Στη Λούκα Κατσέλη που σε δύσκολες ώρες αγκάλιασε τον Έλληνα:
εσύ αντιστάθηκες.
Και δούλεψες. Ορθή.
Όταν άλλοι κωφεύοντας
μας φέρανε στο χείλος του γκρεμού,
εσύ μόνο μας άπλωσες το χέρι.
Λίγοι οι νόμοι που γενήκαν αγκαλιά.
Μα ο δικός σου… χέρια πέταξε, κλαδιά
–του Σόλωνα Σεισάχθεια, λες, παλιά-
και μας αγκάλιασε όπως η μάνα τα παιδιά.
και της παράνοιας σπώντας τον κλοιό,
μεσ’ απ’ το παγωμένο του θανάτου χέρι
πόσους απόσπασες, ένας Θεός το ξέρει.
το όνομά σου απ’ τα χείλη ας περάσει,
γεύση αφήνοντάς μας από νέκταρ κι από μέλι
Μετάλλαξες το δάκρυ… σε «Χαμόγελο Κατσέλη»
σάμπως να ‘σουνα όλων μας μάνα,
άστρα ολόχρυσα στο δρόμο να τα βρεις
τα μονοπάτια να φωτίσουνε τα πλάνα.
Μα και το «αχ!» που εσύ τ’ αποκοίμισες
στης νυχτιάς τα βαθιά σκοτάδια,
αλλαγμένο σε χαράς επιφώνημα
φωτεινά να σου κάνει τα βράδια…
Από τη συλλογή «Ακροστιχίδες- Αφιερωματικά»


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου