"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Βάλε τα χρυσαφικά στην κατσαρόλα

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Πώς γίνεται και σχεδόν κάθε μέρα πείθουν μια γιαγιά να βάλει τα κοσμήματα και τις οικονομίες της σε μια κατσαρόλα και να τα δίνει εθελοντικά σε δήθεν εκπροσώπους του ΔΕΔΔΗΕ για να μην της τα κλέψουν οι εξωγήινοι;

Και να δείχνει το γεγονός η τηλεόραση είκοσι φορές και να προειδοποιεί και, την επόμενη μέρα, πάλι, με άλλη γιαγιά να γίνονται τα ίδια;

Κι αυτό να επαναλαμβάνεται εδώ και κάποια  χρόνια – είναι να απορείς.

Και είναι να απορείς, κατ’ αρχάς με το αστείρευτο θράσος των απατεώνων, με την απλοϊκότητα-ηλιθιότητα του τεχνάσματος και με το ότι αυτό συνεχίζει να «πιάνει», παρά τη διαρκή δημοσιότητα. Που σημαίνει πως τα λαμόγια, αλλά ιδίως τα κορόιδα, δεν έχουν τελειωμό, αναπαράγονται αενάως και πως ο ΔΕΔΔΗΕ, για κάποιον λόγο, έχει μεγάλο κύρος στην τρίτη ηλικία, τον σέβονται λες και πρόκειται για τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων.

Οπως και κάποιους δήθεν λογιστές, που μαδάνε με ανάλογους τρόπους γέροντες και γηραιές κυρίες – ή άλλους τύπους που ψειρίζουν παππούδες με το κόλπο του τροχαίου, ότι δήθεν η κόρη τους έμπλεξε σε τρακάρισμα και τα λοιπά.

Αυτά τα αβάσταχτα πασίγνωστα τρικ, πώς συνεχίζουν να πιάνουν;

Είναι να απορείς. Αλλά γιατί να μένεις ενεός και να αναρωτιέσαι, όταν κατ’ αντιστοιχία συμβαίνουν τα ανάλογα σε κάθε εκδοχή της ζωής – και όχι μόνο σε καλοκάγαθους ή αργοπορημένους γέροντες, αλλά ακόμα και σε εφήβους, εδώ και χρόνια, ή εδώ και αιώνες;

Πώς γίνεται λοιπόν κάθε γενιά να καταπίνει το σκουμπρί της επανάστασης, της εξέγερσης, της ευθύνης διόρθωσης του κόσμου, κι αυτό το αβάσταχτο κλισέ, κάθε φορά, σε κάθε γενιά, να πρέπει να το υποστούμε με επαινετική συγκατάβαση;

Διότι, δήθεν, έτσι πρέπει να είναι οι νέοι ως τα τριάντα, οπότε και θα αρχίσουν σιγά σιγά, με ρεαλιστικό τρόπο και υποκλινόμενοι, να λένε «μάλιστα κ. διευθυντά», κι αυτό να θεωρείται πάλι φυσιολογικό και αξιέπαινο, ως ένα είδος ντετερμινισμού και τελικής, φυσιολογικής πλαγιομετωπικής με την πραγματικότητα, μετάλλαξης στα όρια της φυλομετάβασης.

 

Γιατί κάθε φορά να ανεχόμαστε τα ίδια και τα ίδια, όλη την ατελεύτητη μπαναλιτέ διαφόρων που ανακυκλώνουν τα κλισέ με τον πιο βαρετό και προβλεπτό τρόπο, παίρνοντας την προαιώνια πόζα του ελευθερωτή, του κοσμοδιορθωτή, του πλασιέ της δήθεν μεγάλης ιδεολογίας (που κατά βάση αγνοεί);

Και να σου λέει με πάθος όσα ακούς εδώ και πενήντα χρόνια, απαράλλαχτα, να αναμασά τα μπαγιάτικα στερεότυπα που νομίζει πως είναι φρέσκιες, προοδευτικές σοφίες;

Αντε σάλτα και ξύνε πατσές, ρε φίλε. Εχουμε βαρεθεί ακόμα και τον εαυτό μας που συνεχίζει να τα ανέχεται όλα αυτά.

Θα πεις: στη Ρούμελη και στον Μοριά, όλοι χορεύουν την «Ιτιά» – ε, και λοιπόν;

Πρέπει να τη χορεύουμε κι εμείς διά παντός;

Πες μας κάτι φρέσκο νεαρέ, να βγούμε κι εμείς απ’ τον λήθαργο. Μίλησέ μας για ένα αλλιώτικο μέλλον, χωρίς τουλάχιστον τους πιο αχώνευτους από τους Πετσενέγους που νέμονται σήμερα τον προοδευτικό και τον συντηρητικό λόγο κατατρώγοντας και τις πατρίδες και τον πλανήτη ολόκληρο. Πες μας κάτι άλλο, όχι τα αριστεριλίκια του μπαρ και τα κλισέ της θείας μου της κουφής – και, εν πάση περιπτώσει, αν δεν μπορείς – που δεν μπορείς – κάνε καμιά άλλη καλή δουλειά να πας μπροστά, να δουλέψουν κι άλλοι και να φάνε ψωμί, να βοηθήσεις έτσι και τη χώρα, κι άσε τις σάπιες, παλιές, μεγάλες ιδέες για τα μη-πρωτότυπα πνεύματα.

Οπότε, ναι. Οι γιαγιάδες τρώνε το παραμύθι με τον ΔΕΔΔΗΕ και παραδίνουν τα δαχτυλίδια τους στην κατσαρόλα, αλλά το ίδιο σε παραλλαγή, γίνεται διαρκώς και παντού.

Κάθε μέρα ίδια τροχαία, ίδιοι θάνατοι. Ιδιοι πνιγμοί. Κάθε μέρα μια γυναικοκτονία. Μια απάτη, μια απ’ τα ίδια – και χωρίς να μπλέκουν τον ΔΕΔΔΗΕ.

Κι άλλοι, νέοι υποτίθεται, πάνε στον Γράμμο και στο Βίτσι και κάνουν γιούργια στις πλαγιές αναπαριστώντας τον εμφύλιο, ενώ έτεροι μείναν στα Κάρμινα Μπουράνα ή στην παλαιστινιακή μπαντάνα.

Και άλλοι και άλλες, κβαντικής καταγωγής, ανακάλυψαν αίφνης την πολιτική και τη δικαιοσύνη, ως υποκατάστατο μιας πασαρέλας στην οποία ουδέποτε μπόρεσαν να περπατήσουν και το κάνουν τώρα εις τα δυσμάς του βίου, ως μετωνυμική υπεραναπλήρωση.  (Η Βουγιουκλάκη, ως πρότυπο, βασάνισε, χωρίς να το θέλει, πολύν κόσμο).

Και μετά μας κάνουν εντύπωση οι καλοκάγαθες γραίες που παραδίνουν τα κοσμήματά τους μέσα στην κατσαρόλα, σε «στελέχη» του ΔΕΔΔΗΕ.

Τίποτε πιο σύνηθες.

Η αφέλεια έχει πολλά ποδάρια και άλλα τόσα η ευπιστία, η μωροπιστία, ο ζηλωτισμός – άσε, δε, και ο αφορολόγητος πατριωτισμός. Εκεί κι αν έχει υπερήρωες της φακής (και πίσω φινιστρίνι) και μονόφθαλμους Κύκλωπες χωρίς μονόκλ, σαν εκείνον του Νόλαν (στα όρια της καρικατούρας) που ψάχνουν για νέα κοπάδια στα τυφλά.

Ο καθείς δηλαδή...

 

 ανάλογα με το μοτέρ που φοράει, πιστεύει και τα ανάλογα.

Φτιάχνει έναν βολικό κόσμο, τσίγκινο, μιαν κατσαρόλα, βάζει μέσα όλα του τα χρυσαφικά και τα παραδίδει σε κάποιον καθοδηγητή ενός κάποιου ΔΕΔΔΗΕ. «Μού ‘φαγες όλα τα δαχτυλίδια, μ’ έχεις και κοιμάμαι, κοιμάμαι στα σανίδια».

Δεν υπάρχουν σχόλια: