ΝουΔο-γαλαζαίικo ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΕΝO ΣΟΥΡΓΕΛΟΧΑΝΕΙΟ: Τι να φταίν’ οι υπουργοί;
— Ανδρέας Πετρουλάκης (@anpetroulakis) March 15, 2025
Πριν από κάθε ανασχηματισμό αναρωτιόμαστε ποιοι θα γίνουν υπουργοί. Μέχρι και στοιχήματα πέφτουν.
Σπανίως συζητάμε τι θα κάνουν αυτοί που γίνονται υπουργοί. Δεν το κουβεντιάζουμε ούτε καν μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους.
Εντάξει! Υπάρχουν τα ΦΕΚ αρμοδιοτήτων, για τα οποία ενίοτε τσακώνονται όσοι κατέχουν τους θώκους, αλλά αυτά είναι γενικόλογα και τυπικά. Δεν έχουμε κάποια «περιγραφή θέσης» (job description, που λένε και οι Αγγλοσάξονες) για να βρούμε τους καταλληλότερους. Ετσι, μπορεί στην ίδια κυβέρνηση να δούμε να κάθονται στα υπουργικά έδρανα ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος και ο κ. Γεράσιμος Γιακουμάτος. Αυτό έγινε στην αλήστου μνήμης κυβέρνηση του κ. Αντώνη Σαμαρά μετά τον ανασχηματισμό τον Ιούνιο του 2014.
Πριν απ’ όλα πρέπει να δούμε το ισχύον προσοντολόγιο για τις επίζηλες αυτές θέσεις και μετά να αναρωτηθούμε αν και κατά πόσον αυτό ταιριάζει με τις σύγχρονες ανάγκες.
Μέχρι στιγμής ξέρουμε ότι οι υπουργοί επιλέγονται αναλόγως με όσα –γεωγραφικώς ή εσωκομματικώς– φοβάται ο εκάστοτε πρωθυπουργός.
Μετά κρίνονται πόσο καλά τον υπηρετούν. Το πρώτο χαρακτηριστικό ενός υπουργού είναι αυτό που λέει το όνομά του: «δηλώνει την προσφορά υπηρεσίας ή τη βοήθεια σε κάποιον, ενώ έχει και τη σημασία του υπηρετώ, βοηθώ, συντρέχω» (Liddell & Scott). Οσοι νομίζουν ότι τα παραπάνω ρήματα «υπηρετώ, βοηθώ, συντρέχω» έχουν να κάνουν με τον λαό, είναι τουλάχιστον ρομαντικοί.
Το πολύ λογικό καθήκον ενός υπουργού είναι να υπακούει τον πρωθυπουργό.
Σε αυτήν τη διακυβέρνηση δεν αρκεί μόνο αυτό. Πρέπει οι υπουργοί να το δηλώνουν κάθε τόσο. Οφείλουν να τον μνημονεύουν σε κάθε τρεις προτάσεις: «όπως είπε ο κύριος Μητσοτάκης», «όπως ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός» κ.λπ. «Ο πρωθυπουργός παίρνει τις καλύτερες αποφάσεις», είπε ο υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ κ. Θανάσης Κοντογεώργης (ΕΡΤ, 10.3.2025).
Βεβαίως, γίνονται υπουργικά συμβούλια. Τυπικώς εκεί διατυπώνονται προτάσεις ή αντιρρήσεις, βελτιώνεται το σχέδιο των συμβούλων του πρωθυπουργού, συνδιαμορφώνεται η κυβερνητική πολιτική. Μετά λειτουργεί ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός, δηλαδή όλοι οφείλουν να υποστηρίξουν τις δημοκρατικώς ληφθείσες αποφάσεις. Αλλά όσοι νομίζουν ότι στα υπουργικά συμβούλια γίνεται συζήτηση, ή εκφράζονται εναλλακτικές προτάσεις, ανήκουν στη χορεία εκείνων που προείπαμε, των ρομαντικών.
Η χρησιμότητα των υπουργών είναι μελλοντική. Οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες αν κάτι πάει στραβά. Είτε φταίνε είτε φταίει η ασυζήτητη πολιτική.
Σε κάθε ανασχηματισμό δημιουργούνται προσδοκίες. Οχι για το τι θα κάνουν οι υπουργοί, αλλά για το ποιοι θα είναι. «Νέο ξεκίνημα» θα πουν οι κυβερνητικοί, «μία από τα ίδια» θα πουν οι άλλοι.
Σπανίως υπάρχουν εκπλήξεις και ουδέποτε κάποιος ανασχηματισμός άλλαξε το κλίμα. Οι ελπίδες φουντώνουν μόνο κατά τον πρώτο σχηματισμό κάποιας κυβέρνησης. «Αν μπορούσε να φέρει υπουργούς από το εξωτερικό, τότε, πράγματι, ο ανασχηματισμός θα ήταν μια καλή λύση», σάρκασε ο συνάδελφος Κώστας Γιαννακίδης («Τα Νέα», 10.3.2025), αλλά έτσι όπως είναι διαρθρωμένο το πολιτικό σύστημα φοβόμαστε πως το «εξωτερικό», γενικώς, δεν φτάνει. Μια καλή λύση θα ήταν ο πλανήτης Κρύπτον, απ’ όπου κατάγονται ο Σούπερμαν και η Σουπεργούμαν.
Ενας υπουργός καλείται να κάνει τα πάντα και τίποτε συγκεκριμένο.
Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, γιατί αποπέμφθηκε ο κ. Χρήστος Σταϊκούρας. Είχε κάποιους στόχους να υλοποιήσει και δεν τα κατάφερε;
Δεν ξέρουμε καν αν είχε στόχους. Εκείνα τα γαλάζια ντοσιέ που μοιράστηκαν στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο μπήκαν στο χρονοντούλαπο της Ιστορίας. Επαιξαν για λίγο στα ΜΜΕ και μετά ουδείς τα ξαναείδε.
Σε λίγο καιρό θα μιλάμε πάλι για…
ΝουΔο-γαλαζαίων εθνικών σουργελαράδων κωμωδία
— Ανδρέας Πετρουλάκης (@anpetroulakis) January 31, 2025
— Ανδρέας Πετρουλάκης (@anpetroulakis) January 31, 2025
— Ανδρέας Πετρουλάκης (@anpetroulakis) January 20, 2025
— Ανδρέας Πετρουλάκης (@anpetroulakis) January 31, 2025
— Ανδρέας Πετρουλάκης (@anpetroulakis) January 26, 2025
NoυΔο-ΠΑΣΟΚΙΚΑ & ΝουΔοΣΥΡΙΖΑίικα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Ξεβράκωμα γαλαζαίων σουργελαράδων με τα αχτύπητα σκίτσα του Ανδρέα Πετρουλάκη...
Α) Ο φορών ΠΑΣΟΚικά βρακάκια κάτω από το ΝουΔο-γαλαζαίικο παντελόνι του:
— Ανδρέας Πετρουλάκης (@anpetroulakis) January 10, 2025
— Ανδρέας Πετρουλάκης (@anpetroulakis) January 10, 2025
— Ανδρέας Πετρουλάκης (@anpetroulakis) January 10, 2025
Β) Οι φορούντες ΣΥΡΙΖΑίικα βρακάκια κάτω από τα ΝουΔο-γαλαζαίικα παντελόνια τους:
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΗΦΗΝΟ-ΑΛΗΤΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η γενιά της Μεταπολίτευσης
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Είμαι παιδί της Μεταπολίτευσης. Της πιο τυχερής γενιάς του Ελληνισμού από τη μάχη του Ματζικέρτ. Της γενιάς που έζησε στην πληρέστερη και ωριμότερη Δημοκρατία που γνώρισε ο τόπος.
Ημασταν η ηλικία της ευμάρειας, η τελευταία γενιά που είχε τη σιγουριά ότι θα ζήσει καλύτερα από τους γονείς της. Οι περισσότεροι δεν χρειάστηκε να δουλέψουμε για να σπουδάσουμε όπως οι γονείς μας – με τα χρήματα των γονέων μας σπουδάσαμε, με τα χρήματα των παιδιών μας γνωρίσαμε την ευζωία. Ακόμη πληρώνουν.
Οταν ήρθε η χρεοκοπία, οι περισσότεροι από εμάς είχαμε διαγράψει το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής μας διαδρομής, είχαμε αποκτήσει εξωστρέφεια, κοσμοπολιτισμό και είχαμε πετύχει τους περισσότερους στόχους μας. Η κρίση μας βρήκε πενηντάρηδες, στην κορυφή του κάτω μπουκαλιού της κλεψύδρας του πλούτου, πριν η κλεψύδρα αναστραφεί και πέσουν πρώτα στο κενό τα παιδιά μας. Φυσικά για κάποιους ήταν σκληρό, για τους νέους όμως που ξεκινούσαν ήταν σκληρότερο.
Η πτώση της χούντας ήταν μια γιορτή. Μια μέθεξη Δημοκρατίας, χαράς, γλεντιού. Οι άνθρωποι έβγαιναν στους δρόμους με κάθε ευκαιρία, να διαδηλώσουν, να διασκεδάσουν – εμείς τα παιδιά να κοινωνικοποιηθούμε, μετά μια πνιγηρή περίοδο που οι γονείς και οι καθηγητές μας μάς είχαν μεταδώσει τον φόβο για κάτι που δεν καταλαβαίναμε. Τα παιδιά του κέντρου της Αθήνας αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε την ανελευθερία που ζούσε η χώρα με την κατάληψη της Νομικής και φυσικά με το Πολυτεχνείο – φαντάζομαι στην επαρχία ούτε τότε. Γι’ αυτό η γιορτή μας ήταν πιο εκκωφαντική – βιώναμε την ελευθερία χωρίς στην ουσία να ξέρουμε ότι την είχαμε χάσει.
Οι ήρωές μας ήταν οι αγωνιστές του Πολυτεχνείου και του αντιδικτατορικού αγώνα. Και όσοι ενδύθηκαν αυτή την ιδιότητα. Ηταν οι ροκ σταρ της εποχής, τα απόλυτα είδωλα. Και μέσω αυτών μισήσαμε τη χούντα, τους δεσμοφύλακες και τους βασανιστές τους σαν το απόλυτο κακό. Γι’ αυτό υπήρξε και αυτή η επαίσχυντη συλλογική ανοχή στη «17 Νοέμβρη» τα πρώτα χρόνια, τότε που σκότωνε βασανιστές. Είχαμε τον φανατισμό του νεοφώτιστου.
Διαδηλώναμε δίπλα στους αντιστασιακούς και είχαμε την πεποίθηση ότι ταυτιζόμασταν. Οτι συμμετείχαμε κι εμείς σε κάποια μορφή αγώνα. Μαζί τους φυσικά ομογενοποιήθηκαν πολλοί αμέτοχοι, όλων των ηλικιών – αγωνιστές μετά Χριστόν.
Ετσι πέρασαν τα χρόνια και η δική μου γενιά έβγαλε τους περισσότερους αγωνιστές της Δημοκρατίας από οποιαδήποτε άλλη, αφού αγώνας θεωρείτο η συμμετοχή σε διαδηλώσεις, γενικές συνελεύσεις, προεκλογικές συγκεντρώσεις.
Πολλοί ασφαλώς έκρυψαν μέσα στο ξεφάντωμα της Δημοκρατίας την απουσία τους από οποιαδήποτε αντίσταση στη χούντα· άλλωστε οι απόντες ήταν η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων. Αυτοί όμως που δεν μπορούσαν να κρυφτούν από μας ήσαν οι ενήλικοι που ξέραμε. Οι συγγενείς, οι καθηγητές μας.
Ο πατέρας μου ήταν ανώτατος εκπαιδευτικός, μετεκπαίδευε δασκάλους στο Μαράσλειο. Τον είχα ρωτήσει και μου είχε πει, τι ήθελες, να σταματήσουμε να εκπαιδεύουμε δασκάλους και παιδιά;
Τώρα τον καταλαβαίνω, τότε όχι, αλλά τον αγαπούσα πολύ και δεν θέλησα να προχωρήσω.
Στους καθηγητές πάντως ήμουν αμείλικτος, και εγώ και όλοι μας.
Τότε συνέβη κάτι που εκ των υστέρων κατάλαβα ότι ήταν κομβικό γι’ αυτό που στη συνέχεια ονομάσαμε κουλτούρα της Μεταπολίτευσης. Οι καθηγητές έχασαν εξουσία. Εχασαν τον σεβασμό μας. Αλλά και η συμπεριφορά των ίδιων απέναντι στους μαθητές άλλαξε οβιδιακά. Οπως και να το κάνουμε, ήσαν οι φορείς ενός αυταρχικού σχολείου στο οποίο μέχρι τότε υπήρχε άφθονη λεκτική και σωματική βία – αυτή η βία είχε εξαφανιστεί τον Σεπτέμβριο του ’74 που γυρίσαμε στο σχολείο. Οι καθηγητές ήσαν σχεδόν φοβικοί απέναντί μας μην τυχόν και τους παρασύρει το ρεύμα της περίφημης αποχουντοποίησης. Οι ίδιοι υπονόμευσαν το κύρος τους.
Η εκθρόνιση και απομυθοποίηση των καθηγητών μάς έγινε βίωμα. Στη δική μας γενιά άνθησαν στη χώρα μας οι ιδέες της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης κι εμείς μεταδώσαμε στα παιδιά μας, άλλοι ενσυνείδητα, άλλοι όχι, την αμφισβήτηση της εξουσίας του καθηγητή. Για άλλα παιδιά σήμαινε γόνιμη αντιπαράθεση με την καθηγητική αυθεντία, για άλλα όμως έλλειψη σεβασμού στους δασκάλους. Πάντως, η τωρινή ακραία εικόνα παιδιών που δέρνουν καθηγητές υποψιάζομαι ότι έχει το σπέρμα της στη μαζική εκβαράθρωση των καθηγητών που έγινε το ’74.
Οπως και η εικόνα των φοιτητών που χτίζουν καθηγητές υποψιάζομαι ότι έχει μια συγγένεια με τη δουλική συμπεριφορά των χουντικών καθηγητών που επανήλθαν και μας έβαζαν τα πιο εύκολα θέματα για να μη μας θυμώσουν. Μου ενισχύει αυτή την υποψία, της κατάργησης δηλαδή μιας άτυπης ιεραρχίας που κανοναρχούσε επί δεκαετίες την ελληνική κοινωνία, όταν στον στρατό είδα να απαξιώνουν αξιωματικούς με κλάρες στο καπέλο που είχαν υπηρετήσει επί χούντας. Στον στρατό είχε διαβρωθεί η έννοια της ιεραρχίας. Φαντάζομαι και στις υπόλοιπες δομές του κράτους.
Νομίζω ότι όλα αυτά αύξησαν τον βαθμό ανηλικότητας της κοινωνίας μας.
Η Μεταπολίτευση ήταν μια υπερπροστατευτική μαμά που δεν ήθελε να αφήσει τα παιδιά της να μεγαλώσουν με τις δυνάμεις τους στην άγρια πίστα της ζωής και φρόντιζε πάντα να φτιάχνει ένα προστατευτικό κουκούλι γύρω τους.
Ο αντιαυταρχισμός έγινε ιδεολογία, αλλά…
ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Το ηθικό πλεονέκτημα έγινε ηθικολογικό
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την Μνημονιακή του διακυβέρνηση και κυρίως μετά την αλληλο-αφομοίωσή του με τους ΑΝΕΛ αποχυμώθηκε ιδεολογικά. Και οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι μετά τις εκλογικές του ήττες δεν κατόρθωσε να επαναδιατυπώσει ένα πειστικό πολιτικό αφήγημα.
Η απλή αταβιστική μηχανική της διαρκούς οργισμένης αντίθεσης σε ό,τι λέει και κάνει η κυβέρνηση και το μόνιμο άλλοθι της λογοκρισίας του από τη λίστα Πέτσα δεν αποτελεί πολιτική αλλά άρνηση πολιτικής, και γνωρίζουν και οι ίδιοι ότι αυτό δεν θα τους πάει μακριά. Και έτσι βλέπουμε για πρώτη φορά ένα αριστερό κόμμα να αναζητά ύστατο πολιτικό καταφύγιο σε δύο περιοχές πολιτικής υποκουλτούρας που ανήκαν πάντα στην ύλη της Δεξιάς. Τον υπερπατριωτισμό και την ηθικολογία.
Στα ελληνοτουρκικά δεν ξέρει κανείς αν η στα όρια του εθνικισμού στάση τους αποτελεί εκδίκηση για τη στα όρια της πατριδοκαπηλείας στάση της Νέας Δημοκρατίας στο Μακεδονικό ή αν έχουν απλώς εγκολπώσει την ΑΝΕΛική παρακαταθήκη της εθνικής μισαλλοδοξίας. Πάντως ποτέ στο παρελθόν δεν είχαμε ακούσει από την Αριστερά της συνεννόησης, της καταλλαγής και του πασιφισμού τόσες τουρκοφαγικές φωνές και τόσες κατηγορίες εθνικής μειοδοσίας.
Η αριστερά ποτέ δεν αμφισβητούσε τον πατριωτισμό των αντιπάλων της· τις κατηγορίες της εθνικής προδοσίας τις άκουγε πάντα εκείνη και η ίδια απεχθανόταν τα πατριδόμετρα. Όμως η φτώχεια παραγωγής πολιτικής σε οδηγεί να αρδεύσεις από τα χαμηλά ένστικτα της κοινωνίας. Ή και τα ακόμα χαμηλότερα.
Το ηθικό πλεονέκτημα έγινε στις μέρες μας ηθικολογικό και τώρα η έγνοια τους είναι, όχι να αποδείξουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το κόμμα των καλύτερων λύσεων για την κοινωνία αλλά ότι η Νέα Δημοκρατία είναι το κόμμα των παιδεραστών και διεστραμμένων.
Αγνοώντας κάθε αρχή που πηγάζει από την παράδοση της ανανεωτικής Αριστεράς που αποστρέφεται τη συλλογική ευθύνη και την κοινωνική ενοχοποίηση, επανέρχεται με ένα καταγγελτικό νεοπουριτανισμό που προέρχεται από τα πιο συντηρητικά, μικροαστικά κύτταρα της κοινωνίας μας κάνοντας πολιτική της κουτσομπόλας της γειτονιάς. Και με την ευκολία που οι δεξιοί παλιά θεωρούσαν συνοδοιπόρους όποιους μιλούσαν σε κομμουνιστές τώρα οι ίδιοι υποψιάζονται για παιδόφιλο όποιον μιλούσε στον Λιγνάδη.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν είναι υπόλογος που τοποθέτησε τον Γιώργο Κιμούλη στην Επιτροπή Συνταγματικής Αναθεώρησης επειδή κλωτσούσε ανθρώπους, αλλά επειδή ήταν άσχετος με το αντικείμενο.
Επίσης δεν είναι υπόλογος που έκανε υφυπουργό Κοινωνικών Ασφαλίσεων τον Παύλο Χαϊκάλη γιατί έκανε πρόστυχα τηλεφωνήματα, αλλά επειδή προφανώς δεν είχε τα προσόντα για τη θέση.
Ο Δημήτρης Λιγνάδης, κατά γενική ομολογία, πληρούσε τις καλλιτεχνικές προϋποθέσεις για να καταλάβει το πόστο του Διευθυντή του Εθνικού και καμιά φωνή δεν ακούστηκε στην αντίθετη κατεύθυνση. Είναι βάσιμο το επιχείρημα ότι θα ήταν προτιμότερο να είχε επιλεγεί μετά από προκήρυξη της θέσης και κρίση αλλά μια τέτοια διαδικασία επίσης δεν σε διασφαλίζει για την ηθική ακεραιότητα ενός υποψηφίου με λευκό ποινικό μητρώο αφού, ευτυχώς, όταν πρόκειται να καταλάβουμε μια δημόσια θέση δεν μας ψάχνει την ιδιωτική μας ζωή η ΕΥΠ. Ελπίζω δηλαδή.
Κατά τα λοιπά, στον δημόσιο χώρο είμαστε όλοι καταδικασμένοι να συναλλασσόμαστε με το φωτεινό κομμάτι του άλλου. Είμαστε υποχρεωμένοι να δεχόμαστε την επίσημη ταυτότητά του και να μην κάνουμε υποθέσεις για την ιδιωτική του ζωή. Αυτό έχει και παρενέργειες τύπου Λιγνάδη ασφαλώς, αλλά είναι ο μόνος τρόπος να συνυπάρχουμε χωρίς να κάνουμε κυνήγι μαγισσών.
Αυτονόητη είναι ασφαλώς η υποχρέωσή μας να καταγγέλλουμε τις παραβατικές συμπεριφορές όπου τις διαπιστώνουμε και αυτό δεν ξέρω αν αφορά κυρίως συναδέλφους του τέως διευθυντή, αδιάφορο δεξιούς ή αριστερούς.
Επίσης δεν είναι δουλειά μας ούτε να αθωώνουμε ούτε να καταδικάζουμε πολίτες, αυτό είναι δουλειά της Δικαιοσύνης και κανενός υπουργού.
Αλλά πάει πολύ να υπάρχει τέτοια κακοπιστία και ασέβεια μεταξύ των πολιτικών ώστε...









