"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Η βλακεία, ως καρκίνωμα της οργάνωσης

Απόσπασμα από το βιβλίο του Δημήτρη Ράπτη «Η διαλεκτική στη Γνώση και τη Ζωή», Εκδόσεις Σκαραβαίος- Κεφ. Ε7 / Σελ. 270-276
 
 
Η ηλιθιότητα είναι η πνευματική αναπηρία, που οφείλεται σε συγγενή ελαττωματική κατασκευή του εγκεφαλικού φλοιού ή του συνόλου του εγκεφάλου ή σε ασυνήθη υστέρηση παιδείας (παραμονή στη ζωώδη κατάσταση) ή σε σοβαρό μεταγενέστερο ατύχημα.  

Γι΄ αυτό ο ηλίθιος αποκαλείται και ζαβός (δηλαδή στρεβλός = όχι ίσιος = ανάπηρος), κουτός (από το κόττος = αλέκτωρ, που σημαίνει αυτόν με μυαλό κόκορα), μικρόνους, ολιγόνους, βραδύνους, άμυαλος, ανεγκέφαλος, ανόητος και κρετίνος.

Εδώ, η πνευματική ανεπάρκεια οφείλεται σε κατασκευαστικό ελάττωμα, που συνεπάγεται την έλλειψη νου (ολιγοφρένεια) και το ασυνήθιστα χαμηλό νοητικό επίπεδο (κατώτερο του φυσιολογικού IQ). Κι επειδή ακριβώς πρόκειται για κατασκευαστικό ελάττωμα, χρησιμοποιείται ως πρώτος και βασικός απ΄ όλους τους παραπάνω συνώνυμους όρους η αρχαιοελληνική λέξη ηλίθιος, που υποδηλώνει ετυμολογικά ματαιότητα και φράγμα (ως σχετιζόμενη με το επίρρημα «ἤλιθα» = ματαίως, το ουσιαστικό «ἠλεός» = φράγμα και το ρήμα εἰλέω = φράσσω).  

Δηλαδή, η αναπηρία του ηλίθιου συνιστά φράγμα, που καθιστά μάταιο το να επιχειρήσεις να συνδιαλεχθείς μαζί του ή να τον πείσεις. Αυτό φαίνεται κι από το γεγονός ότι του αναγνωρίζεται το ακαταλόγιστο, διό και στη γαλλική αυτός αποκαλείται «crétin» (εκ του «chrétien» = αθώος) και στη νεοελληνική ντουβάρι, τούβλο, κούτσουρο και αγαθιάρης (δηλαδή μη εκών κακός).

Κοινωνικά, λογίζεται ως περίπου τρελός, αν και η αναπηρία του δεν τον κατατάσσει στους τυπικούς ψυχασθενείς (με τις βασικές έννοιες του μανιακού ή του σχιζοφρενούς ή του καταθλιπτικού), γιατί μπορεί να εμφανίσει ανά πάσα στιγμή, τυχαία και περιστασιακά, συμπτώματα μιας από τις ψυχασθένειες.  

Από την άλλη πάλι, στον ηλίθιο συναντάμε ένα είδος φυσικής «σοφίας»: μοιάζει να έχει εκ φύσεως το γνώθι σ΄ αυτόν και, γι΄ αυτό, ποτέ δεν αξιώνει να αναγνωρισθεί ως έξυπνος και περιορίζεται πάντα σε βοηθητική και μηχανικά επαναλαμβανόμενη εργασία (που αν κατορθώσει να τη μάθει, την εκτελεί ευσυνείδητα και αγόγγυστα, χωρίς καμία παραπέρα φιλοδοξία).

Η βλακεία είναι τελείως διαφορετική περίπτωση. Δεν πρόκειται για κατασκευαστικό ελάττωμα, αλλά για ελάττωμα του χαρακτήρα, ήτοι διαστροφή.  

Ο βλάκας, ναι μεν δεν είναι ευφυής, αλλά δεν είναι και ηλίθιος. Ωστόσο, ενώ αυτός διαθέτει στοιχειώδεις νοητικές ικανότητες, από μαλθακότητα ή νωθρότητα ή τεμπελιά ή αβελτηρία του μυαλού, δεν τις χρησιμοποιεί.  

Τον χαρακτηρίζει δηλαδή η αδράνεια του πνεύματος (πνευματική νάρκη), η αδιαφορία για τα πνευματικά ζητήματα, η απουσία καλλιέργειας (την οποία συνήθως συγκαλύπτει με τη συλλογή άχρηστων και ετερόκλητων εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και την παπαγαλία απόψεων τρίτων) και η έλλειψη ορθής κρίσης και σοβαρότητας στη σκέψη.  

Κατά τους αρχαίους έλληνες, ο «βλαξ» ή «μλαξ»(ρίζα το βλᾱ ή μλᾱ) είχε ως χαρακτηριστικό τη μαλακία, δηλαδή το να αναλώνεται σε άσκοπες και άκαρπες ενέργειες (εξ ου και η λέξη αυτή εννοεί γενικά στη νεοελληνική τη βλακεία, αλλά και ειδικά τον αυνανισμό, που είναι κατά τα παραδεδεγμένα άσκοπη και άκαρπη σεξουαλική πράξη).

Γι’ αυτό, ο βλάκας δεν πρέπει να αποκαλείται ηλίθιος ή με οποιοδήποτε από τα προαναφερθέντα συνώνυμα της λέξης αυτής. 

Τα συνώνυμα που ταιριάζουν νοηματικά σ’  αυτόν είναι τα μωρός (γιατί πράγματι το μωρό είναι προσωρινός βλάκας, χωρίς να είναι ηλίθιο),χαζός (από τη διαδεδομένη αραβική λέξη haz = παραλήρημα, παραλογισμός), ελαφρόμυαλος (όχι άμυαλος), ξεροκέφαλος ή χοντροκέφαλος (όχι ανεγκέφαλος), παράλογος (όχι άλογος) και ευήθης (βολικού ήθους, γιατί παρασύρεται εύκολα), ενώ οι ιδιότητες που τον χαρακτηρίζουν είναι η επιπολαιότητα, η σάχλα, ο αβδηριτισμός και βέβαια η άσκοπη πολυπραγμοσύνη (μαλακία).

Μεταφορικά, ο λαός τον αποκαλεί και βλίτο, βούρλο, μπούφο, κουμπούρα και κάλο (ότι δηλαδή έχει κάλο στο μυαλό, όχι ότι δεν έχει μυαλό όπως ο ηλίθιος). Χαρακτηρισμούς, που ποτέ δεν απευθύνει εξάλλου στον ηλίθιο, γιατί τον θεωρεί αναξιοπαθή και τον σέβεται και τον συμπονά.

Το κακό εν προκειμένω είναι ότι ο βλάκας δεν έχει επίγνωση του μειονεκτήματός του και είναι φιλόδοξος. Επειδή είναι αμόρφωτος και δεν γνωρίζει τα όρια της γνώσης του, έχει άποψη επί παντός του επιστητού. Και φυσικά, η άποψή του είναι επίσης, κατά κανόνα, βλακώδης και σαχλή.  

Όταν οι άλλοι δεν τον καταλαβαίνουν, αυτοί είναι κατ’ αυτόν οι βλάκες («παράδοξο του τραίνου», όπου ο επιβάτης βλέπει τον εαυτό του ακίνητο και τα δέντρα να τρέχουν). Και όταν προκηρύσσεται κάποια θέση ευθύνης, ο βλάκας θεωρεί πάντα ως αυταπόδεικτο ότι αυτός είναι ο κατάλληλος, που μπορεί να φέρει το συγκεκριμένο έργο σε πέρας (που το βλέπει και ως πολύ απλό μάλιστα).

Κατόπιν αυτών, είναι εύκολα αντιληπτό ότι, ειδικά στην οργάνωση, όπου η ευφυΐα δεν είναι απλά εργαλείο αλλά ο κορμός της όπως είπαμε, η βλακεία είναι νάρκη στα θεμέλια της όλης προσπάθειας και πάντα καταστροφική.  

Ο βλάκας, εραστής της μαλακίας εκ φύσεως (με την έννοια της άσκοπης και ασυνάρτητης δράσης), έχει μοναδική αρνητική ικανότητα να περιπλέκει τα πράγματα και να τα αποδιοργανώνει. Σε καμιά περίπτωση, να απλοποιεί, να ταξινομεί και να οργανώνει.  

Κι όμως, οι βλάκες έχουν παραδόξως ένα ξεχωριστό οργανωτικό ταλέντο: να οργανώνονται οι ίδιοι και να συνιστούν κλίκες.

Δεδομένου ότι είναι αμετροεπείς όπως είπαμε και άκρως φιλόδοξοι, προσπαθούν πάντα να αναρριχηθούν κοινωνικά. Επειδή όμως είναι αδύνατο στον καθένα απ’ αυτούς να τα καταφέρει μόνος του, έχουν αποκτήσει -εν είδει δαρβίνειας φυσικής επιλογής- μια σπάνια ικανότητα να συνασπίζονται και να συνδικαλίζονται, αναπτύσσοντας ταυτόχρονα εξαιρετικά αντισώματα κατά των ευφυών συνανθρώπων τους.
Ως συμπλεγματικοί τύποι, απλώνουν ενστικτωδώς μεταξύ τους υπόγεια κανάλια επικοινωνίας και συμπράττουν επιμελώς με σκοπό να ακυρώνουν τάσεις, κατευθύνσεις και κινήματα, που τα θεωρούν σαν εμπόδια στην προσωπική τους εξέλιξη. Η ομαδοποίηση ισχυροποιεί την αλήθεια του πιστεύω τους και την περιβάλλει με «κύρος».

Όπως έγραψε ο Ε. Λεμπέσης στην περί βλακών κοινωνιολογική και ψυχολογική μελέτη του με τίτλο «Η τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω» 1942),  
«…Η έμφυτος τάσις του βλακός, εξικνούμενη συχνότατα εις αληθή μανίαν όπως ανήκη εις ισχυράς και όσον το δυνατόν περισσοτέρας οργανώσεις, εξηγείται α) εκ της ευκολίας της αγελοποιήσεως, εις ην μονίμως υπόκειται λόγω ελλείψεως ατομικότητος (εξ ου και το μίσος αυτού κατά του ατόμου και του ατομικισμού), και β) εκ του ζωώδους πανικού, υπό του οποίου μονίμως κατατρύχεται, λόγω του δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθη εις το παντός είδους προλεταριάτον.

Τοιουτοτρόπως, δημιουργείται αυτόματος συρροή βλακών εις τας πάσης φύσεως οργανώσεις, αίτινες, εάν μεν είναι συμφεροντολογικαί, διατηρούν τουλάχιστον την σοβαρότητα των συμφερόντων των, εάν όμως είναι “πνευματικαί”, περιέρχονται συν τω χρόνω εις πλήρη βλακοκρατίαν. Εις το φαινόμενο τούτο οφείλει τον εκφυλισμό του λ.χ. ο μασωνισμός, οι ροταριανοί όμιλοι, οι “πνευματικοί” σύλλογοι κλπ. Επόμενον είναι κατόπιν τούτων, ότι όπως η λεγεών των βλακών ωθείται ακατανικήτως προς την αγέλην και προς τας πάσης φύσεως οργανώσεις, ούτω υφίσταται ακατανίκητον έλξιν από τας παντός είδους αγελαίας, αντιατομικάς και ομαδιστικάς θεωρίας. … Η έλλειψις ιδίας γνώμης, η κολακεία και η ραδιουργία, τους προορίζουν άλλωστε ειδικώς δια τας καταστάσεις ταύτας. Η ακατανίκητος επίσης τάσις των βλακών προς τας πάσης φύσεως αγελαίας εμφανίσεις (κοσμικάς συγκεντρώσεις, causerie, μόδα κλπ.) και διακρίσεις (τίτλους, διπλώματα, παράσημα) είναι κατόπιν των ανωτέρω αυτονόητος».


Και πιο κάτω καταλήγει ο μελετητής ότι έτσι «…καθίσταται απολύτως νοητή η άνοδος αυτών εις ανωτέρας βαθμίδας, δια κοινού μεταξύ των συνασπισμού, αναδεικνύοντας εαυτούς και αλλήλους, αφενός μεν δι’ ωργανωμένης αντιστάσεως (boycotage) και παραλύσεως των τυχόν ενεργειών προς ανάδειξιν άλλου, πράγματι ικανού προσώπου, αφετέρου δε δι΄ ωργανωμένης προωθήσεως προσώπου εκ των κόλπων αυτών προς την ανωτέραν βαθμίδα. …  

Ο δέ ούτω ανελθών βλαξ θα προωθήση ο ίδιος πρόσωπα μόνον κατώτερα εαυτού, μέχρις ότου… ο φυσικός εκμαυλισμός ενός τοιούτου οργανισμού επιφέρει την θεμελιώδη ανατροπήν ή και αυτόν τούτον τον τερματισμόν του βίου του εκφυλισθέντος οργανισμού».

Ως κήρυκας της αξιοκρατίας, ο Λεμπέσης, επισημαίνει τον κίνδυνο της αποδιοργάνωσης, που μπορεί να επιφέρει η προτίμηση στους βλάκες, και επικαλείται ως παράδειγμα την αποπομπή του ευφυούς Βενιζέλου και την εκλογή καλοπροαίρετων βλακών στη θέση του, οι οποίοι οδήγησαν στην εθνική καταστροφή του 1922 και ταυτόχρονα στο δικό τους αφανισμό.

[ Μάλιστα, επιρρίπτει ευθύνες και στην κοινωνία, η οποία προτιμά ενίοτε τους βλάκες γιατί είναι κόλακες και εξυπηρετικοί, και αναρωτιέται: «Δεν γνωρίζομεν τη αληθεία ποία κατηγορία βλακών είναι ενταύθα η πλέον επικίνδυνος και, ψυχολογικώς, η πλέον αποσυνθετική δια την κοινωνίαν: Εκείνη ήτις διαπράττει τα ανωτέρω ή εκείνη -διότι δημιουργείται και δευτέρα- ήτις θεωρεί ως ευφυείς τους ως άνω βλάκας»! ]

Αλλά δεν είναι μόνο ο Λεμπέσης που ανακάλυψε αυτή τη μάστιγα της . 

Ο Schiller είχε πει το περίφημο ρητό ότι «Ενάντια στη βλακεία, ούτε οι θεοί δεν τα βγάζουν πέρα». 

Ο Einstein είχε πει ότι η βλακεία είναι άπειρη όσο το σύμπαν. 

Ο ιταλός Carlo συνέγραψε το «Δοκίμιο περί της σύγχρονης βλακείας». 

Και ο Taylor, αναφερόμενος στην οργανωτική διαστροφή του βλάκα, δίδασκε ότι «ο βλάκας μπορεί να σου κάψει το σπίτι για να ψήσει δύο αυγά»! Η τελευταία φράση (που κάποιοι την αποδίδουν σε αγγλική παροιμία, προϋφιστάμενη του Taylor χρονολογικά), επισημαίνει δραματικά το πόσο καταστροφική είναι η βλακεία σ΄ αυτό που λέμε οργάνωση.

Η βλακεία, όχι μόνο δεν βοηθάει την οργάνωση, αλλά είναι κυριολεκτικά νάρκη στα θεμέλιά της και η ικανότερη δύναμη αποδιοργάνωσης και διάλυσης. Είναι το αντίθετο κάθε έννοιας συστήματος.

Πρέπει να προσθέσω εδώ, πριν κλείσω το περί οργανωτικής κεφάλαιο, ότι υπάρχει και μια περίπτωση τεχνητής αποβλάκωσης (οιονεί βλακείας), παρόμοιας με αυτή των τεχνοκρατών αλλά πολύ ευρύτερης και αρνητικής, που ανάγεται σε ένα φαινόμενο γνωστό ως Νόμος του Peters:



 Είναι ο κανόνας που λέει ότι, ακόμα κι αν η προαγωγή στην ιεραρχία ενός συστήματος γίνεται με αξιοκρατικά κριτήρια, το κάθε στέλεχος ανεβαίνει τελικά, δυστυχώς και μοιραίως, μέχρι το επίπεδο της αναξιότητάς του. Αυτό, γιατί κάθε βαθμός απαιτεί κάποια ιδιαίτερα προσόντα, που δεν ήταν αναγκαία στον αμέσως κατώτερο βαθμό.
Είναι πάντα ανοιχτό το ενδεχόμενο, το καλό κομματικό στέλεχος να μειονεκτεί ως βουλευτής, αν του λείπει π.χ. η ρητορική δεινότητα ή η πολιτικότητα, ή ο υποδειγματικός βουλευτής και ρήτορας να αποτύχει ως υπουργός, αν του λείπουν οι διοικητικές ικανότητες και η αποφασιστικότητα, ή ακόμα κι ο πιο επιτυχημένος υπουργός να αποδειχθεί κάκιστος κυβερνήτης, αν του λείπει η συνθετική αντίληψη των πραγμάτων και ο οραματισμός, άρα και η θέληση και η γενναιότητα για τομές, διότι έχει συνηθίσει να λειτουργεί ως δεύτερος.

Παρομοίως, είναι πολύ πιθανό ένας ταλαντούχος πωλητής να αποτύχει ως διευθυντής πωλήσεων, διότι είναι ατάλαντος στο να χειρίζεται ανθρώπους, ή ένας άριστος διευθυντής πωλήσεων να ρίξει έξω την επιχείρηση ως γενικός διευθυντής, γιατί στερείται αντίληψης σύνθετων καταστάσεων.  

Εν τέλει, το να προάγεται κάποιος σε κάποια θέση με κριτήριο ότι ήταν ο καλύτερος στην κατώτερη θέση, μοιάζει να είναι αξιοκρατικό, αλλά δεν είναι. Ο τμηματάρχης δεν έχει δοκιμαστεί ως διευθυντής και ο υπουργός δεν έχει δοκιμαστεί ως πρωθυπουργός.

Όσο λοιπόν επιτυχημένος κι αν είναι ως τμηματάρχης ή υπουργός, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι θα επιτύχει και ως διευθυντής ή πρωθυπουργός αντίστοιχα. Έτσι, επειδή ως γνωστό «αρχή άνδρα δείκνυσι», συμβαίνει πολύ συχνά, έστω και με αξιοκρατική πρόθεση, να αναρριχώνται σε κρίσιμες θέσεις ανεπαρκή πρόσωπα, που δεν είναι βλάκες και έχουν δώσει άριστα δείγματα μέχρι στιγμής, αλλά που λειτουργούν ως βλάκες στην ανώτερη θέση, λόγω ανεπάρκειας κατά τον Peters.

Αυτό μάλιστα, είναι συνηθέστατο στην πολιτική, όπου ακριβώς δεν θα έπρεπε να συμβαίνει ποτέ, λόγω της μεγάλης σημασίας του συγκεκριμένου έργου για την κοινωνία. Όπως λοιπόν στη φυσική, δεν φουσκώνουμε το μπαλόνι μέχρι να σκάσει και δεν τεντώνουμε το σκοινί μέχρι να σπάσει, έτσι και στο management είναι ανάγκη ο ηγέτης ή το συμβούλιο που αποφασίζει τις προαγωγές (ή και ο λαός που ψηφίζει, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό), να συνεκτιμά και αυτό το ζήτημα. Δεν είναι κάτι εύκολο, γιατί -όπως είπαμε- ο καθένας δοκιμάζεται συνήθως σε άλλη θέση απ’  αυτή για την οποία κρίνεται. Όμως, το βέβαιο είναι ότι η ευθύνη εν προκειμένω δεν είναι του στελέχους, αλλά του ηγέτη (ή εν πάση περιπτώσει του επιλέγοντος συμβουλίου ή εκλογικού σώματος).

Αυτό είναι ένα παγκόσμιο πρακτικό πρόβλημα, που δημιουργεί πολλές παρενέργειες και υστερήσεις στη γενική πρόοδο και που δεν έχει ακόμα μελετηθεί επαρκώς. Η επιστήμη του management πρέπει κατά τη γνώμη μου να αναζητήσει έξυπνους μηχανισμούς και διαδικασίες, που αφενός να καλλιεργούν στα στελέχη την αυτεπίγνωση, ώστε αυτά να αυτοπροστατεύονται από την ανάληψη καθηκόντων που θα βλάψουν την επιχείρηση και θα εκθέσουν και τους ίδιους, και αφετέρου να δίνουν στους ηγέτες τρόπους να προδοκιμάζουν τα προς προαγωγή στελέχη. Είναι τόσο μεγάλη η βλάβη που γίνεται από τους πραγματικούς βλάκες όπως προείπαμε, που είναι πραγματικά επιεικώς απαράδεκτο να προσθέτουμε σ’  αυτούς και τους οιονεί βλάκες που παράγει το ίδιο το σύστημα!


Δεν υπάρχουν σχόλια: