"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το άθλημα και η αισθητική του

 

Γράφει ο Νάσος Βαγενάς

Ομότιμος καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και παλαιός ποδοσφαιριστής του Εθνικού Πειραιώς.

 

Όποιος δεν έχει παίξει μπάλα στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια δεν ξέρει τι ακριβώς είναι το ποδόσφαιρο. Και όταν είναι διανοούμενος, και μάλιστα περιώνυμος, μπορεί να μιλάει για αυτό με λόγια που να τον εκθέτουν· όπως, λ.χ., ο νομπελίστας Πέτερ Χάντκε που έδωσε σε μια νουβέλα του τον τίτλο Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι (ο τερματοφύλακας δεν νιώθει καμία αγωνία πριν από το πέναλτι ‒ ελπίδα μόνο ότι ο αντίπαλος θα αστοχήσειή όπως ο φιλόσοφος Ζαν Μποντριγιάρ, ο επιρρεπής σε στυλιστικές πιρουέτες του τύπου: «Η εξουσία πρόθυμα βάζει το ποδόσφαιρο να επιφορτιστεί με μια εύκολη ευθύνη, ακόμη και να πάρει πάνω του τη διαβολική ευθύνη της αποχαύνωσης των μαζών»· ή όπως κάποιες ανάλογες νότες ορισμένων διανοητών της Σχολής της Φρανκφούρτης.

Το γεγονός ότι πρόσωπα όπως ο Αλμπέρ Καμί, ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ή ο Μανόλης Αναγνωστάκης ελκύονταν από το ποδόσφαιρο δεν σημαίνει ότι οι περισσότεροι ονομαστοί διανοούμενοι διάκεινται ευμενώς προς αυτό. Σημαίνει απλώς ότι, για τον λόγο που ανέφερα, οι συγγραφείς αυτοί είχαν εσωτερική γνώση του θέματος. Γιατί ήταν σε θέση να αισθανθούν ότι ένας ποδοσφαιρικός αγώνας είναι ‒ το έχουμε ξαναπεί ‒ κάτι περισσότερο από ένα απλό αθλητικό αγώνισμα· ότι είναι δέκαθλο εν συγχρονία.

Ολυμπιονίκης των 100 μέτρων ή του δεκάθλου μπορεί να αναδειχθεί και ένας ηλίθιος. Ενας ποδοσφαιριστής όμως δεν μπορεί να είναι μεγάλος, αν τα σωματικά του προσόντα (ταχύτητα, δύναμη, αντοχή, σθένος, ευλυγισία, αλτική ικανότητα) δεν είναι ικανός να τα ασκεί συγχρόνως και συγκεκραμένα, δηλαδή εν ταυτώ, πράγμα αδύνατον αν δεν διαθέτει υψηλό δείκτη ευφυΐας, δηλαδή οξεία αντίληψη του χώρου και του χρόνου, η οποία είναι ο σημαντικότερος διαμορφωτής της τεχνικής του. Το οποίο σημαίνει ότι ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, στις υψηλότερες στιγμές του, μπορεί να φτάσει στο επίπεδο ενός καλλιτεχνικού θεάματος ανάλογου με εκείνο οι κορυφαίοι συντελεστές του οποίου πρέπει να διαθέτουν προσόντα όμοια με τα προσόντα που διαθέτουν και με τον τρόπο που τα ασκούν οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές. Εννοώ την τέχνη του χορού, με την οποία, στο αποκορύφωμά της, η τέχνη του ποδοσφαίρου είναι ομοούσια.

 

Αλλά μια και βρεθήκαμε στο καλλιτεχνικό πεδίο, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες αισθητικής φύσεως παρατηρήσεις που πιστεύω ότι θα πρέπει να απασχολούν όλους τους ποδοσφαιρόφιλους, διανοούμενους ή μη:

Το ποδοσφαιρικό θέαμα το παρακολουθεί κανείς σήμερα είτε με τη φυσική του παρουσία στο γήπεδο είτε τηλεοπτικώς. Η τηλεοπτική παρακολούθησή του είναι, προφανώς, πιο συμφέρουσα (οικονομικά και σωματικά) και αισθητικώς ελκυστικότερη. Γιατί με τους τρόπους με τους οποίους κινείται ο τηλεοπτικός φακός ‒ με τις πολλαπλές του, σε διαφορετικά σημεία του γηπέδου, κάμερες, τις ποικίλες οπτικές του γωνίες, τις αυξομειούμενες αποστάσεις του από τα διαδραματιζόμενα στον χορτοτάπητα, τα γκρο πλαν και τη δυνατότητα επανάληψης (και σε ρελαντί) των κρισιμότερων φάσεων του αγώνα ‒ ο τηλεθεατής έχει μια αίσθησή του πλουσιότερη και ζωντανότερη από εκείνη του στατικού θεατή της κερκίδας.

Το να μπορείς να παρακολουθείς ανέξοδα σήμερα από τον καναπέ του σπιτιού σου όσους αγώνες όπου γης επιθυμείς είναι ένα προνόμιο αδιανόητο για εκείνους που στιγμιότυπά τους μόνο μπορούσαν να δουν στα ασπρόμαυρα ως το 1960 «Επίκαιρα» των κινηματογράφων. Και αυτό μας φέρνει σε ένα σημαντικό πρόβλημα της καθ’ ημάς τηλεοπτικής αναμετάδοσης των ποδοσφαιρικών αγώνων, το οποίο ‒ απ’ όσο γνωρίζω ‒ δεν έχει μέχρι στιγμής γίνει αντικείμενο κριτικής. Αναφέρομαι στην ποιότητα των τηλεοπτικών σχολιαστών μας, η οποία σε λίγες μόνο περιπτώσεις ξεπερνά το μέτριο και σε ελάχιστες το ικανοποιητικό. Γεγονός που μας κάνει να νοσταλγούμε την εποχή του Γιάννη Διακογιάννη, του «μεγαλύτερου», όπως σωστά έχει ειπωθεί ‒ χάρη στις καίριες γνώσεις του, την ανεπανάληπτη φωνή και το λιτό του ύφος ‒, «ραδιοσχολιαστή όλων των [ελληνικών] εποχών».

Είναι αλήθεια ότι ο κερδοσκοπικός πολλαπλασιασμός των διεθνών ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων, με το επακόλουθο πλήθος των προκριματικών αγώνων, δημιούργησε την ανάγκη μαζικής παραγωγής τηλεσχολιαστών.

Αλλά αυτό…

 

 από κοινού με την εύκολη πρόσβαση στη διαδικτυακή συσσώρευση στοιχείων για τα ποδοσφαιρικά πράγματα, δεν δικαιολογεί την ακατάσχετη, επί παντός του ποδοσφαιρικού επιστητού, λογοδιάρροια των τηλεσχολιαστών μας, που εμποδίζει περισσότερο παρά διευκολύνει την παρακολούθηση των αγώνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: