Σε λίγο θα γυρίσω στις διορθώσεις, όμως ένα πράμα μου τριγυρίζει στο μυαλό. Πρέπει, λέει, να τον ψηφίσουμε για το καλό μας.
Ήταν η τρίτη κυρία που με πήρε τηλέφωνο. Αυτόν τον συγκεκριμένο. Πρέπει. Το είπε αργά και επιτακτικά. Για το καλό μας.
Είχα μια σειρά από ερωτήσεις. Τί τον έχει τον τύπο και μαλλιάζει η γλώσσα της στα τηλέφωνα, πού το ξέρει εκείνη το καλό μας και ποιά νομίζει ότι είναι που θα πει στους άλλους τί να κάνουν.
Το ξανασκέφτομαι τώρα και μάλλον λέω το έχει σπουδάσει το πράγμα. Θράσος απλό και αφραγκία δεν είναι (άραγε πώς να πληρώνεται; με τον αριθμό των κλήσεων, με τον αριθμό των κλήσεων που δεν της το κλείνουνε στα μούτρα, με τον αριθμό θετικών ανταποκρίσεων: ναι, ναι αυτόν θα ψηφίσουμε, τον σωτήρα μας!). Το έχει σπουδάσει γιατί τα λέει απλά, αργά κι έτοιμη να σου βάλει τα δυό της χέρια στο λαρύγγι.
Έπειτα, εκείνο να απολύτως δημοκρατικό «να ψηφίσουμε». Μας βλέπει. Θέλει να ψηφίσουμε μαζί της, ό,τι κι αυτή, δηλαδή το σωτήρα μας. Για το καλό μας, για το καλό της δεν έχει σημασία. Το καλό της είναι καλό μας. Αφού μας το λέει. Πρέπει.
Τα χέρια της είναι παχουλά με πολλά δαχτυλίδια. Κάνουν την πίεση πιο αισθητή.
Ανήκει στα μετόπισθεν που βαστάνε την εμπροσθοφυλακή. Κονταροχτυπιέται με άλλες λιγότερο αποφασιστικές, που έχουν δουλέψει λιγότερο τα λόγια. Την τρίτη φορά που θα πει στη γιαγιά «την Κυριακή έχουμε εκλογές. Είναι κρίσιμες. Παίζονται πολλά. Πρέπει να ψηφίσουμε τον τάδε για το καλό μας. Τό’ πιασες ή να το πάμε από την αρχή;”. Eκείνη σαν υπνωτισμένη θα πει, «ναι τό’πιασα, τον τάδε, για το καλό μας».
Στη γειτονιές των ανθρώπων που παρενοχλεί η αυταρχική κυρία, τα πεζοδρόμια μυρίζουν και οι άνθρωποι πηδάνε πάνω από τα σκουπίδια. Περιμένουν τρία τέταρτα το λεωφορείο για τη δουλειά τους. Πρέπει να πληρώνουν τα πάντα, ακόμα και τα απλά τα πράγματα που δίνει η φύση. Ένα πράσινο φύλλο, λίγο αέρα, λίγη ησυχία. Να μην πούμε τις πολυτέλειες, όπως έναν όμορφο τοίχο απέναντι, ένα φανάρι που να μη θυμίζει ζούγκλα.
Η κυρία δεν ζει σε λαϊκή πολυκατοικία, ούτε σε λαϊκή γειτονιά, ή αν ζει το κρύβει γιατί έχει βάλει πλώρη γι’ αλλού. Μαζί με το σωτήρα θα σωθεί κι αυτή και θ’ αφήσει τους άλλους να βρωμάνε. Στην πόλη που θα γίνει Κυανή Ακτή, στην πόλη που θα γίνει Ριβιέρα, Ίμπιζα, τα πάντα εκτός από τον ωραίο εαυτό της, τα ψόφια ζώα σαπίζουν μαζί με τα πεταμένα κουφώματα και τις απροσδιόριστες σακούλες. Τα απομεινάρια της ιστορίας της λιώνουν μαζί με τα σκουπίδια και κάτω από χαιρέκακα γέλια των εργολάβων και υπεργολάβων που πιαστήκανε τα χέρια τους να δίνουν μίζες και μπλέχτηκαν τα τεφτέρια τους ποιός παίρνει τί και για λογαριασμό ποιανού.
Όχι στο τηλέφωνο, όχι στο τηλέφωνο, μολύβι και χαρτί, μολύβι και χαρτί. Για το γαμπρό είπαμε τα παίρνει η πεθερά ή το ανάποδο; Όχι ρε ζώον, τα παίρνει ο πρώην συνεργάτης της πεθεράς. Κι αυτοί μετά τα βρίσκουν μεταξύ τους. Γράψτα μην μας κάψεις.
Θα γίνει Ίμπιζα η πόλη των ταλαιπωρημένων, των απηυδισμένων, των σιωπηλών ανθρώπων. Πολύ φοβάμαι πως όχι. Η ωραία της ζωή και η σπιρτάδα της θα είναι ανάμνηση που θα την πλάθουν όπως θέλουν, αλλά κυρίως γλυκερά, άνεργοι που οργανώνουν ευφάνταστες θεματικές ξεναγήσεις. Θα βουλιάξει για λίγο καιρό ακόμα στην αδιαφορία, μέχρι...
να έρθει η τύχη να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Οι σωτήρες θα απευθυνθούν στους δικηγόρους τους και οι απλοί πολίτες στον ουρανό και στον άνεμο, να βρέξει, να ξεπλύνει.
Ψήφισε εσύ, κυρά από τέτοια, για το καλό σου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου