ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΗΠΑ: Τραμπ - Κλίντον: Εξωτερική πολιτική - 8 προβλήματα και μερικά συμπεράσματα για τις αμερικάνικες εκλογές
Ο πρόεδρος που θα αναδειχθεί στις αμερικανικές εκλογές της 8ης
Νοεμβρίου καλείται να διαχειριστεί μια σειρά από εξωτερικά προβλήματα
μερικά από τα οποία δημιουργήθηκαν, εσκεμμένα ή ανεπίγνωστα, εξαιτίας
της πολιτικής των ΗΠΑ.
Με λίγα λόγια, ο νέος πρόεδρος πρέπει να
διορθώσει όσα έκαναν οι προηγούμενες αμερικανικές διοικήσεις, ιδιαίτερα
εκείνη του Τζορτζ Μπους, η οποία εντάσσεται, φυσικά, σ’ ένα ιστορικό
συνεχές λαθών και κακών υπολογισμών.
Αν ο Ντόναλντ Τραμπ δεν ήταν το απεχθές άτομο που είναι–
καταδεικνύοντας πόσο έχει εκπέσει το επίπεδο των ηγεσιών– θα μπορούσαμε
να ακούσουμε ορισμένες προτάσεις του για την εξωτερική πολιτική· τώρα,
δεν μπορούμε· κατά κάποιον τρόπο, το μέσο είναι το μήνυμα.
Όσο για τη
Χίλλαρυ Κλίντον, οι προτάσεις της είναι πιο επεξεργασμένες αλλά
αντανακλούν το κατεστημένο που, ως κατεστημένο, δεν αναγνωρίζει τα
σφάλματά του, ούτε προσβλέπει σε αλλαγή πορείας.
Το πρώτο πρόβλημα είναι, νομίζω, οι σχέσεις με τη Ρωσία. Όχι μόνο
επειδή είναι επείγον, αλλά και επειδή η αντιμετώπισή του μπορεί να
βοηθήσει σε σχετική επίλυση της σύγκρουσης με το Ισλάμ ή να οδηγήσει σε
επιδείνωσή της.
Οι περισσότεροι Αμερικανοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι
σχέσεις με τη Ρωσία εξελίσσονται σε νέα φάση του Ψυχρού Πολέμου.
Πράγματι, η Ρωσία του Βλάντιμιρ Πούτιν επιδεικνύει μεγαλοϊδεατισμό
(στήριξη των αυτονομιστών της ανατολικής Ουκρανίας, προσάρτηση της
Κριμαίας) και τροφοδοτεί τον παραδοσιακό αντιαμερικανισμό των Ρώσων. Η
Χίλλαρυ Κλίντον χαρακτηρίζει τον Πούτιν «νταή» και τις σχέσεις
ΗΠΑ-Ρωσίας «περίπλοκες» – στη δε προεκλογική εκστρατεία του 2008 είχε
πει, ως μη όφειλε: «Ο κ. Πούτιν είναι πρώην πράκτορας της KGB, άρα δεν
έχει, εξ ορισμού, ψυχή.»
Σ’ αυτό, ο Ρώσος πρόεδρος απάντησε ότι οι
ηγέτες δεν χρειάζονται ψυχή αλλά μυαλό.
Στη συνέχεια, ως υπουργός
Εξωτερικών, η Κλίντον προσπάθησε να προσεγγίσει τον Πούτιν, πλην όμως
από θέση ισχύος: δεν θέλησε, ή δεν μπόρεσε, να τον εντάξει – πράγμα που
θα ήταν έξυπνο – στον πολιτισμένο και ανεπτυγμένο κόσμο, στη Δύση υπό
την ευρύτερή της έννοια. Η Ρωσία υπήρξε συνιστώσα του δυτικού πολιτισμού
και η συνεισφορά της πρέπει, νομίζω, να αναγνωριστεί και να
χρησιμοποιηθεί σε μια γενικότερη στρατηγική ειρήνης και συνεργασίας.
Ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να κατανοεί καλύτερα τη δυναμική της Ρωσίας
και την ωφελιμότητα της συμμαχίας για την ειρήνευση στη Μέση Ανατολή
και στην Κεντρική Ασία. Σ’ αυτή την κατανόηση τον βοηθάει η απουσία
ψυχής· οι ομοιότητες με το ηγετικό περίγραμμα του Πούτιν. Εξού η
προτίμηση του Ρώσου προέδρου για τον Τραμπ έναντι της Κλίντον – αν και
συντρέχουν κι άλλοι λόγοι: ρωσικός μισογυνισμός, απέχθεια στην
οικογένεια Κλίντον και τα τοιαύτα. Παραλλήλως, ο Τραμπ είναι απρόβλεπτος
και αντιφατικός: η ορθή υπόσχεση για προσέγγιση της Ρωσίας μπορεί να
αθετηθεί αμέσως αν ο Πούτιν εκφράσει κάτι διφορούμενο για τις ΗΠΑ ή για
τον ίδιο τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο. Κοντολογίς, η θέση του Τραμπ για
κοινό μέτωπο με τη Ρωσία έχει εύθραυστο και σκοτεινό υπόβαθρο. Από την
άλλη πλευρά, η νεο-ψυχροπολεμική θέση της Κλίντον είναι αναχρονιστική
και αντιπαραγωγική.
Πάμε παρακάτω. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει έμμονη ιδέα με την ασύμμετρη
ανάπτυξη της Κίνας την οποία κατηγορεί ότι «κλέβει θέσεις εργασίας»: το
πρόγραμμά του περιλαμβάνει υψηλούς δασμούς στα κινεζικά προϊόντα «αν η
Κίνα δεν επαναδιαπραγματευτεί τις εμπορικές συμφωνίες» (Δεν πρόκειται να
επαναδιαπραγματευτεί).
Εδώ ο Τραμπ απομακρύνεται εντελώς από την
πραγματικότητα απειλώντας να ενισχύσει την αμερικανική στρατιωτική
παρουσία στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας και να καταργήσει την Δια-ειρηνική
εμπορική συμφωνία στην οποία συμμετέχει και η Ιαπωνία.
Όσο για την
Κλίντον, αν και καταγγέλλει την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και
την περιβαλλοντική καταστροφή στην Κίνα (πράγμα που δεν κάνει ο Τραμπ),
φαίνεται να αντιλαμβάνεται το κινεζικό μέγεθος και την κινεζική ισχύ
(πράγμα που δεν κάνει ο Τραμπ). Εξάλλου, το 2009 η Χίλλαρυ Κλίντον
συμμετείχε –και καλώς έκανε– στη δρομολόγηση μιας ετήσιας διάσκεψης
ΗΠΑ-Κίνας για στρατηγικά και οικονομικά ζητήματα.
Τρίτο πρόβλημα, οι σχέσεις με την Ευρώπη. Η επικείμενη έξοδος της
Βρετανίας από την ΕΕ και οι πολλαπλές ρωγμές της Κοινότητας, η πτώση του
βιοτικού επιπέδου σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες και η προσφυγική κρίση
έχουν oξύνει την αμερικανική αλαζονεία: από τότε που σας αφήσαμε μόνους
σας τα θαλασσώσατε.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, που έχει την τάση να μιλάει χωρίς
περιστροφές (κάτι που δεν επιτρέπεται να κάνουν οι πολιτικοί)
χαρακτηρίζει τις Βρυξέλλες «κόλαση» – σημειώνω ότι ο Τραμπ, που
ταξιδεύει με το ιδιωτικό του Boeing 757, είναι, στην ουσία, αταξίδευτος:
επισκέπτεται καζίνα και γήπεδα του γκολφ· παρευρίσκεται σε καλλιστεία·
διαμένει σε μεγάλα ξενοδοχειακά συγκροτήματα. Έτσι, δεν έχει δει καμιά
ευρωπαϊκή χώρα – ίσως πιστεύει ότι εμείς οι Ευρωπαίοι ζούμε σε σπήλαια.
Από την άλλη πλευρά, με τον απλοϊκό του τρόπο, έχει δίκιο όταν κατηγορεί
τη Γαλλία και το Βέλγιο για νομοθεσία που δυσχεραίνει την αντιμετώπιση
της τρομοκρατίας. Όμως, του διαφεύγει εντελώς ότι η ισλαμική τρομοκρατία
δεν αντιμετωπίζεται μόνο με αστυνομικά μέτρα, ή, ακόμα χειρότερα, με
ατομική οπλοφορία.
Στις σχέσεις με την Ευρώπη, η Χίλλαρυ Κλίντον είναι σαφής και
υπογραμμίζει την ενότητα του ευρω-ατλαντικού κόσμου. Όπως οι
περισσότεροι Liberals αναγνωρίζει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ως θεμέλιο του
αμερικανικού – οι Ρεπουμπλικανοί ήταν ανέκαθεν πιο επαρχιώτες από τους
Δημοκρατικούς· άρα, διανοητικά στενότεροι. Ωστόσο, η Κλίντον συμφωνεί με
τον Τραμπ ότι οι ευρωπαϊκές χώρες δεν συνεργάζονται αρμονικά με τις ΗΠΑ
στην αντιμετώπιση της ισλαμικής τρομοκρατίας κι ότι η αντιτρομοκρατική
πολιτική τους παραείναι “soft”. Αλλά η Κλίντον τηρεί αιδήμονα σιγή για
τα αίτιά της ενώ ο Τραμπ δηλώνει, χωρίς να εμβαθύνει, ότι ο πόλεμος στο
Ιράκ και η αποχώρηση αργότερα άφησαν πίσω τους «κενό εξουσίας» το οποίο
κατέλαβαν τα ιστορικά ισλαμικά μίση. Μακρά συζήτηση αυτή.
Το τέταρτο πρόβλημα –τα όρια και οι όροι της μετανάστευσης– διχάζει
περισσότερο από κάθε άλλο το αμερικανικό κοινό και απασχολεί τις ΗΠΑ εδώ
και πολλές δεκαετίες. Άραγε «γέμισε» η χώρα; Ή υπάρχει περιθώριο για
νέους μετανάστες; Και με ποια κριτήρια θα γίνεται η διαλογή;
Ο Ντόναλντ
Τραμπ απαντά με δυσάρεστους χαρακτηρισμούς για τους μετανάστες από την
Κεντρική και Νότια Αμερική, ιδιαίτερα από το Μεξικό – και υπόσχεται να
υψώσει, με μεξικανικά έξοδα, τείχος μήκους περίπου χιλίων μιλίων στα
νότια σύνορα. (Φυσικά, ο Μεξικανός πρόεδρος Ενρίκε Πένια Νιέτο αρνείται
να πληρώσει).
Η Κλίντον κάνει λόγο για «μεταρρύθμιση» της
μεταναστευτικής πολιτικής αν και δεν διατυπώνει ανοιχτά το πρόβλημα της
οικογενειακής επανένωσης που δημιούργησε την ατέλειωτη μεταναστευτική
αλυσίδα. Η θέση της για νομιμοποίηση εκατομμυρίων παράτυπων μεταναστών
(υποτίθεται ότι υπάρχουν 11 εκατομμύρια στο αμερικανικό έδαφος) δεν
είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, αλλά η απέλαση ενός τόσο μεγάλου αριθμού
ατόμων θεωρείται επίσης προβληματική. Νομίζω ότι στο ζήτημα αυτό, η
Κλίντον δεν είναι ξεκάθαρη – εξάλλου, προσβλέπει στη στήριξη των Λατίνων
και ιδιαίτερα των γυναικών, οπότε έχει συμφέρον να υπεκφεύγει.
Ρωσικός μεγαλοϊδεατισμός, κινεζική πρόκληση, Ευρώπη σε κρίση,
ισλαμική μετανάστευση – το πέμπτο πρόβλημα που θα χρειαστεί να
αντιμετωπίσει ο/η πρόεδρος των ΗΠΑ είναι η απεμπλοκή από το Ιράκ. Ο
Μπαράκ Ομπάμα προσπάθησε να αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα αλλά η
κατάσταση στη Μέση Ανατολή είναι πολύ πιο περίπλοκη από όσο νομίζουν οι
ευκαιριακοί παρατηρητές των διεθνών σχέσεων. Φεύγοντας οι Αμερικανοί
αφήνουν πίσω αλληλοσφαγιαζόμενους Σουνίτες, Σιίτες και Κούρδους· τη
σουνιτική κυβέρνηση που μισεί το Ιράν και που δεν δείχνει ιδιαίτερη
προθυμία να πολεμήσει το ISIS· την Τουρκία που θέλει να αναμειχθεί με το
μέρος των Σουνιτών και εναντίον των Κούρδων.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει
αντιληφθεί την γκάφα της αμερικανικής πολιτικής στο Ιράκ και, εφόσον δεν
συμμετείχε στον πολιτικό κόσμο όταν ελήφθησαν οι σχετικές αποφάσεις,
μπορεί να δηλώνει ελεύθερα ότι ο Τζορτζ Μπους έκανε «χοντρό φάλτσο».
Συμφωνούμε – μόνο που δεν το έκανε μόνος του: εξασφάλισε, μέσω της
προπαγάνδας, ικανή συναίνεση. ;Aλλωστε, ούτε η θέση του Τραμπ το 2003
ήταν ξεκάθαρη: σε τηλεοπτικές εκπομπές έκανε λόγο για την αμερικανική
παντοδυναμία. Πιθανώς, ο άνθρωπος δεν είχε ιδέα πού πέφτει το Ιράκ και,
όπως η Σάρα Πέιλιν, το μπέρδευε με το Ιράν.
Η Χίλλαρυ Κλίντον, που επιδεικνύει περισσότερο ρεαλισμό από τον
Ντόναλντ Τραμπ, αναγνωρίζει ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να εγκαταλείψουν το
Ιράκ. Αλλά, αντίθετα από τον Τραμπ, έχει ευθύνη για όσα συνέβησαν: το
2002, ως μέλος της Γερουσίας, ψήφισε υπέρ «της χρήσης στρατιωτικής
ισχύος» στο Ιράκ· ύστερα, μετάνιωσε· οι ΗΠΑ είναι η κατ’ εξοχήν χώρα
όπου οι πολιτικοί ζητούν συγνώμη ξανά και ξανά. Στο «λάθος» που δεν
μπορεί παρά να συνεχιστεί –η Κλίντον έχει παγιδευτεί στην περιοχή
εξαιτίας της προέλασης του ISIS και του πολέμου στη Συρία–
συμπεριλαμβάνεται κάποια εμπιστοσύνη στις ιρακινές κυβερνητικές δυνάμεις
(οι οποίες είναι ξεχαρβαλωμένες και διχασμένες), καθώς και η
επαμφοτερίζουσα σχέση με τους Κούρδους (που επίσης δεν αποτελούν ενιαίο
σώμα). Και μολονότι η Τουρκία έχει αναγκάσει τις ΗΠΑ να εντάξουν το
αυτονομιστικό κουρδικό κίνημα στη διεθνή τρομοκρατία, αμφότεροι οι
υποψήφιοι για την αμερικανική προεδρία παραδέχονται ότι χωρίς τους
Κούρδους δεν θα είχαν κανένα ορθολογικό στήριγμα στην περιοχή.
Έκτο πρόβλημα: το Ιράν και η πυρηνική του προοπτική:
Ο Ντόναλντ Τραμπ
είναι έξαλλος με την πρόσφατη προσέγγιση που επιχείρησε ο Ομπάμα και
έχει συμπεριλάβει στο πρόγραμμά του «κυρώσεις» εναντίον του Ιράν.
Εννοείται πως η όλη υπόθεση των κυρώσεων έχει αποδειχτεί φιάσκο – κανείς
δεν παίρνει τις κυρώσεις στα σοβαρά.
Η Κλίντον, όπως στις περισσότερες
περιπτώσεις, προτίθεται να συνεχίσει την πολιτική της κυβέρνησης Ομπάμα –
άρα, όποιος ενδιαφέρεται για ρήξεις και καινούργιες περιπέτειες μάλλον
πρέπει να στραφεί στον Τραμπ.
Η πολιτική της Κλίντον μοιάζει με
προσεκτικό περπάτημα σε ναρκοπέδιο: έχει πλεονέκτημα έναντι του Τραμπ
επειδή διαθέτει πείρα, επειδή ξέρει πάνω-κάτω πού βρίσκονται οι νάρκες.
Μερικές τις έβαλε η ίδια.
Φτάνουμε στο ISIS. Eδώ ο Τραμπ δεν καταλαβαίνει τίποτα και πιστεύει
ότι με κυνηγητά και με βασανιστήρια θα κατατροπώσει τους
«αντεροβγάλτες». Το ενδιαφέρον σημείο είναι ότι προτίθεται να
παραχωρήσει πρωτοβουλίες στη Ρωσία, ενώ η Κλίντον επαναπαύεται σε μια
φαντασιακή συμμαχία Σουνιτών και Κούρδων – πλην όμως, οι Σουνίτες και οι
Κούρδοι αλληλομισούνται· επιπλέον, το ISIS είναι σαλαφιστές Σουνίτες,
δηλαδή πιο κοντά στους Σουνίτες παρά στους Σιίτες. Άρα, επιστρέφουμε στο
μηδέν. Η Χίλλαρυ Κλίντον προτείνει no fly zone στον εναέριο χώρο της
Συρίας, πράγμα με το οποίο διαφωνούσε ο πρόεδρος Ομπάμα διότι φοβόταν
την αντίδραση της Ρωσίας που βομβαρδίζει αντικυβερνητικές δυνάμεις
στηρίζοντας τον Άσαντ. Νομίζω ότι η Κλίντον θα ήθελε επίσης να στηρίξει
τον Άσαντ –αν τον στήριζε θα μπορούσε να του ζητήσει μεταρρυθμίσεις εν
καιρώ ειρήνης– αλλά δεν τολμάει. Είναι πολύ αργά.
Όγδοο πρόβλημα: η πυρηνική συμφωνία του Ομπάμα με το Ιράν προκάλεσε
την οργή του Νετανιάχου ο οποίος εφαρμόζει πολιτική take no prisoners
που αρέσει στον Τραμπ· του ταιριάζει ψυχικά. Πάντως ο Τραμπ, ενώ
επέκρινε τον Ομπάμα για τη συμφωνία με το Ιράν, στις ομιλίες του δεν
φάνηκε να γνωρίζει με ακρίβεια την ισραηλινο-παλαιστινιακή διένεξη και
περιορίστηκε σε γενικότητες. Ως εκ τούτου, οι Αμερικανο-εβραίοι
εμπιστεύονται περισσότερο τη Χίλλαρυ Κλίντον διότι εκπροσωπεί ένα είδος
status quo που ίσως δεν είναι απολύτως ικανοποιητικό, βρίσκεται όμως
στον σωστό δρόμο.
Για το Ισλάμ και τους μουσουλμάνους, ο Ντόναλντ Τραμπ ζήτησε, στην
ουσία, συνταγματική αναθεώρηση και μάλιστα σε θεμελιώδη τροπολογία περί
ανεξιθρησκίας. Η ισλαμοφοβία του, αν και ειλικρινής, τον κατέστησε “one
issue candidate” εφόσον ήταν ο μόνος στην πολιτική σκηνή που τη
διατύπωνε χωρίς επιφυλάξεις και αστερίσκους. Κοντολογίς, το μεγαλύτερο
μέρος των ψηφοφόρων του έλκεται από την απενοχοποιημένη ισλαμοφοβία του –
στην πραγματικότητα, ο Τραμπ δεν συλλαμβάνει την ισλαμική απειλή·
πιστεύει ακόμα ότι οι ΗΠΑ είναι, κατά κάποιον τρόπο, πανίσχυρες (δεν
είναι). Αντιθέτως, η Κλίντον φοβάται πραγματικά και προσπαθεί να
κατευνάσει τους μουσουλμάνους μέσα και έξω από τις ΗΠΑ. Η αρχική πρόταση
του Τραμπ ήταν η απαγόρευση εισόδου των μουσουλμάνων στη χώρα·
αργότερα, την τροποποίησε λέγοντας ότι «πρέπει να απαγορευτεί η είσοδος
ατόμων από τρομοκρατικές χώρες» – σωστό. Η Κλίντον απάντησε, ευλόγως,
ότι μια τέτοια στάση είναι “un-American” (σωστό) και, δυνάμει,
επικίνδυνη για τις διεθνείς σχέσεις (σωστό κι αυτό). Το στοίχημα είναι
να μη δημιουργηθούν περισσότεροι εχθροί στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.
Έχουν δημιουργηθεί αρκετοί.
Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν αντιλαμβάνεται πώς λειτουργεί η παγκόσμια
σκακιέρα: βλέπει τη χώρα του, καθώς και τις άλλες χώρες, σαν
επιχειρήσεις. Αλλά έχει δίκιο όταν επιμένει πως το ΝΑΤΟ είναι ένα
απολίθωμα: οι στόχοι και η δομή της Ατλαντικής Συμμαχίας πρέπει να
προσαρμοστούν στον σύγχρονο μετα-ψυχροπολεμικό κόσμο. Μακρά συζήτηση κι
αυτή.
Συμπερασματικά:
O Ντόναλντ Τραμπ διατυπώνει μη-πολιτικό λόγο· οι
προτάσεις και οι δεσμεύσεις του απευθύνονται σε ένα ανιστόρητο και
αγεωγράφητο κοινό που μοιάζει με παρέα· πράγματι, εκστομίζει όσα
ακούγονται στις παρέες με το ύφος με το οποίο ακούγονται στις παρέες.
Ταυτίζει την πολιτική με την κερδοφορία, τον θεσμικό παράγοντα με τον
ωφελιμιστικό.
Η Κλίντον εμφανίζεται ως το αντίθετο άκρο: είναι
συντηρητική· ακολουθεί την πεπατημένη· πασχίζει να διατηρήσει τις
ευπαθείς ισορροπίες. Το ότι γνωρίζει το βάθος του προβλήματος δεν
σημαίνει ότι έχει τις λύσεις. Ωστόσο, ο Τραμπ βρίσκεται σε μειονεκτική
θέση – δεν γνωρίζει καν το πρόβλημα.
Ετικέτες
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ,
ΔΙΕΘΝΗ,
ΗΠΑ,
ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου