Γράφει ο Δημήτρης Κόκορης
Καθηγητής Νεοελληνικής Γραμματείας στη Φιλοσοφική Σχολή (Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής) του ΑΠΘ, συγγραφέας του βιβλίου «Αθλημα ή αθλιότης; Το ποδόσφαιρο και η φιλοσοφία του στη νεοελληνική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα» (εκδ. Πεδίο, 2024).
Τα ποδοσφαιρικά χρονικά χτίζονται με βιωματική ύλη (είτε φανερά είτε υπογείως, όλα τα κείμενα από βιωματική ύλη χτίζονται, αλλά αυτό το θέμα δεν θα συζητηθεί εδώ). Εκπέμπουν υψηλή συναισθηματική θερμοκρασία και ελκύουν τους ποδοσφαιρόφιλους αναγνώστες, με δεδομένο ότι «τα κοσμοϊστορικά γεγονότα» που εξιστορούν δεν είναι πόλεμοι, εκστρατείες, λοιμοί, λιμοί και θεομηνίες, αλλά κατορθώματα μεγάλων ποδοσφαιριστών, διοργανώσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου, μείζονος σημασίας τελικοί και γενικά μεγάλου ενδιαφέροντος ποδοσφαιρικές συναντήσεις.
Οι φοβερές αλλοιώσεις της φύσης του ποδοσφαίρου, που εμφανίζονται ή και γιγαντώνονται σαν προεκτάσεις και συνέπειες του αθλήματος (τυφλή βία, χουλιγκανισμός, άδικη και σπαρακτική απώλεια ανθρωπίνων ζωών, δωροδοκίες, εμπορευματοποίηση και στοιχηματισμός στα όρια του παροξυσμού, κάθε είδους ανήθικες και απάνθρωπες συμπεριφορές) αποτελούν πεδίο μελέτης της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας και, οπωσδήποτε, δεν συμμετέχουν στον σχηματισμό του πυρήνα της φιλοσοφίας του ποδοσφαίρου, παρότι εν μέρει αποτυπώνονται και σε αρνητικά προς το ποδόσφαιρο λογοτεχνικά κείμενα.
Ποιήματα, μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα για το ποδόσφαιρο υπάρχουν πολλά και καλά. Ωστόσο, ίσως τον υψηλότερο βαθμό απόλαυσης στον ποδοσφαιρόφιλο αναγνώστη παρέχουν ορισμένες δοκιμιακές καταθέσεις. Το δοκίμιο ως εκ της ελλόγως αρχιτεκτονημένης δόμησής του (βασική θέση, συλλογιστική πορεία, επιχειρήματα) πρωτευόντως προκαλεί διανοητική διέγερση και δευτερευόντως συναισθηματική ανάταση.
Εδώ, όμως, μιλάμε για στοχαστικό δοκίμιο, συνοδευμένο από τον χτύπο της καρδιάς και νοτισμένο από την υγρασία της ψυχικής έντασης. Υφολογικώς ξηρά δοκίμια για το ποδόσφαιρο, αρθρωμένα με την αυστηρή γλώσσα της πραγματείας βεβαίως και υπάρχουν, αλλά βρίσκονται στην πολύ μακρινή περιφέρεια της λογοτεχνικής ποδοσφαιρικής έκφρασης. Σε ορισμένα σημεία τους εφάπτονται της φιλοσοφίας του ποδοσφαίρου, θεωρώντας κατά κανόνα το ποδόσφαιρο αντιπνευματικό και αρνητικό κοινωνικό φαινόμενο.
Τιμούμε ουσιαστικά τους σπουδαίους διανοητές, όταν σταχυολογούμε και κρίνουμε και τις αστοχίες τους (όποιος παλεύει και προσφέρει είναι αδύνατον να αποφύγει τα λάθη), χωρίς να τους αγιογραφούμε, υμνολογώντας τους. Με κάθε ειλικρίνεια, υποκλινόμαστε στις φιλοσοφικές παρεμβάσεις των μειζόνων εκπροσώπων της Σχολής της Φραγκφούρτης και το ίδιο ισχύει για τη συνεισφορά του Λουί Αλτουσέρ και των μαθητών του, που συνέπηξαν ως ρεύμα σκέψης μία Σχολή, τιτλοφορημένη με το επώνυμο του γάλλου φιλοσόφου.
Οι περισσότεροι από αυτούς και, βεβαίως, οι όχι λίγοι εν Ελλάδι θιασώτες τους, θεώρησαν το ποδόσφαιρο πιστό αντίγραφο της καπιταλιστικής κοινωνίας (Σχολή της Φραγκφούρτης), καθώς και εκμαυλιστικό των ανθρωπιστικών αξιών ιδεολογικό εργαλείο του αστικού κράτους (Σχολή Αλτουσέρ). Επειδή δεν τους άρεσε το ποδόσφαιρο, το αντίκρισαν αφ’ υψηλού και εκ του μακρόθεν, χωρίς μέθεξη και αγάπη, εστιάζοντας το βλέμμα σε ορισμένες κοινωνικές επιπτώσεις του. Είχαν δίκιο σε ορισμένες διαπιστώσεις τους, αλλά η ματιά τους παρέμεινε ελλιπής και αποσπασματική, χωρίς εμβάθυνση στον εσώτερο φλοιό του αθλήματος.
Το ποδόσφαιρο έχει και μια εσωτερική φιλοσοφία (ορισμένοι τη θεωρούν και εκπαιδευτικής φύσεως ή και στόχευσης), ριζωμένη στο παιγνιωδώς συνεργάζεσθαι για τη νίκη του συλλόγου, στο εν συγκρούσει αλλά και εν σεβασμώ συνυπάρχειν με τον αντίπαλο, στο ψυχαγωγείσθαι, στο εν ελευθερία πράττειν, τηρώντας όμως τους κανόνες· φιλοσοφία, που απέδωσαν και σε δοκιμιακά κείμενά τους, παγκόσμιας εμβέλειας συγγραφείς (Αλμπέρ Καμί, Εντουάρντο Γκαλεάνο κ.ά.).
Το καλύτερο ελληνόγλωσσο δοκίμιο για το ποδόσφαιρο γράφτηκε από τον …
Μανόλη Αναγνωστάκη, «τον πρύτανη των ελλήνων ποδοσφαιρολόγων», όπως έχει αποκληθεί από τον Νάσο Βαγενά.
Δεν υπολείπεται σε συναισθηματική θέρμη η δοκιμιακή για το ποδόσφαιρο έκφραση των δύο αντιπρυτάνεων, δηλαδή του Νάσου Βαγενά και του Γιώργου Μαρκόπουλου.
Επειδή και οι τρεις είναι σπουδαίοι ποιητές (η υψηλή θέση του Αναγνωστάκη στον λογοτεχνικό κανόνα είναι ήδη παγιωμένη και των Βαγενά και Μαρκόπουλου με ευστάθεια εδώ και καιρό εδραιώνεται), δεδομένης και της αθεράπευτης ποδοσφαιροφιλίας τους, ενέδυσαν και την ποδοσφαιρική δοκιμιογραφία τους με λόγο ποιητικό, εικονοπλαστικά διεγερτικό και συγκινησιακά παλλόμενο, με αποτέλεσμα...
ακόμη και οι ορκισμένοι εχθροί του ποδοσφαίρου να μην προσπερνούν με αβασάνιστο μορφασμό απαξίωσης δοκιμιακά κείμενα σαν το «Αγιαξ, για πάντα Αγιαξ» (Μανόλης Αναγνωστάκης, εφ. «Η Αυγή», 28/10/1984), σαν το «Ω, τι στιγμές μου χάρισες και μου χαρίζεις» (Γιώργος Μαρκόπουλος, εφ. «Ελευθεροτυπία», 26/6/1998), σαν το «Μέσι, για πάντα» (Νάσος Βαγενάς, εφ. «Το Βήμα», 17/6/2018).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου