"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ και ΔΥΤΙΚΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Τριάντα χρόνια μετά, η Σοβιετική Ένωση δεν είναι και τόσο πεθαμένη - Είναι ένα άταφο πτώμα που κάποιοι ηλίθιοι ονειρεύονται να αναστήσουν!


Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΜΕ ΠΡΟΣΟΧΗ

Tου Leonid Bershidsky / Bloomberg

Η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε επίσημα πριν από 30 χρόνια - εάν έπρεπε να διαλέξει κανείς μια συγκεκριμένη ημερομηνία, τότε η διάλυση ήλθε στις 25 Δεκεμβρίου 1991, με το κατέβασμα της σοβιετικής σημαίας από την οροφή του Μεγάρου της Γερουσίας στο Κρεμλίνο και την παράδοση του "πυρηνικού κουμπιού" από τον τελευταίο Σοβιετικό πρόεδρο, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, στον πρώτο Ρώσο πρόεδρο, Μπόρις Γέλτσιν.

Ωστόσο η ΕΣΣΔ δεν είναι στην πραγματικότητα παρελθόν. Είναι ένα άταφο πτώμα, όπως η σορός του ιδρυτή της, Βλαντιμίρ Λένιν, η οποία εξακολουθεί να εκτίθεται από τις 10 π.μ. έως τη 1 μ.μ. κάθε ημέρα σε ένα γρανιτένιο μαυσωλείο στην Κόκκινη Πλατεία

Η δυσωδία του πτώματος αυτού εξακολουθεί να φθάνει σε πολλές γωνιές του κόσμου, όχι μόνο στη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, του νομικού και - αν και ο Πούτιν θα το αρνιόταν - πνευματικού διαδόχου της θανούσης.

Έπρεπε να το είχα καταλάβει: η σοβιετική μου παιδική ηλικία και νεαρή ενήλικη ζωή με διαμόρφωσαν έτσι ώστε ακόμη και σήμερα, το 2021, να πρέπει να παραδεχτώ ότι εξακολουθώ να είμαι από πολλές απόψεις μέρος "μιας νέας ιστορικής κοινότητας, του σοβιετικού λαού", της οποίας την ύπαρξη ο συνονόματός μου, Λεονίντ Μπρέζνιεφ, κήρυξε περήφανα το 1971, το έτος της γέννησής μου.

Σε ένα προπαγανδιστικό ντοκιμαντέρ το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα με σκοπό να παρουσιάσει την επίσημη άποψη του ρωσικού κράτους γύρω από τη μετασοβιετική ιστορία της Ρωσίας, ο Πούτιν ανέφερε ότι η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ήταν "η διάλυση της ιστορικής Ρωσίας, η οποία έφερε το όνομα "Σοβιετική Ένωση".

Όπως πολλές από τις "επιδρομές" του Πούτιν στην ιστορία, η δήλωση εμπίπτει κάπου μεταξύ ανατριχιαστικού και αμφισβητήσιμου. Τα σύνορα της "ιστορικής Ρωσίας" αναδιαμορφώνονταν ανά τους αιώνες, καθώς καταλάμβανε και παραχωρούσε εδάφη σε συνεχείς πολέμους και με νέες Συνθήκες.

Δεν είναι σαφές σε ποιο σημείο η αυτοκρατορία - ή ακόμα και το βασικό έθνος-κράτος - θα μπορούσε να θεωρηθεί πλήρης ή βέλτιστα ισορροπημένη. Καθώς η Σοβιετική Ένωση διαλυόταν, η Ρωσία έχανε ορισμένα εδάφη τα οποία απέκτησε τον 18ο, 19ο και 20ο αιώνα, ωστόσο κράτησε πολλά από τα πιο πρόσφατα αποκτήματά της: τα τμήματα της Καρελίας τα οποία παραχωρήθηκαν από τη Φινλανδία το 1940, την πρώην Ανατολική Πρωσία, τη Σαχαλίνη και τις Κουρίλες Νήσους που κερδήθηκαν στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και την αχανή Δημοκρατία της Τούβα στη νότια Σιβηρία, η οποία προσχώρησε οικειοθελώς το 1944 στην ΕΣΣΔ.

Ο Πούτιν, όπως και οι δυτικοί αντίπαλοί του συχνά ανατρέχουν στη Σοβιετική Ένωση όσον αφορά τα εδαφικά σύνορα, τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς, την οικοδόμηση αυτοκρατοριών, τις ψευδοϊστορικές μνησικακίες. Το πεδίο παραμόρφωσης της πραγματικότητας είναι τόσο ισχυρό που ορισμένοι κορυφαίοι αξιωματούχοι των ΗΠΑ συνεχίζουν να αναφέρονται στη Ρωσία ως "ΕΣΣΔ" ή "Κόκκινο Στρατό", ωσαν ο πρώτος Ψυχρός Πόλεμος να μην τελείωσε ποτέ και να μεταμορφώθηκε απρόσκοπτα στον δεύτερο, με τους ίδιους παλιούς παίκτες.

Υπό αυτή τη στενή έννοια, η Σοβιετική Ένωση είναι, φυσικά, ακόμη εδώ - τόσο στην επιθυμία του Πούτιν να επανενώσει τη Ρωσία, τη Λευκορωσία και την Ουκρανία (αν και σαφώς όχι τις μουσουλμανικές δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, που παρέχουν το μεγαλύτερο μέρος της μεταναστευτικής εργασίας στη Ρωσία σήμερα), όσο και στις σπασμωδικές αντιδράσεις των δυτικών αξιωματούχων έναντι των κινήσεων του Πούτιν προς αυτή την κατεύθυνση.


Αυτή, ωστόσο, δεν είναι σε καμία περίπτωση όλη η ιστορία - θα υποστήριζα ότι είναι λάθος ιστορία, επειδή η έννοια της "ιστορικής Ρωσίας" του Πούτιν στηρίζεται σε πολύ πιο ασταθή θεμέλια απ’ ό,τι η Σοβιετική Ένωση μέχρι τη στιγμή που τελείωσε σχεδόν οτιδήποτε χρειαζόταν για να μπορεί να επιβιώσει.  

Ο Μπρέζνιεφ είχε δίκιο - ήμασταν ένα νέο είδος ανθρώπων.

Η ΕΣΣΔ, αν και κατά καιρούς εδαφικά άπληστη και διεστραμμένα περήφανη για τη ρωσική αυτοκρατορική κληρονομιά, ήταν - από πολλές απόψεις όπως οι ΗΠΑ - μια χώρα η οποία χτίστηκε πάνω σε μια ιδέα, στην περίπτωσή της την αριστερή ιδέα της ισότητας. Αυτό που συνέβη με αυτήν την ιδέα στα χέρια τριών γενεών ηγετών του Κομμουνιστικού Κόμματος που είχαν ελεύθερα τα χέρια για να την εφαρμόσουν και μια τεράστια χώρα για να πειραματιστούν, είναι ο λόγος που οι μετασοβιετικές χώρες - ναι, ακόμη και η δυτικότροπη Εσθονία - εξακολουθούν να περιγράφονται συνήθως με αυτό το επίθετο (μετασοβιετικός).

Η κοινή εμπειρία του να μεγαλώνεις κάτω από τα χαμηλά ταβάνια των βαρέων, απερίγραπτα άσχημων "κουτιών" από σκυρόδεμα. 

Τα νηπιαγωγεία και τα σχολεία που ετοίμαζαν κάποιον τόσο για τη φυλακή όσο και για το εργοστάσιο ή το υπναλέο ερευνητικό ινστιτούτο όπου οι γονείς μας προσποιούνταν ότι δούλευαν με προσποιητή αμοιβή. 

Οι ιδεολογικά "ορθές" ταινίες τις οποίες έβλεπαν όλοι σε αδιάκοπες επαναλήψεις. 

Οι τιμωρητικές ουρές για οτιδήποτε μπορούσε κανείς να αγοράσει και η ατελείωτη αναζήτηση για οτιδήποτε που δεν μπορούσε. 

Η καθημερινή υποταγή, ο συμβιβασμός και η κρυφή περιφρόνηση. 

Εμείς οι μετασοβιετικοί μπορούμε να τα δούμε όλα αυτά, ο ένας στα μάτια του άλλου.

Και - εδώ είναι το πιο παράξενο - πολλοί από εμάς τα θυμόμαστε όλα μέσα σε ένα είδος ροζ ομίχλης. Ήταν όλα πολύ όμορφα, στην πραγματικότητα - ή τουλάχιστον έτσι έχω ακούσει από μερικούς συνομηλίκους και νεότερους. Μια δημοσκόπηση του 2020 από το Levada Center, έναν από τους λίγους εναπομείναντες σοβαρούς δημοσκόπους στη Ρωσία, έδειξε ότι το 75% των Ρώσων θεωρούν τη σοβιετική περίοδο την καλύτερη στην ιστορία της χώρας. Μόνο το 1% θυμόταν τη σοβιετική εποχή κυρίως ως εποχή στασιμότητας, καταστολής, δηλαδή ως Σιδηρούν Παραπέτασμα.

Κι όμως, αυτές οι φαινομενικά ξεχασμένες εμπειρίες ήταν προφανώς οι πλέον διαμορφωτικές για τη μετασοβιετική προσωπικότητα.

Πριν από μερικά χρόνια, ο συμπεριφορικός οικονομολόγος Dan Ariely διαπίστωσε, δουλεύοντας με άτομα από την πρώην Ανατολική και την πρώην Δυτική Γερμανία ότι οι ανατολικοί ήταν πιο πιθανό να εξαπατήσουν στο πλαίσιο ενός πειράματος (καταγραφή ρίψεων ζαριών για μια ανταμοιβή ανάλογα με τον τελικό απολογισμό). Στο τελευταίο κύμα της Έρευνας περί των Παγκόσμιων Αξιών, μόνο το 11,4% των Ρώσων συμμεριζόταν την άποψη ότι "οι περισσότεροι άνθρωποι αξίζουν εμπιστοσύνης", σε σύγκριση με το 37% των Αμερικανών και το 46,7% των Καναδών. Εκείνη που προοριζόταν, πριν από πολύ καιρό, να αποτελέσει μια δίκαιη κοινωνία, εξέθρεψε μια "νέα ιστορική κοινότητα" ανθρώπων πεπεισμένων ότι η ζωή είναι θεμελιωδώς άδικη, μπορείς να βασίζεσαι μόνο στον εαυτό σου και όλοι - ιδιαίτερα όσοι κατέχουν θέσεις εξουσίας - είναι έτοιμοι να σε κατασπαράξουν.

Υπάρχουν πολλοί αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους οι μετασοβιετικές οικονομίες δεν έχουν αναπτυχθεί τόσο όσο οι δυτικές, παρά το γεγονός ότι ξεκίνησαν από πιο χαμηλή βάση - και δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη και με τους πιο γενναιόδωρους όρους σύγκρισης (με υπολογισμό του ΑΕΠ με όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης). Η μετασοβιετική νοοτροπία, ωστόσο, δεν θα μπορούσε παρά να ανταμείψει σχετικά λίγους "νικητές" σε βάρος όλων των υπόλοιπων.

Η προπαγάνδα του καθεστώτος Πούτιν μπορεί κάλλιστα να κάνει πολλούς να πιστεύουν ότι τα δύσκολα χρόνια της μεγάλης ελευθερίας για όλους αμέσως μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ ήταν εκείνα που μας έφεραν σε αυτό το σημείο – μια προσωρινή έξαρση του ενστίκτου επιβίωσης. Τώρα που η Ρωσία έχει ανασηκωθεί από τα γόνατά της, θα πρέπει να επιστρέψουμε στην κανονικότητα, έστω και με ελαφρά σημάδια. Από τη σκοπιά του καθεστώτος, μπορεί αυτό ακόμη και να είναι αλήθεια.

Το μεγαλύτερο μέρος του σημερινού ρωσικού πληθυσμού φαίνεται να έχει αγκυροβολήσει ξανά στη γνωστή σοβιετική ρουτίνα του "υπακούω και γκρινιάζω", "κλείνω τα μάτια μου και βλέπω τη θετική πλευρά". Στις περισσότερες άλλες μετασοβιετικές χώρες, αυτή η ρουτίνα απλώς συνεχίστηκε χωρίς κενά. Δεν είναι κάποια νέα μορφή καταστολής, παρά τις τεχνολογικές εξελίξεις. Εξακολουθεί να είναι η παλιά, σοβιετικού τύπου επιβεβλημένη επιφυλακτικότητα και αυτολογοκρισία: πρόσεχε τα βήματά σου ή θα βρεθες απόκληρος, στερημένος από κάθε δικαίωμα, ανάξιος ελέους, αποκομμένος από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος.

Πολλοί από εμάς, πιστεύω πλέον, ποτέ δεν πιστέψαμε ότι κάτι θα μπορούσε να αλλάξει, ειδικά προς το καλύτερο. Γι' αυτό οι πιο πρόσφατες απόπειρες διαμαρτυρίας μας, μετά την απελπισμένη εξέγερση, όταν δεν είχαμε τίποτε να χάσουμε, του 1990 και του 1991, ήταν τόσο "με μισή καρδιά", τόσο μη αποφασιστικές στη Ρωσία και τη Λευκορωσία και τόσο απογοητευτικά μεσοπρόθεσμα αναποτελεσματικές αλλού - για παράδειγμα, στην Ουκρανία, τη Γεωργία και το Κιργιστάν, όπου οι αποτυχημένες κυβερνήσεις σαρώθηκαν, μόνο για να αντικατασταθούν από - στην καλύτερη περίπτωση - οριακά καλύτερες.

Ένας σχετικά μικρός αριθμός από εμάς τους μετασοβιετικούς έχουμε ψηφίσει "με τα πόδια μας". Μεταξύ 1992 και 2016, σύμφωνα με μια έγκυρη εκτίμηση, περίπου 8,5 εκατομμύρια άνθρωποι - ή το 3% του σοβιετικού πληθυσμού, σύμφωνα με την τελευταία σοβιετική απογραφή του 1989 - έφυγαν οριστικά, φέρνοντας στις χώρες προορισμού τους την εμπειρία τους από τον υπαρκτό σοσιαλισμό και τον μετακομμουνιστικό καπιταλισμό της ζούγκλας - και την αποφασιστικότητά τους να μην χρειαστεί ποτέ ξανά να αντιμετωπίσουν κάτι παρόμοιο.

Εκατομμύρια άλλοι φύγαμε προσωρινά - ή τουλάχιστον έτσι πιστεύαμε. Η γυναίκα μου και εγώ θεωρούσαμε τους εαυτούς μας προσωρινά εκπατρισμένους πριν από επτά χρόνια, ωστόσο με κάθε χρόνο που περνά, μοιάζει όλο και λιγότερο πιθανό να επιστρέψουμε.

Το μεταναστευτικό κύμα ήταν αρκετά μεγάλο για να κάνει τον ήχο των ρωσικών να είναι κοινότοπος παντού. Ως επί το πλείστον - ειδικά σε αυτούς τους καιρούς πανδημίας - δεν είναι οι τουρίστες που ακούτε να φλυαρούν στη σοβιετική lingua franca.  

Εμείς οι μετασοβιετικοί είμαστε πλέον πολίτες του κόσμου, με τις δεξιότητες επιβίωσής μας και τις συχνά ζοφερές κοσμοθεωρίες μας. 

Κουβαλούμε τη Σοβιετική Ένωση - μισητή ή αγαπητή, ανάλογα με την περίπτωση - μαζί μας. Δεν ζούμε σε ό,τι έχει απομείνει από αυτήν, αλλά ζει μέσα μας, στα κινούμενα σχέδια που δείχνουμε στα παιδιά μας, στη μουσική που ακούμε, στα βιβλία που παραθέτουμε, στις προκαταλήψεις που τρέφουμε. Και, φυσικά, στα μάτια μας. Εάν δεν είστε ένας από εμάς, μπορεί να διαβάσετε εκεί μια μόνιμη επιφυλακτικότητα.

Κι όμως, ούτε η παγκόσμια επέκταση της μετασοβιετικής διασποράς ούτε η αποτυχία των περισσότερων μετασοβιετικών χωρών να γίνουν ή να παραμείνουν ελεύθερες είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο η Σοβιετική Ένωση είναι ακόμα άταφη 30 χρόνια μετά την κατάρρευση της. Κάθε επόμενη μετασοβιετική γενιά είναι λιγότερο μετασοβιετική από την προηγούμενη.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση του Levada, την οποία παρέθεσα παραπάνω, το 82% των Ρώσων άνω των 55 ετών λυπάται για την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης - μόλις όμως το 33% των ατόμων ηλικίας 18 έως 24 ετών νιώθει το ίδιο. Στο πείραμα του Ariely, όσο λιγότερη "σοσιαλιστική" εμπειρία είχε ένα υποκείμενο, τόσο μικρότερη ήταν η τάση του να εξαπατά. Ακόμη και η γενιά που μεγάλωσε κάτω από μετασοβιετικά αυταρχικά καθεστώτα δεν είναι πιθανό να επηρεάζεται από τη σοβιετική νοοτροπία όσο εμείς ή τουλάχιστον έτσι ελπίζει κανείς.

Η Σοβιετική Ένωση ζει - και το διαπιστώνω με έκπληξη - με την αναζωπύρωση των αριστερών ιδεών, τη δημοφιλία των σχεδίων διόρθωσης της αδικίας από πάνω προς τα κάτω, τα κράτη-νταντάδες τα οποία διανέμουν χρήματα, τις εκστρατείες δυσφήμησης στα κοινωνικά δίκτυα που έχουν σχεδιαστεί για να κλείσουν το στόμα των ανθρώπων και να τους εξαναγκάσουν σε μια τρομακτική συμμόρφωση.

Το παρακολουθώ με όχι μικρό τρόμο, συμπεριλαμβανομένου του Βερολίνου στο οποίο ζω, μιας πόλης που θα πίστευε κανείς ότι θα ήταν για πάντα εμβολιασμένη ενάντια στον αριστερισμό λόγω της ουλής που την διατρέχει κατά μήκος του πρώην Τείχους.  

Σκεφτείτε το ξανά: ο κυβερνητικός συνασπισμός της πόλης, ο οποίος επέβαλε ανώτατο όριο στα ενοίκια και έδωσε στους κρατικούς αξιωματούχους την εξουσία να ορίζουν το ύψος τους ακυρώθηκε από τα δικαστήρια - μόλις όμως επέζησε στις εκλογές και είναι πιθανό να δοκιμαστεί ξανά.

Παρακολουθώ τα εκκεντρικά βίντεο της φλογερής Alexandria Ocasio-Cortez ή του Jean-Luc Melenchon - και ξαναζώ την αφόρητη πλήξη των συνεδρίων του Κομμουνιστικού Κόμματος στην παλιά μου ασπρόμαυρη τηλεόραση.  

Διάβασα τον Thomas Piketty στα γαλλικά - ωστόσο οι γραμμές μεταμορφώνονταν στα πεζά ρωσικά των μεταφράσεων του Μαρξ και του Ένγκελς, πάνω στα οποία κάποτε έπρεπε να γράφω εκθέσεις.

 Οι ιδέες τις οποίες οι κόρες μου κομίζουν στο σπίτι από τα μαθήματά στο σχολείο τους στο Βερολίνο θα έκαναν περήφανους τους δικούς μου δασκάλους, οι οποίοι ήταν όλοι μέλη του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Εκείνο που φοβάμαι είναι ότι...

 

 ακόμη και όταν η βιωμένη εμπειρία του σοβιετικού σοσιαλισμού χαθεί από τη μνήμη λόγω της εναλλαγής των γενεών, αυτές οι μη μετασοβιετικές γενιές θα μπουν στον πειρασμό να προσπαθήσουν ξανά.  

Η διαρκής δύναμη της Σοβιετικής Ένωσης δεν έγκειται στη μετα-αυτοκρατορική δυσαρέσκεια του Πούτιν. Αντίθετα, στηρίζεται στη διαρκή, όπως φαίνεται, ελκυστικότητα των θεωριών που εφάρμοσε και οι οποίες εξάντλησαν τα όριά τους και, αναπόφευκτα, μετατράπηκαν σε άθλιες καρικατούρες του ίδιου του εαυτού τους.

Όσο περισσότερο η βιωμένη εμπειρία της ΕΣΣΔ εξαφανίζεται και ξεχνιέται, τόσο πιο πιθανό είναι η ιστορία να επαναληφθεί, σε μια αναπόφευκτη αναπαράσταση της "Φάρμας των Ζώων".  

Όταν συμβεί αυτό, ο Βλαντιμίρ Ίλιτς Ουλιάνοφ μπορεί να σηκωθεί από το αλεξίσφαιρο γυάλινο φέρετρο του και να περπατήσει ξανά, ως ένα ιδιαίτερα καλά διατηρημένο ζόμπι το οποίο φέρει έναν ιό που δεν έχει ακόμη πεθάνει. 



Δεν υπάρχουν σχόλια: