Το βιβλίο «Εμπρός στον έτσι που χάραξε ο τέτοιος», απάνθισμα συνθημάτων από τους τοίχους των πανεπιστημίων και της Αθήνας, με έναν εκ των συγγραφέων τον Γιάννη Δημαρά, αυτόν μόνο θυμάμαι, ήταν χιουμοριστική παραλλαγή του «Εμπρός στον δρόμο που χάραξε ο Νοέμβρης», απέδιδε όμως πρώιμα και πλήρως τον εκφυλισμό μιας επετείου που σύρθηκε με τα ψέματα έως σήμερα και έφτιαξε πολλές πολιτικές καριέρες, μιας γενιάς που έβλαψε σοβαρά τη χώρα.
Εκεί, στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, αριστεροί καθηγητές προσπαθούσαν να μας μεταλαμπαδεύσουν στο γυμνάσιο και το λύκειο τον μύθο της εκατόμβης μέσα στο Πολυτεχνείο, όπου δήθεν ο Στρατός με τα πολυβόλα το γέμισε πτώματα και μετά, αφού μπούκαρε το τανκ, ένα γαλλικό ΑΜΧ 30, και έριξε την πύλη της Πατησίων, μπήκαν μέσα ο Στρατός και Αστυνομία και σκότωσαν κι άλλους. Τα περί εκατοντάδων νεκρών μέσα στο Πολυτεχνείο τα «επιβεβαίωνε» κι ένας παλαβιάρης και μυθομανής Ολλανδός φωτορεπόρτερ, που τάχα τους είδε αλλά προφανώς δεν είχαν μανάδες κι αδέρφια να τους αναζητήσουν 46 χρόνια, είχαν φυτρώσει στα λάχανα.
Τα γεγονότα βεβαίως είναι πολύ διαφορετικά, έχουν επιβεβαιωθεί και από τις δύο όχθες του πολιτικού «ποταμού», ο οποίος ουδεμία σχέση έχει με τον συχωρεμένο ξεροπόταμο του Σταύρου και τα μπακακάκια του.
Οι νεκροί της πράγματι άγριας καταστολής, αν θυμάμαι καλά, ήταν 18. Όλοι γύρω από το Πολυτεχνείο και σε γύρω δρόμους, μερικοί και σε μεγάλη απόσταση, χτυπημένοι από σφαίρες των δυνάμεων καταστολής της δικτατορίας. Οι «εκατοντάδες» νεκροί ήταν ένας μύθος και η εικόνα του τανκ είχε μια πολύ διαφορετική εξήγηση.
Όταν η Αστυνομία έχασε την μπάλα, παρά την πολύ σκληρή στάση της, και ο Παπαδόπουλος έβγαλε ξανά στον δρόμο τα τεθωρακισμένα, ο κόσμος εξαφανίστηκε από τους δρόμους. Στο περικυκλωμένο Πολυτεχνείο έγινε συμφωνία των εγκλωβισμένων φοιτητών με αξιωματικό των Καταδρομών να τους επιτραπεί να αποχωρήσουν. Στην πύλη της Στουρνάρη έγινε ένας διάδρομος από αλεξιπτωτιστές, που με τον επικεφαλής τους αξιωματικό θα παρείχαν εγγύηση ότι οι εξερχόμενοι δεν θα έτρωγαν ξύλο και θα έπεφταν στα χέρια της Αστυνομίας.
Οι φοιτητές άρχισαν να βγαίνουν από τη Στουρνάρη ανάμεσα στους κομάντος, όταν ένας αστυνομικός, παραβιάζοντας τη συμφωνία, πήγε να χτυπήσει και να συλλάβει έναν φοιτητή που περνούσε ανάμεσα στον διάδρομο των πρασινοσκούφηδων. Ο επικεφαλής καταδρομέας αξιωματικός τράβηξε το πιστόλι του, τον απείλησε και τον «στόλισε» για την παραβίαση του λόγου τιμής που είχε δώσει στους φοιτητές.
Οι αστυνομικοί, κυνηγώντας τους φοιτητές, έμπαιναν κι αυτοί στις πολυκατοικίες, χτυπούσαν τις πόρτες και έκαναν κατ’ οίκον έρευνες και συλλήψεις όποιων έβρισκαν κρυμμένους. Έφτασαν και στην πόρτα της τραγουδίστριας της Νίκης του ’40 με τα κλομπ στα χέρια, αγριεμένοι από την ένταση των στιγμών, και χτύπησαν επιτακτικά, κόντεψαν να σπάσουν την πόρτα. Η Βέμπο, φορώντας το γνωστό σαρίκι της, άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Οι αστυνομικοί πίσω της έβλεπαν καθαρά το πλήθος των φοιτητών, αγόρια και κορίτσια, που κοιτούσαν με αγωνία. Ανάμεσα σε αυτούς και τους αστυνομικούς, τη σύλληψη, τη φυλακή και τον βέβαιο ξυλοδαρμό ήταν μόνον η ήδη 63 χρονών Βέμπο.
Η Βέμπο κοίταξε κατάματα τον αξιωματικό της Αστυνομίας Πόλεων και την αγριεμένη κουστωδία του και τον ρώτησε ευγενικά: «Τι θέλουν οι κύριοι;»
Εν τω μεταξύ, όταν συμφωνήθηκε μεταξύ φοιτητών και Στρατού η εκκένωση και επειδή το πλήθος των εγκλωβισμένων ήταν μεγάλο, συμφώνησαν να ανοίξουν και τη μεγάλη πύλη του Πολυτεχνείου επί της Πατησίων, την οποία είχαν κλειδώσει οι φοιτητές. Μέσα στον χαμό όμως δεν βρισκόταν αυτός που είχε τα κλειδιά. Το άρμα λοιπόν με αρχηγό πληρώματος τον υπίλαρχο Γουνελά πλησίασε την πύλη, με εντολή να τη ρίξει για να βγει το εγκλωβισμένο πλήθος των φοιτητών κι από εκεί, όπως συμφωνήθηκε. Ο Γουνελάς πρότεινε να δέσει την πύλη με τις αλυσίδες που έφερε το άρμα και να την τραβήξει. Δέχτηκε τη διαταγή από τον ανώτερό του να τη ρίξει για να τελειώνουν πιο γρήγορα. Έτσι κι έγινε, και από την πτώση της έπαθε σοβαρά κατάγματα στα πόδια η Πέπη Ρηγοπούλου.
Κάνοντας μια ψυχρή αποτίμηση των γεγονότων του Πολυτεχνείου το 1973, καταλήγουμε στα εξής αναντίρρητα συμπεράσματα:
Έτσι, ο μεγάλος μύθος του Πολυτεχνείου δεν είναι οι νεκροί. Δεκαοχτώ, έστω και εκτός Πολυτεχνείου, δεν είναι λίγοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου