτατος εκπαιδευτικός, μετεκπαίδευε δασκάλους στο Μαράσλειο. Τον είχα ρωτήσει και μου είχε πει, τι ήθελες, να σταματήσουμε να εκπαιδεύουμε δασκάλους και παιδιά;

Τώρα τον καταλαβαίνω, τότε όχι, αλλά τον αγαπούσα πολύ και δεν θέλησα να προχωρήσω.

Στους καθηγητές πάντως ήμουν αμείλικτος, και εγώ και όλοι μας.

Τότε συνέβη κάτι που εκ των υστέρων κατάλαβα ότι ήταν κομβικό γι’ αυτό που στη συνέχεια ονομάσαμε κουλτούρα της Μεταπολίτευσης. Οι καθηγητές έχασαν εξουσία. Εχασαν τον σεβασμό μας. Αλλά και η συμπεριφορά των ίδιων απέναντι στους μαθητές άλλαξε οβιδιακά. Οπως και να το κάνουμε, ήσαν οι φορείς ενός αυταρχικού σχολείου στο οποίο μέχρι τότε υπήρχε άφθονη λεκτική και σωματική βία – αυτή η βία είχε εξαφανιστεί τον Σεπτέμβριο του ’74 που γυρίσαμε στο σχολείο. Οι καθηγητές ήσαν σχεδόν φοβικοί απέναντί μας μην τυχόν και τους παρασύρει το ρεύμα της περίφημης αποχουντοποίησης. Οι ίδιοι υπονόμευσαν το κύρος τους.

Η εκθρόνιση και απομυθοποίηση των καθηγητών μάς έγινε βίωμα. Στη δική μας γενιά άνθησαν στη χώρα μας οι ιδέες της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης κι εμείς μεταδώσαμε στα παιδιά μας, άλλοι ενσυνείδητα, άλλοι όχι, την αμφισβήτηση της εξουσίας του καθηγητή. Για άλλα παιδιά σήμαινε γόνιμη αντιπαράθεση με την καθηγητική αυθεντία, για άλλα όμως έλλειψη σεβασμού στους δασκάλους. Πάντως, η τωρινή ακραία εικόνα παιδιών που δέρνουν καθηγητές υποψιάζομαι ότι έχει το σπέρμα της στη μαζική εκβαράθρωση των καθηγητών που έγινε το ’74.

Οπως και η εικόνα των φοιτητών που χτίζουν καθηγητές υποψιάζομαι ότι έχει μια συγγένεια με τη δουλική συμπεριφορά των χουντικών καθηγητών που επανήλθαν και μας έβαζαν τα πιο εύκολα θέματα για να μη μας θυμώσουν. Μου ενισχύει αυτή την υποψία, της κατάργησης δηλαδή μιας άτυπης ιεραρχίας που κανοναρχούσε επί δεκαετίες την ελληνική κοινωνία, όταν στον στρατό είδα να απαξιώνουν αξιωματικούς με κλάρες στο καπέλο που είχαν υπηρετήσει επί χούντας. Στον στρατό είχε διαβρωθεί η έννοια της ιεραρχίας. Φαντάζομαι και στις υπόλοιπες δομές του κράτους.

Νομίζω ότι όλα αυτά αύξησαν τον βαθμό ανηλικότητας της κοινωνίας μας.

Η Μεταπολίτευση ήταν μια υπερπροστατευτική μαμά που δεν ήθελε να αφήσει τα παιδιά της να μεγαλώσουν με τις δυνάμεις τους στην άγρια πίστα της ζωής και φρόντιζε πάντα να φτιάχνει ένα προστατευτικό κουκούλι γύρω τους.

Ο αντιαυταρχισμός έγινε ιδεολογία, αλλά…

 

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Το ηθικό πλεονέκτημα έγινε ηθικολογικό

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Toυ ΑΝΔΡΕΑ ΠΕΤΡΟΥΛΑΚΗ

 

Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την Μνημονιακή του διακυβέρνηση και κυρίως μετά την αλληλο-αφομοίωσή του με τους ΑΝΕΛ αποχυμώθηκε ιδεολογικά. Και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μετά τις εκλογικές του ήττες δεν κατόρθωσε να επαναδιατυπώσει ένα πειστικό πολιτικό αφήγημα. 

Η απλή αταβιστική μηχανική της διαρκούς οργισμένης αντίθεσης σε ό,τι λέει και κάνει η κυβέρνηση και το μόνιμο άλλοθι της λογοκρισίας του από τη λίστα Πέτσα δεν αποτελεί πολιτική αλλά άρνηση πολιτικής, και γνωρίζουν και οι ίδιοι ότι αυτό δεν θα τους πάει μακριά. Και έτσι βλέπουμε για πρώτη φορά ένα αριστερό κόμμα να αναζητά ύστατο πολιτικό καταφύγιο σε δύο περιοχές πολιτικής υποκουλτούρας που ανήκαν πάντα στην ύλη της Δεξιάς. Τον υπερπατριωτισμό και την ηθικολογία. 

Στα ελληνοτουρκικά δεν ξέρει κανείς αν η στα όρια του εθνικισμού στάση τους αποτελεί εκδίκηση για τη στα όρια της πατριδοκαπηλείας στάση της Νέας Δημοκρατίας στο Μακεδονικό ή αν έχουν απλώς εγκολπώσει την ΑΝΕΛική παρακαταθήκη της εθνικής μισαλλοδοξίας. Πάντως ποτέ στο παρελθόν δεν είχαμε ακούσει από την Αριστερά της συνεννόησης, της καταλλαγής και του πασιφισμού τόσες τουρκοφαγικές φωνές και τόσες κατηγορίες εθνικής μειοδοσίας.  

Η αριστερά ποτέ δεν αμφισβητούσε τον πατριωτισμό των αντιπάλων της· τις κατηγορίες της εθνικής προδοσίας τις άκουγε πάντα εκείνη και η ίδια απεχθανόταν τα πατριδόμετρα. Όμως η φτώχεια παραγωγής πολιτικής σε οδηγεί να αρδεύσεις από τα χαμηλά ένστικτα της κοινωνίας. Ή και τα ακόμα χαμηλότερα

Το ηθικό πλεονέκτημα έγινε στις μέρες μας ηθικολογικό και τώρα η έγνοια τους είναι, όχι να αποδείξουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το κόμμα των καλύτερων λύσεων για την κοινωνία αλλά ότι η Νέα Δημοκρατία είναι το κόμμα των παιδεραστών και διεστραμμένων. 

Αγνοώντας κάθε αρχή που πηγάζει από την παράδοση της ανανεωτικής Αριστεράς που αποστρέφεται τη συλλογική ευθύνη και την κοινωνική ενοχοποίηση, επανέρχεται με ένα καταγγελτικό νεοπουριτανισμό που προέρχεται από τα πιο συντηρητικά, μικροαστικά κύτταρα της κοινωνίας μας κάνοντας πολιτική της κουτσομπόλας της γειτονιάς. Και με την ευκολία που οι δεξιοί παλιά θεωρούσαν συνοδοιπόρους όποιους μιλούσαν σε κομμουνιστές τώρα οι ίδιοι υποψιάζονται για παιδόφιλο όποιον μιλούσε στον Λιγνάδη. 

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι υπόλογος που τοποθέτησε τον Γιώργο Κιμούλη στην Επιτροπή Συνταγματικής Αναθεώρησης επειδή κλωτσούσε ανθρώπους, αλλά επειδή ήταν άσχετος με το αντικείμενο.  

Επίσης δεν είναι υπόλογος που έκανε υφυπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων τον Παύλο Χαϊκάλη γιατί έκανε πρόστυχα τηλεφωνήματα, αλλά επειδή προφανώς δεν είχε τα προσόντα για τη θέση. 

Ο Δημήτρης Λιγνάδης, κατά γενική ομολογία, πληρούσε τις καλλιτεχνικές προϋποθέσεις για να καταλάβει το πόστο του Διευθυντή του Εθνικού και καμιά φωνή δεν ακούστηκε στην αντίθετη κατεύθυνση. Είναι βάσιμο το επιχείρημα ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε επιλεγεί μετά από προκήρυξη της θέσης και κρίση αλλά μια τέτοια διαδικασία επίσης δεν σε διασφαλίζει για την ηθική ακεραιότητα ενός υποψηφίου με λευκό ποινικό μητρώο αφού, ευτυχώς, όταν πρόκειται να καταλάβουμε μια δημόσια θέση δεν μας ψάχνει την ιδιωτική μας ζωή η ΕΥΠ. Ελπίζω δηλαδή. 

Κατά τα λοιπά, στον δημόσιο χώρο είμαστε όλοι καταδικασμένοι να συναλλασσόμαστε με το φωτεινό κομμάτι του άλλου. Είμαστε υποχρεωμένοι να δεχόμαστε την επίσημη ταυτότητά του και να μην κάνουμε υποθέσεις για την ιδιωτική του ζωή. Αυτό έχει και παρενέργειες τύπου Λιγνάδη ασφαλώς, αλλά είναι ο μόνος τρόπος να συνυπάρχουμε χωρίς να κάνουμε κυνήγι μαγισσών. 

Αυτονόητη είναι ασφαλώς η υποχρέωσή μας να καταγγέλλουμε τις παραβατικές συμπεριφορές όπου τις διαπιστώνουμε και αυτό δεν ξέρω αν αφορά κυρίως συναδέλφους του τέως διευθυντή, αδιάφορο δεξιούς ή αριστερούς. 

Επίσης δεν είναι δουλειά μας ούτε να αθωώνουμε ούτε να καταδικάζουμε πολίτες, αυτό είναι δουλειά της Δικαιοσύνης και κανενός υπουργού.  

Αλλά πάει πολύ να υπάρχει τέτοια κακοπιστία και ασέβεια μεταξύ των πολιτικών ώστε...

 

ΣΥΡΙΖΟΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Παρθενορραφή και παρθενογένεση

Oλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι που μαζεύτηκαν τις προάλλες για να εξαγγείλουν τη Γέφυρα με τον ΣΥΡΙΖΑ, ξεκινούν τη φιλότιμη προσπάθειά τους για την πολλοστή ανασύσταση της Κεντροαριστεράς με μία θεμελιώδη αυθαιρεσία. Ανάγουν το Μακεδονικό στο Ιερό Δισκοπότηρο της δημόσιας ζωής χωρίς πειστικές εξηγήσεις γιατί αποτελεί τέτοιας περιωπής θέμα. Δε λέω, πολύ θετικό είναι που λύθηκε, αλλά δεν πρόκειται δα και για το Κυπριακό ή για ένα μείζον ζήτημα Δημοκρατίας, ώστε να δικαιώσουν την προφητεία της κυβέρνησης όταν προέβλεπε ότι αυτό θα αναδιατάξει το πολιτικό σκηνικό. Οντως το αναδιέταξε, αλλά απλώς γιατί ήταν έτοιμο να υποδεχτεί τα δρομολογημένα ατομικά σχέδια ορισμένων βουλευτών. Νομίζω η στάση αυτή αδικεί την προιστορία πολλών της πρωτοβουλίας. Δεν ήσαν μέχρι τώρα οι ίδιοι μονοθεματικοί ακόμα και αν θεωρούν σήμερα ότι η κυβέρνηση είναι.  


Προκαλεί απορία πώς δημόσια πρόσωπα με πολιτική πληρότητα και ολιστική θεώρηση αυτοεγκλωβίζονται και προσπαθούν να καθηλώσουν και τη δική μας σκέψη σε ένα από τα υποσύνολα, όσο θετικό και αν είναι, και να αγνοούν το ζοφερό σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής, λες και πρόκειται για κίνηση μερικού ενδιαφέροντος, όπως το Κόμμα των Κυνηγών, ας πούμε, Οικολόγοι της βορειομακεδονικής πανίδας, «Μακεδονίστας».  


Κι όμως το παρελθόν των ανθρώπων αυτών θα προδίκαζε τελείως άλλη ιεράρχηση στα κριτήρια που αξιολογούν μια Κυβέρνηση. Το τελευταίο που θα περίμενε κανείς θα ήταν να γίνουν χειρουργοί παρθενορραφής μιας τετραετίας που δοκίμασε σκληρά τα παλιά τους προτάγματα, σαν να εμφανίστηκε το Μακεδονικό εν κενώ, να δώσει εξ αρχής ταυτότητα σε ένα κόμμα με δείγμα γραφής δεκαετίας.  


Παρθενορραφή και παρθενογένεση είναι παρθένος σουρεαλισμός. 


 Αλήθεια, αν το θέμα της έκθεσης δεν ήταν το Μακεδονικό αλλά η Δημοκρατία και οι θεσμοί της, τι κόλλα θα παρέδιδαν;  


Τι μέρες θεωρούν ότι διάγει το Κράτος Δικαίου, η Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, η διάκριση των Εξουσιών, η ανοχή στην ελευθερία έκφρασης; 


Αν το ζήτημα ήταν ο ακροδεξιός εθνικισμός, ο λαικισμός, ο ρατσισμός, και η ξενοφοβία, με ποιούς συμμάχους θα έλεγαν ότι μακροημέρευσαν στην εξουσία οι σημερινοί εκλεκτοί τους; 


Αν ήταν το θέμα η Οικονομία τι θα είχαν να πουν για τα υπερπλεονάσματα της σκληρής λιτότητας και για την υπερφορολόγηση μιας κυβέρνησης που πρώτα φρόντισε να πετάξει 100 δισ. από το παράθυρο; 


Αν ήταν η αισθητική της εξουσίας τι σχόλιο θα έκαναν για τη συνύπαρξή τους στο προοδευτικό μέτωπο με προσωπικότητες τύπου Πολάκη, Μεγαλοοικονόμου, Παπακώστα κλπ; 


Ακόμα και αν ήταν η εξωτερική πολιτική το θέμα, θυμούνται τι έγραφαν οι ίδιοι άνθρωποι για τους χειρισμούς της Κυβέρνησης στο Κυπριακό; 


Δεν θα συνεχίσω γιατί ο κατάλογος είναι μακρύς. Τουλάχιστον, ιδιωτικά, τους ζήτησαν καμιά συγγνώμη για τους χαρακτηρισμούς γερμανοτσολιάδες, προδότες και Τσολάκογλου όταν όλοι αυτοί ήταν ακόμα «Μενουμευρωπαίοι», γιατί δημοσίως κανείς δεν έχει ακούσει ένα δράμι αυτοκριτική; 


 Λυπάμαι αλλά οι άνθρωποι μάς προτείνουν...

ΣΥΡΙΖΑΝΕΛέητο ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Πάνος Καμμένος, ειδικότητα ενάγων

Δυσκολεύομαι να γράφω για πράγματα που αναμιγνύομαι προσωπικά αλλά θα κάνω μια εξαίρεση. 


Οταν επρόκειτο να εκδικαστεί για πρώτη φορά η εναντίον μου αγωγή του Πάνου Καμμένου για άρθρο που είχα γράψει στο Protagon, με συγκατηγορούμενούς μου το site και τον Σταύρο Θεοδωράκη, ο Σταύρος Τσακυράκης, ο οποίος από την πρώτη στιγμή είχε σπεύσει αφιλοκερδώς να μου παρασταθεί νομικά, είχε ήδη αρρωστήσει. Ετσι είχαμε αναγκαστεί να ζητήσουμε αναβολή για λόγους υγείας του συνηγόρου. Ο υπουργός Αμυνας προφανώς δεν γνώριζε λεπτομέρειες, άρα ήταν περίπου αναμενόμενη η παρεμπίπτουσα αποστροφή του στη Βουλή: «…και όταν σάς καλεί η Δικαιοσύνη, κύριε Θεοδωράκη, να έχετε το θάρρος να εμφανίζεστε στο δικαστήριο και όχι να κρύβεστε πίσω από ασθένειες δικηγόρων…» 


 Αυτή ήταν μια από τις αναρίθμητες μηνύσεις και αγωγές που είχε καταθέσει εναντίον δημοσιογράφων και πολιτικών ο κ. Καμμένος για διάφορες υποθέσεις που θεώρησε ότι θιγόταν –μάλιστα σε αυτές κατά δημοσιογράφων των «Νέων» και του «Φιλελεύθερου» ζήτησε και αυτόφωρη διαδικασία σύλληψης.  


Πασίγνωστος για την δικομανή ευθιξία του ο ρέκορντμαν των δικαστικών διώξεων υπουργός, είχε γίνει μόνιμος κάτοικος του πινακίου του Πρωτοδικείου και πολιτικό ανέκδοτο για την αγάπη του στα δικαστήρια.  


Προξενεί εντύπωση λοιπόν γιατί απέφυγε να επισκεφθεί τον αγαπημένο του προορισμό με αφορμή την πρόσφατη μήνυση εναντίον του για ψευδή καταμήνυση, των Χάρη Μάκα, Μιράντας Ξαφά και Ηλία Κανέλλη, και γιατί ο ο ίδιος ζήτησε (και πέτυχε) από την Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής (εννοούμε τη ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ πλειοψηφία) τη μη άρση της βουλευτικής του ασυλίας. 






Και αυτή η εντύπωση γίνεται πραγματική απορία αν ανατρέξει κανείς (ενδεικτικά) και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις που ο υπουργός απαρνήθηκε, ενώ είχε την ευκαιρία, την αγαπημένη του Ευελπίδων.  


Οπως σε κάποια μήνυση του Δήμου Καλλιθέας για υπόθεση σκαστών πολεοδομικών παραβάσεων στο κτίριο των γραφείων του κόμματός του (ιδιοκτησίας του πατέρα του), όταν ζήτησε και πέτυχε τη μη άρση της ασυλίας του γιατί οι συγκυβερνήτες του δέχτηκαν ότι επρόκειτο για πολιτική δίωξη (!). 


Οπως σε άλλη μήνυση, του επιχειρηματία Δημήτρη Γιαννακόπουλου, για εξύβριση και συκοφαντική δυσφήμιση από του βήματος της Βουλής, που πάλι έπεισε τους ευαίσθητους σε θέματα βουλευτικών προνομίων συναδέλφους του τού ΣΥΡΙΖΑ ότι το υβρεολόγιο ξεχείλισε στο πλαίσιο της άσκησης των πολιτικών του καθηκόντων.  


Οπως πάλι όταν είχε καταγγείλει την υποτιθέμενη απόπειρα εξαγοράς της βουλευτή του, κυρίας Ξουλίδου, για να μην ψηφίσει Πρόεδρο Δημοκρατίας. Την υπόθεση υποτίθεται ότι γνώριζε από μηνών και κάποιος πολίτης τον πίστεψε και του έκανε μήνυση για παρασιώπηση εγκλήματος. Τότε η φιλική του πλειοψηφία κατάλαβε αυτό που ξέραμε οι υπόλοιποι, ότι η όλη υπόθεση ήταν για γέλια, πάντως εκείνος καλού κακού ζήτησε να μην αρθεί η ασυλία του, μήπως βρεθεί στο δικαστήριο να περιγράφει πώς μας εξαπάτησε προεκλογικά. 


Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία όλο αυτό το περιέγραψε τότε επίσης ως πολιτική δίωξη. 


Οπως πολιτική δίωξη είχε θεωρήσει και τη μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση ενός αστυνομικού που υπηρετούσε στη Χίο, τον οποίο ο κ. Καμμένος κατά την επίσκεψή του στο χοτ-σποτ, είχε περιγράψει από το twitter ως επικεφαλής των αγανακτισμένων πολιτών μαζί με τους νεοναζί και επίσης πράκτορα της ΚΥΠ. Κρύφτηκε πάλι ο υπουργός πίσω από την ασυλία και δεν μάθαμε κι εμείς τι εννοούσε. 


Για να μην ξεχάσουμε και την περίπτωση που δεν επέτρεψε να κινηθεί εναντίον του ο Νόμος περί Ευθύνης Υπουργών, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ καταψήφισε μαζί του το αίτημα της αντιπολίτευσης για σύσταση Προανακριτικής για την περίπτωση των συνομιλιών του με τον ισοβίτη του Κορυδαλλού, με σκοπό να επηρεάσει την κατάθεσή του. Κάτι που επαναλήφθηκε σε παρόμοιο αίτημα των βουλευτών της αντιπολίτευσης, στην υπόθεση της πώλησης πολεμικού υλικού για να βομβαρδίζουν αμάχους οι Σαουδάραβες, με τα 200.000 ορφανά βλήματα και τον μεσάζοντα φάντασμα.


 Δεν βλέπω να διαθέτει και πολύ από αυτό το θάρρος που ζητούσε από τον Σταύρο Θεοδωράκη ο Πάνος Καμμένος στην αντιμετώπιση των κατηγοριών εναντίον του στις δικαστικές αίθουσες – μόνο ως ενάγων κάνει τσαμπουκάδες.  


Λάστιχο οι αρχές του για τα δικαιώματα βουλευτών και πολιτών ενώπιον του Νόμου, παρά τις πάγιες ηθικολογικές του κορώνες για τους πολιτικούς που συγκαλύπτουν τις ανομίες τους κρυπτόμενοι πίσω από το νομικό ακαταδίωκτο. 


Ακόμα εκτατικότερο λάστιχο όμως είναι...

ΝουΔο-ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΑΔΙΚΟ: Σενάριο βωβού κινηματογράφου




«Hξεις αφήξεις ουκ εν τω πολέμω θνήξεις». Ο χρησμός της Πυθίας ήταν το κόμμα, αν έμπαινε μετά το «αφήξεις» ήταν ευοίωνος, αν έμπαινε μετά το «ουκ», θανάσιμος.  


Ένα παρόμοιο κόμμα χάθηκε μέσα στους λαβυρίνθους της ΕΥΠ το 2009, όταν έγινε γνωστό το σχέδιο «Πυθία». Τώρα μαθαίνουμε ότι εξ αρχής είχε διαπιστωθεί από την Υπηρεσία Πληροφοριών ότι το σχέδιο ήταν κατασκευασμένο —η Πυθία είχε πει ότι ο Καραμανλής θα έφευγε ανενόχλητος για τη Ραφήνα, αφέθηκε όμως σκοπίμως να κυκλοφορεί η εκδοχή ότι κάποιοι θέλανε να τον φάνε λάχανο.  


Γιατί;


Σίγουρα υπήρξαν πρόσωπα της ΕΥΠ και πιθανώς της κυβέρνησης που ήξεραν την αλήθεια και δεν μίλησαν.  


Ποια ήταν αυτά;  


Ο Πρωθυπουργός και ο αρμόδιος υπουργός τι πληροφόρηση είχαν; 


Ποιον ωφελούσε η κατασκοπολογία και τα σενάρια Τζον Λε Καρέ που γέμισαν σεντόνια σε εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία, και δημιούργησαν σκηνικό ηρωικής εξόδου ενός ηγέτη που απλώς έφευγε ως αποτυχημένος και μοιραίος; 


Γιατί κανείς δεν διέψευσε επισήμως αυτά τα αποκυήματα φαντασίας (τίνος;), που για πολλά χρόνια έπειθαν αρκετούς ότι μετά από δεκαετίες επανέκαμψαν στη χώρα μας σχέδια πολιτικής δολοφονίας, διότι είχαμε έναν ασυμβίβαστο πρωθυπουργό που έκανε αιρετική πολιτική και συγκρούστηκε με τα κατεστημένα διεθνή συμφέροντα;  


Εντάξει, οι περισσότεροι γελούσαν, πολλοί όμως είναι πάντα πρόθυμοι να πιστέψουν ότι ο κόσμος είναι φτιαγμένος από τα μανιχαϊστικά υλικά των καλών Ρώσων, κακών δυτικών και δουλοπρεπών ή ηρωικών ελλήνων πολιτικών.


Ετσι δημιουργήθηκε η αχλύ ενός μύθου:  


Ο Καραμανλής έφυγε γιατί ενόχλησε. Διότι αμφισβήτησε το παγκόσμιο status των δρόμων της ενέργειας, διότι δεν υπήρξε ο συνήθης βολικός εταίρος των Αμερικανών, διότι έκανε ανεξάρτητη εθνική πολιτική (αυτήν δηλαδή που κάνει κάθε έλληνας πολιτικός που προτιμά τους Ρώσους από τη Δύση). Ο Καραμανλής δεν έφευγε γιατί βούλιαξε την οικονομία με το πρωτοφανές δημοσιονομικό (κρυφό) έλλειμμα 15,6%, δεν έφευγε γιατί εκτόξευσε το χρέος σε δυσθεώρητα ύψη με 120 δισ. δάνεια σε πέντε χρόνια, δεν έφευγε γιατί προσλάμβανε δημοσίους υπαλλήλους σαν να μην υπάρχει αύριο, δεν έχανε πανηγυρικά με 10 μονάδες — αποχωρούσε ηρωικά σαν τον Βενιζέλο, με τις σφαίρες να τον περιμένουν στη γωνία. Και για αυτό το λόγο εχρίσθη εις το διηνεκές εθνική εφεδρεία.


Βοήθησε ασφαλώς και το γεγονός ότι στα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση του άρχισε να αναδύεται με ορμή μια Ελλάδα ευεπίφορη στους μύθους, τη συνωμοσιολογία, το σύνδρομο καταδίωξης, τον κρατικισμό, τον αντιδυτικισμό και τη ρωσοφιλία, ένα ρεύμα που γιγάντωσε δύο κόμματα κρυφούς και φανερούς θαυμαστές του Καραμανλή. Το σενάριο του ασυμβίβαστου που έχασε γιατί συγκρούστηκε συντηρήθηκε από αυτό το κλίμα, και με τον καιρό έγινε το κλασικό αντιπαράδειγμα στους Κουίσλινγκ νεοφιλελεύθερους.


Τώρα όμως κάποιοι από τους βωβούς οφείλουν εξηγήσεις. 


Ποιοι γνώριζαν την αλήθεια για το κινηματογραφικό σχέδιο δολοφονίας και γιατί...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Aλμα επί πτυχίω

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


Παλιά υπήρχε ένας χαμηλής περιωπής ποδοσφαιρικός θεσμός, το Βαλκανικό Κύπελλο, στο οποίο έπαιρναν μέρος μεσαίες ομάδες ορισμένων Βαλκανικών χωρών. Κάποτε είχε φτάσει στον τελικό ο Πανιώνιος, και θυμάμαι τη μεγάλη έκπληξη του Βρετανού προπονητή του, νομίζω ήταν ο Τζο Μάλετ, όταν τον πολιόρκησαν μαμάδες νεαρών αναπληρωματικών να βάλει τα βλαστάρια τους να παίξουν στον τελικό, έστω 2 λεπτά, για να περάσουν χωρίς εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο. Φαντάζομαι το ίδιο πράμα έχει γίνει πολλές φορές σε συλλόγους και μικρές Εθνικές, αλλά και σε άλλα αθλήματα, ακόμα και για ασήμαντες, για τους μη ρέκτες, διεθνείς διακρίσεις.



Παρακολούθησα αυτές τις μέρες τις σφοδρές και σχεδόν ομόθυμες αντιδράσεις που ξεσήκωσε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο θεώρησε αντισυνταγματική την πριμοδότηση των αθλητών για τις Πανελλαδικές, και λυπάμαι να πω ότι δεν συμφωνώ μαζί τους. Ακουσα με προσοχή πολλούς συμπαθείς και μετριοπαθείς ανθρώπους του αθλητισμού, που μιλούσαν για εξοντωτικό χτύπημα στον αθλητισμό ή καταδίκη των αθλητών σε αμορφωσιά, αλλά χωρίς πειστικά επιχειρήματά για την αναγκαστική σύνδεση της επαγγελματικής άθλησης με τη μόρφωση – απλώς τη θεωρούσαν αυτονόητη. Ομως δεν νομίζω ότι είναι και μάλιστα σε τέτοια κλίμακα.


Είναι γεγονός ότι τα προνόμια των πρωταθλητών έχουν περικοπεί σε σχέση με το παρελθόν, και καλώς


Ειδικά η αυτόματη τοποθέτηση των Ολυμπιονικών στις Ενοπλες Δυνάμεις ως αξιωματικών ήταν απαράδεκτη για μη κομμουνιστική χώρα


Λες όμως ότι οι θρίαμβοί τους αφορούσαν τους περισσότερους Ελληνες, και ο συλλογικός ενθουσιασμός για τις επιτυχίες τους δικαιολογούσε ίσως ένα αντίδωρο της κοινωνίας για τη χαρά που της έδιναν. Να κατανοήσει λοιπόν κανείς ορισμένες παροχές για υψηλού επιπέδου αθλητές – εδώ όμως βλέπουμε ότι υπάρχουν προνόμια και για επιτυχίες που οι περισσότεροι δεν τις πληροφορούνται καν.



Δεν είναι μόνο ο πρωταθλητισμός η παράλληλη με το σχολείο ενασχόληση που μπορεί να επιλέγει ένα παιδί. Γιατί λοιπόν να μην πριμοδοτείται ένα παιδί που έχει πάθος με το υποβρύχιο ψάρεμα, τη φωτογραφία ή το μπριτζ; 


 Ακριβώς γιατί το χόμπι του δεν ενδιαφέρει την κοινωνία. Αρα μόνο πολύ ισχυρός αντίκτυπος στην κοινωνία μπορεί να ισορροπήσει κάποια μικρά κίνητρα. Και σίγουρα όχι τη μοριοδοτηση στις Πανελλάδικές. Δεν είναι δυνατόν να στερείται η θέση από έναν άλλο μαθητή στο κλειστό σύστημα εισαγωγικών που έχουμε στη χώρα μας, ως τιμωρία γιατί δεν έχει και αθλητικό ταλέντο να συνεισφέρει στην εκπαιδευτική του επιτυχία.  


Το κάθε παιδί κάνει τις επιλογές του και πρέπει να διδαχθεί ότι αυτές έχουν κόστος που πρέπει να καταβάλει – οι παράλληλοι δρόμοι δεν γίνεται να τέμνονται.



Η Κατερίνα Στεφανίδου, μια συμπαθέστατη κοπέλα και ασφαλώς μεγάλη αθλήτρια, αντέδρασε έντονα στην κατάργηση της πριμοδότησης στις Πανελλαδικές.  


Πώς θα της φαινόταν αν...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι Κατσίκηδες είναι ανίκητοι



Δεν είναι λάθος να υποθέσουμε ότι στη χώρα που η Χρυσή Αυγή έχει ακουμπήσει διψήφιο ποσοστό, που ένα 27% πιστεύει ότι μας ψεκάζουν και η πλειοψηφία θεωρεί ότι η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ωφέλησε τους Ευρωπαίους και όχι εμάς, θα υπάρχει και μια αξιοσέβαστη μερίδα πολιτών που θα συμφωνεί με τον κ. Κατσίκη.


Ή μάλλον, για να το θέσω διαφορετικά, ο βουλευτής των ΑΝ.ΕΛ. θα υπέθεσε ότι το ποσοστό των ψηφοφόρων που θα σκέφτονται «φέρτε πίσω τα παιδιά μας και ποιος νοιάζεται για τους οκτώ Τούρκους» θα είναι σίγουρα υψηλό και άκρως αξιοποιήσιμο.


Όποιος προλάβει πρώτος να καταγραφεί ως εκφραστής του, και τα υπόλοιπα τα βρίσκουμε. 


Μη νομίζουμε λοιπόν ότι πρόκειται για έναν αφελή, αστοιχείωτο βουλευτή (είναι δεν είναι νομικός) που αγνοεί θεμελιώδεις κανόνες του Κράτους Δικαίου – άριστα γνωρίζει τι τερατώδες εκστόμισε, όπως άριστα γνωρίζει τον βαθμό ανορθολογισμού που επικρατεί σε ένα κομμάτι της κοινωνίας, το οποίο θα σπεύσει να ταυτιστεί μαζί του.


Δεν είναι πρωτοφανές, το αντίθετο, είναι κλασικό φαινόμενο. Διάφοροι βουλευτές κατά καιρούς βγαίνουν πουρνό πουρνό στα κανάλια για να πετάξουν τη λαϊκίστικη, ρατσιστική, σεξιστική, αντιευρωπαϊκή, μισαλλόδοξη, σκοταδιστική παρόλα τους και αφού εισπραχθεί από το υπαρκτό ακροατήριό της και κάνει τη δουλειά της, μετά δεν έχουν κανένα πρόβλημα στις αναξιοπρεπείς ανασκευές και στα αντιφατικά αλαμπουρνέζικα που δεν βγάζουν νόημα, όπως έγινε τώρα.


Είναι σίγουρο ότι οι ακαταλαβίστικες διευκρινίσεις του κ. Κατσίκη περνούν άγραφες, αυτό που μένει είναι ότι μόνο αυτός τόλμησε να αρθρώσει το αυτονόητο για πολλούς, της χωρίς δεύτερη συζήτηση, δηλαδή, ανταλλαγής των δύο Ελλήνων με τους οκτώ Τούρκους.


Είναι από τις αναπόφευκτες παθογένειες της Δημοκρατίας μας που γίνονται συχνότερες και πιο επιβλαβείς σε περιόδους πολιτικής ρηχότητας, όπως η τωρινή:  


Κάποια δημιουργήματα της εκλογικής συγκυρίας, συνήθως υποψήφιοι μικρών κομμάτων, που με λίγες ψήφους συναντούν ανέλπιστα το όνειρό τους και μετά το μόνο τους μέλημα είναι να το ζήσουν όσο μπορούν περισσότερο.


Ακόμα και αν χρειαστεί να προκαλέσουν μεγάλο θέμα στην εξωτερική πολιτική της χώρας και να γίνουν πρωτοσέλιδα στον τουρκικό Τύπο – τι νομίζετε, ότι στενοχωρήθηκε που έγινε διεθνής φίρμα; 


Το ίδιο είχε γίνει και με τον πατέρα τού κ. Κατσίκη – από καπρίτσιο του εκλογικού συστήματος το ’90 είχε εκλεγεί ο μοναδικός βουλευτής της ΔΗΑΝΑ, του κόμματος του Κωστή Στεφανόπουλου, χωρίς να έχει εκλεγεί ο αρχηγός του, και απέκτησε την ίδια ασύμμετρη δύναμη που έχει τώρα και ο γιος του καθώς έγινε αμέσως ο 151ος βουλευτής του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Εκείνη η κυβέρνηση είχε πέσει από έναν παρόμοιο Κατσίκη του Κιλκίς, που επίσης επιθυμούσε να διαμορφώσει την εξωτερική πολιτική της χώρας.


Οι Κατσίκηδες είναι ανίκητοι, ειδικά αν...

ΣΥΡΙΖΟΦΑΣΙΣΤΑΡΑΔΙΚΟ: Κρατική λογοκρισία

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


Tην τελευταία φορά που είχαμε ακούσει ότι ο υπουργός Διαστήματος πρωτοστάτησε στη δημιουργία δημοσιογραφικού portal ήταν όταν ο δημοσιογράφος Aρης Δαβαράκης παραδέχτηκε ότι τo τότε επιτελικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ της αντιπολίτευσης, του είχε αναθέσει να στήσει ένα portal για λογαριασμό του κόμματος, με μανδύα ανεξάρτητου μέσου. Μάλιστα οι πληρωμές γίνονταν με μαύρα χρήματα για να μην υπάρχουν προφανώς αποδείξεις διασύνδεσης.


Δεν θα το μαθαίναμε ποτέ, φυσικά, αν ο δημοσιογράφος δεν αποφάσιζε να το αποκαλύψει, και ασφαλώς δεν γνωρίζουμε ούτε τώρα σε πόσα ακόμα τέτοια εγχειρήματα είναι ανακατεμένος ο Νίκος Παππάς.


 Για το θέμα ο υπουργός δεν έδωσε ποτέ καμία απάντηση, γνωρίζοντας ασφαλώς ότι θα προκαλούσε ανταπάντηση και μεγαλύτερη διασπορά της είδησης, και άφησε την καταγγελία να πνιγεί στο νέφος της νέας επικαιρότητας. Σοφή τακτική.


Σήμερα είναι έτοιμος να επιχειρήσει το δεύτερο (;) (τρίτο; τέταρτο; ποιoς μπορεί να γνωρίζει;) διάβημά του στον ίδιο χώρο, με κρατική υπόσταση αυτήν τη φορά. Ο κ. Παππάς εξήγγειλε ότι, σε συνεργασία με επαγγελματικές ενώσεις του Τύπου, θα δημιουργήσει portal που θα απασχολεί δημοσιογράφους των οποίων ο ρόλος θα είναι να συλλαμβάνουν τα fake news. Μάλιστα έχει προχωρήσει σε συνεννοήσεις με τα μεγαθήρια του Διαδικτύου, Facebook και Google, να συνεργαστούν στην καταπολέμησης της διάδοσης ψευδών ειδήσεων. Δηλαδή όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι που θα διαλέξει ο υπουργός Γαλαξία θα είναι επιφορτισμένοι με τη διασταύρωση των ειδήσεων που γράφουν επαγγελματίες δημοσιογράφοι με την υπογραφή τους από κάτω, που παραδοσιακά μέχρι τώρα στις δυτικές δημοκρατίες ελέγχονται από το κοινό τους και μόνο. Τώρα όμως θα τους ελέγχουν κάποιοι, κομματικοί προφανώς, δημοσιογράφοι (συγγνώμη, δεν γνωρίζουμε άλλο κριτήριο που κάνουν προσλήψεις), καθώς και ορισμένοι επιχειρηματίες των μέσων μαζικής δικτύωσης, του βασιλείου δηλαδή της ανωνυμίας όπου τα fake news κάνουν καθημερινό πάρτι.


Ας μας εξηγήσει ο υπουργός Σύμπαντος, πώς θα χειριστεί το portal του την είδηση που έγραψε πρωτοσέλιδα η «Αυγή» ότι τον Αύγουστο θα έχουμε καθαρή έξοδο από τα μνημόνια; Θα ανατρέξει σε ξεκάθαρες δηλώσεις ανωτάτων αξιωματούχων των δανειστών ότι η ελληνική οικονομία θα είναι υπό επιτροπεία μέχρι να αποπληρωθεί το 75% του χρέους, που αποδεικνύουν ότι πρόκειται για καραμπινάτο fake new; Ή αντιθέτως θα καταγγείλει για διασπορά ψευδών ειδήσεων τις εφημερίδες της αντιπολίτευσης που θα γράφουν τις δηλώσεις αυτές; 


Δεν έχει τέλος αυτό το πανηγύρι.  


Η ελευθεροτυπία και η ελευθερία της έκφρασης είναι δύσκολα αθλήματα, πόσο μάλλον αν μιλάμε για ανθρώπους που δεν τα θεωρούν θεμελιώδη συστατικά του πολιτεύματος


Είναι προφανές ότι ο άνθρωπος...

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Η απίστευτη ιστορία του Μπέντζαμιν Σύριζα



Ο Μπέντζαμιν Μπάτον είναι ένα κινηματογραφικός ήρωας που γεννήθηκε γέρος και έζησε τη ζωή του περπατώντας αντίστροφα το χρόνο προς τη νεότητά του. Κάτι σαν άνθρωπος χωρίς μέλλον εξ αρχής, αφού μπροστά του είχε να διανύσει μόνο το δρόμο προς το παρελθόν, αλλά και χωρίς παρελθόν, γιατί η ώριμη ζωή του δεν εμπεριείχε την εμπειρία της διαδρομής προς τον γερασμένο εαυτό του. 


Αν σας θυμίζει κάτι στα πολιτικά μας πράγματα έχετε δίκιο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας Μπένζταμιν Μπάτον της πολιτικής.


Ενα γερασμένο κόμμα χωρίς παρελθόν. Το κοινό παρελθόν το έχει πάρει ολόκληρο ο Γλέζος και Λαφαζάνης με τους συντρόφους τους και το κουβαλάνε με συνέπεια στον δρόμο που όλοι μαζί βάδιζαν μέχρι τότε. Οπως έχει παραδεχτεί και ο Αλέξης Τσίπρας το κόμμα αυτό που ξέραμε μέχρι το 2015 δεν υπάρχει πια, τίποτα στην σημερινή προχωρημένη ηλικία του δεν θυμίζει ότι έρχεται από ένα οποιοδήποτε δρόμο και μεταφέρει μια οποιαδήποτε εμπειρία πίστης, ιδεολογίας, κουλτούρας.


Αριστερό κόμμα δεν είναι. Τα αριστερά κόμματα δεν εξανεμίζουν συντάξεις και μισθούς, δεν επιβάλλουν αιματηρή λιτότητα, δεν εκπλειστηριάζουν τα σπίτια του κοσμάκη, δεν υποθηκεύουν την εθνική περιουσία, δεν δίνουν μπιρ παρά τις τράπεζες σε ξένους τοκογλύφους, δεν τσουβαλιάζουν μετανάστες σαν ζώα σε παγωμένες σκηνές, δεν κατεβάζουν τα ΜΑΤ να δέρνουν συνταξιούχους.


Δεξιό κόμμα αρνούνται ότι είναι, και μάλλον έχουν δίκιο, παρά τα τακίμια τους με τους ακροδεξιούς και τις αγάπες τους με την Εκκλησία και τα στρατά. Ολημερίς βρίζουν το σύστημα, την Ευρώπη, τον φιλελευθερισμό, τις αστικές αξίες και τους θεσμούς της Δημοκρατίας που τα δεξιά κόμματα σέβονται. 


Είναι κόμμα μετέωρο στον χρόνο και τον πολιτικό χάρτη.


Ετσι κάνουν το μόνο που τους μένει, να έχουν μονίμως το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν, των άλλων, αφού αυτοί δεν έχουν, γιατί αυτό είναι το δικό τους μέλλον –η μοίρα τους είναι να βαδίζουν αντίστροφα από τους άλλους στη ροή του χρόνου. 


Γι’ αυτό ασχολούνται με κακοδαιμονίες των προηγούμενων 30 χρόνων αντί να ενδιαφέρονται για το αύριο του τόπου. 


 Γι’ αυτό τους ακούμε να επιστρέφουν εμμονικά στα χρόνια της Χούντας και να κάνουν ξαφνικά μνεία της ταράτσας της Νομικής και των κρατητηρίων της Μπουμπουλίνας όταν εμείς μιλούμε για την αγωνία του μέλλοντός μας – δεν είναι ούτε από νοσταλγία ούτε για φόρο τιμής, είναι ο πραγματικός χρόνος του Μπέντζαμιν.


Για αυτό μιλούν αίφνης, χωρίς πραγματική αφορμή, για τις διώξεις, τις δίκες, τις φυλακίσεις, και τη φρίκη του μετεμφυλιακού κράτους όταν ο υπόλοιπος κόσμος ζει 60 χρόνια μετά – είναι που ο Μπέντζαμιν συνεχίζει να μικραίνει. 


Και τώρα έχουν φτάσει στον Εμφύλιο και ο πεισιθανάτιος λόγος τους στο απώγειο. Μιλούν σε μία ειρηνική δημοκρατική χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης για το άδικο αίμα που χύθηκε σε εποχές που όλοι θέλουμε να ξεχάσουμε, μιλούν, σαν να αφορούν το σήμερα, για τις πληγές που η Δημοκρατία μας με κόπο και ωριμότητα επούλωσε, απλώς γιατί ο Μπέντζαμιν έφτασε ήδη στη δεκαετία του ’40. 


Μιλούν για τον Εμφύλιο γιατί ζουν στον Εμφύλιο, γιατί στην ουσία δεν αναγνωρίζουν στον εαυτό τους καμία υπόσταση έξω από αυτόν.


Και επειδή...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΑΝΕΛέητα ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ου γαρ οίδασι τι πίνουσι και δεν μας δίνουσι



Δείτε το κι έτσι, και ίσως καταλάβετε γιατί καταλήγω στην κατανόηση, και δι αυτής στη συμπόνια.


Εμείς οι παλιοί Βενιζελικοί είμαστε ανέκαθεν επαγγελματίες διωκόμενοι, κατά κάποιο τρόπο κατηγορούμενοι. Χιλιάδες και χιλιάδες έχουμε κάτσει στο σκαμνί, έχουμε διωχθεί, δαρεί, ανασκολοπισθεί, σκοτωθεί, έφτανε μια απόφαση του Βασιλικού Επιτρόπου, του αυλάρχη, του μοναρχοφασίστα τραμπούκου για να μας κάτσουν στο σκαμνί, να μας στήσουν δολοφονική απόπειρα στην Κηφισίας στην οποία τραυματίστηκε η γυναίκα μας, να να μας στείλουν εξορία στο Παρίσι και να προσπαθήσουν να μας δολοφονήσουν και εκεί- τους καταλαβαίνουμε. Τα τσιράκια του γερμανόφιλου βασιλιά, οι κατσαπλιάδες του γερμανόφιλου Μεταξά, η ακροδεξιά κάστα μέχρι τις μέρες μας μας μισούσε πάντα, έχουν αιώνιο κόμπλεξ απέναντί μας γιατί μας δικαίωσε η Ιστορία εμάς τους Βενιζελικούς και πάντα είχαμε και το ηθικό πλεονέκτημα.


Τουτων δοθέντων μπορείς να πεις ότι είμαστε η παράταξη των διωκομένων. Από το Θέρισο ακόμα τους είχαμε απέναντι τους μοναρχικούς χωροφύλακες, τότε που λύσαξαν με τον γερμανόφιλο Πρίγκιπα Αρμοστή να μας λιώσουν – αλλά τους διώξαμε ηρωικά απο την Κρήτη. Και μετά που ήρθαμε στην Αθήνα να σώσουμε τη χώρα, οι ακροδεξιοί γερμανόφιλοι Ράλληδες και Θεοτόκηδες έστελναν τους τραμπούκους τους γιατί φοβήθηκαν ότι χάνουν την εξουσία οι ελίτ. Και την ώρα που εμείς λιώναμε τις αρβύλες μας στο Μπιζάνι, το Κιλκίς και το Λαχανά, άλλοι έλιωναν τα παντελόνια τους στα σαλόνια και στα σκαλιά των Ανακτόρων. Την ώρα που εμείς διπλασιάζαμε τη χώρα αυτοί μηχανορραφούσαν εναντίον εμάς των Βενιζελικών. Την ώρα που εμείς φτιάχναμε την Ελλάδα των δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών αυτοί έβαζαν τους παπάδες τους να μας αφορίσουν και μας έριχναν το λίθο του αναθέματος στο Πεδίο του Άρεως. Τι περάσαμε δεν λέγεται. Αλλά αυτή η μεγάλη παράταξή μας των Βενιζελικών έμεινε όρθια. Αυτό είναι το μεγαλέιο της.


Ελάτε τώρα στη θέση τους. Των απέναντι. Της ελίτ που ανέδειξε χωροφύλακες, ασφαλίτες, χαφιέδες, εισαγγελείς, υπουργούς, μητροπολίτες, στυλοβάτες του μοναρχικού καθεστώτος, απηνείς διώκτες κάθε ανατρεπτικού, δημοκρατικού, φιλελεύθερου, βενιζελικού στοιχείου, της ελίτ που μας μπαγλάρωνε στο όνομα του γερμανόφιλου παλατιού, ξαφνικά βρέθηκε απέναντι από τα Ανάκτορα, στην Πλατεία των αγανακτισμένων, όλοι οι ακροδεξιοί μαζεμένοι μαζί με κάτι αριστερούς, προδομένοι από τους φίλους τους τους Γερμανούς που πιά ήταν δικοί μας φίλοι. Πώς να το πιείς αυτό το ποτήρι, πώς να τον αντέξεις αυτόν τον καημό;  


Πρωτοφανές. Ανήθικο. Εδώ μιλάμε για βωμούς και εστίες αν με εννοείτε. Γύρισαν τα πόδια να χτυπήσουν το κεφάλι. Οι γερμανόφιλοι ήμασταν πια εμείς και αυτοί αναγκάστηκαν να γίνουν ένα με τους αριστερούς.


Ε, δικαιούνται, λοιπόν, να είναι και έκπληκτοι, και κατάπληκτοι, και απόπληκτοι, μπροστά σε τέτοια ανατροπή. Δικαιούνται και να κλάψουν, και να βρίσουν, και να απειλήσουν και να τσιρίξουν, και να πουν ψέματα, μπροστά σε τέτοιο διασυρμό. Τους Γερμανούς που τούς είχαν κληροδοτήσει οι βασιλιάδες τους και οι δικτάτορές τους τους υφαρπάσαμε εμείς, οι Βενιζελικοί, και αφήσαμε σ’ αυτούς αμανάτι τους κομμουνιστές που πάντα μισούσαν. Και οι Αριστεροί αναγκάστηκαν να ξεπουλήσουν την αξιοπρέπεια του κυνηγημένου και να γίνουν αδέρφια με τους ακροδεξιούς θύτες τους, για να απολαμβάνουν όλοι μαζί την αξιοπρέπεια του κυνηγού. Ετσι η αξιοπρέπεια του κυνηγημένου έμεινε μόνο σε μας τους Βενιζελικούς. Όπερ έδει δείξαι.


Δικαιούνται, για να το πω πιο απλά οι ακροδεξιοαριστεροί να μην είναι αξιοπρεπείς, να στήνουν κρεμάλες στο Σύνταγμα, να ουρλιάζουν υστερικά, να βρίζουν χυδαία, να λένε ασύστολα ψέμματα, να...