"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΠΡΟΣΩΠΑ - ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Μαζώ: η νομιμοποίηση της πίστας

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Γράφει ο Βασίλης Βαμβακάς

Καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ.

Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη προκάλεσε κύμα δημόσιου πένθους που ξεπέρασε την αναμενόμενη συγκίνηση για το απροσδόκητο τέλος ενός πολύ δημοφιλούς τραγουδιστή.

Στους δημόσιους «αποχαιρετισμούς» ανακαλείται ο «Μαζώ» με τον οποίο μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά (κυρίως των δεκαετιών του 1990 και του 2000), ο αυθεντικός λαϊκός καλλιτέχνης που δεν απομακρύνθηκε από την καταγωγή του, αλλά και ο μοναχικός, τολμηρός περφόρμερ που έπαιξε με τη μόδα, την υπερβολή και τους καθιερωμένους κώδικες της λαϊκής ανδροπρέπειας.

Η συναισθηματική φόρτιση (ενισχυμένη από τις αποκαλύψεις για τις συνθήκες θανάτου του και την πρόσφατη οικογενειακή και ψυχιατρική του περιπέτεια) και οι διαφορετικές ερμηνείες του φαινομένου «Μαζώ» περιέχουν ασφαλώς βάσιμα στοιχεία της προσωπικής και συλλογικής πρόσληψής του.

Δύο στοιχεία από αυτά, όμως, έχουν ιδιαίτερη σημασία για να κατανοηθεί καλύτερα η πολυσυλλεκτικότητα της αποδοχής που εκφράστηκε εξαιτίας του θανάτου του.

 Το ένα είναι η σύνδεσή του με βιογραφικά στοιχεία της εποχής της «ξέφρενης» διασκέδασης. Ο Μαζωνάκης αποτελεί εκφραστή όχι μόνο μιας παρελθούσας νεότητας, αλλά και μιας άλλης εποχής, μιας γενιάς που μεγάλωσε στην εποχή της τηλεοπτικής κυριαρχίας και της οικονομικής ευημερίας, μία από τις χαρακτηριστικότερες εκδηλώσεις της οποίας ήταν η μαζική βραδινή διασκέδαση και οι καταχρήσεις της. Τραγούδια του όπως «Σάββατο», «Gucci φόρεμα», «Ανήκω σε μένα», «Τρεις το πρωί» λειτουργούν ως συλλογικοί χρονικοί δείκτες αυτής της γενιάς που «μεγαλώνει» ουσιαστικά στην ύστερη Μεταπολίτευση.

Το δεύτερο στοιχείο που συναντάμε στις υπάρχουσες ερμηνείες και είναι σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο Μαζωνάκης βγήκε από το αναμενόμενο καλούπι του λαϊκού τραγουδιστή χωρίς να αρνηθεί τη βασική του αφετηρία και καταγωγή. Συναντήθηκε με πρόσωπα και θεσμούς της «νόμιμης» κουλτούρας: τον Σταμάτη Κραουνάκη, τον Φοίβο Δεληβοριά, τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Από την άλλη, συνεργάστηκε με τη ραπ, την τραπ και τη νεανική μουσική κουλτούρα, ενώ υιοθέτησε στοιχεία της camp και της queer αισθητικής, συγχρονίζοντας την εικόνα του με τις νέες συμπεριληπτικές τάσεις, όπως κάνουν διάσημα ποπ είδωλα διεθνώς.

Ο συνδυασμός της απενοχοποιημένης εκπροσώπησης της γενιάς της διασκέδασης και του ανοίγματος σε νέες τάσεις και διαφορετικές επιρροές έδωσε τη δυνατότητα στον Μαζωνάκη να πετύχει κάτι που ελάχιστοι λαϊκοί τραγουδιστές της γενιάς του κατόρθωσαν: να νομιμοποιήσει σε πολύ διευρυμένα ακροατήρια την κουλτούρα της νυχτερινής πίστας και του «πρωινάδικου», που στη δεκαετία του 1990 και 2000 ήταν συγκοινωνούντα δοχεία.

Η νομιμοποίηση της πίστας που πέτυχε ο Μαζωνάκης έχει και μία ακόμη ερμηνεία. Τα τραγούδια του πετυχαίνουν αυτό που θα ονομάζαμε εκσυγχρονισμό της λαϊκής καψούρας, του κυρίαρχου θέματος του ελληνικού τραγουδιού από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα.

Από τη μια μεριά τραγουδάει τον καημό, τη ζήλια, τα ξενύχτια και την αυτοκαταστροφική υπερβολή (μοτίβα που συναντάμε κατά κόρον στο σκυλάδικο), αλλά ταυτόχρονα επικαλείται την ανάγκη αυτονομίας, το αβέβαιο των σχέσεων και τον φόβο απώλειας του εαυτού μέσα στον δεσμό (συνήθως μοτίβα του έντεχνου ή ροκ). Η καψούρα του Μαζώ γίνεται έτσι η λαϊκή έκφραση μιας σύγχρονης αντίφασης: η αγάπη εξακολουθεί να αποτελεί μια ιερή αξία, αλλά αναζητείται μέσα σε έναν κόσμο ρευστών και επισφαλών δεσμών. Το παλαιό λαϊκό πάθος δεν εξαφανίζεται· αποκτά νέα κοινωνική σημασία. Δεν αφορά πλέον μόνο τη μοίρα, τη θυσία και την εγκατάλειψη, αλλά και την αυτονομία, την αυτογνωσία και την ανακατασκευή του εαυτού. Το τραγούδι «Εγώ αγαπάω αναρχικά» –την εποχή του αντιμνημονιακού κρεσέντο (2012)– συμπυκνώνει αυτή τη σύνδεση παραδοσιακών και (μετα)μοντέρνων αισθημάτων οικειότητας που ο Μαζώ ύμνησε με έναν ιδιαίτερο ρομαντικό ναρκισσισμό.

Εν κατακλείδι, ο Μαζωνάκης έκανε την πίστα χώρο όπου…

 

 μπορούσαν να συναντηθούν λαϊκή συγκίνηση, ποπ αισθητική, μόδα, χορός, ειρωνεία και κιτς θεατρικότητα. Σε αυτή την πίστα ο γνώριμος ερωτικός καημός συναντάει την αγωνία της σύγχρονης ατομικότητας.

Εκεί ήταν και θα παραμείνει το βασίλειο της αθανασίας του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: