οι δρόμοι όλο σκόνη
οι συσκευές αλώνιζαν
εικόνες σέ μπαλκόνι.
•••
Χάρμα η τηλεόραση
τί θαύμα τό καλάθι
όλοι μετρούσαν καλαθιές
κανείς όμως τά πάθη.
•••
Ούρλιαζαν Βραζιλιάνικα
-τί μόρφωση Θεέ μου-
όταν οι άλλοι βύθιζαν
στό κλάμα ουρανέ μου.
•••
Όταν η πείνα σάρωνε
πνεύμα μαζί καί σάρκα
οι εκλεκτοί ρωτούσανε
άν βύθισε τήν βάρκα,
•••
εκείνη πού ταχύτατη
δέν γνώριζε τό φρένο.
Θεέ δέν είμαι δικαστής
σ’ ένα σπιτάκι μένω.
•••
Τό ράδιο καί η Τί Βί
καθόλου δέν ρωτούσαν
τό πόσοι αυτοκτόνησαν
-καί δώσ’ του ξένη μούσα.
•••
Τραγούδια, διαφήμιση
-τά Τελετών Γραφεία
αυτόχειρες οδήγαγαν
είς τά νεκροταφεία.
•••
Η χαζομάρα τής λαλιάς
απάντων σπικαδόρων
έκανε τήν Ελληνική
γλώσσα τών αιμοβόρων.
•••
Μέ μπερδεμένη λογική
έψεγαν Διοικούντες
-σύν άλλοις λόγοις δηλαδή
έργα σαχλά μέ φούντες.
•••
Έτσι η Χώρα τών μουσών
όπως τήν είχαν λούσει
έγινε Χώρα ποταπών
μιά Χώρα όμοια μούσι.
•••
Η σαχλαμάρα έφτασε
στόν Όλυμπο, στήν Γκιώνα
μά οι Θεοί ήταν νεκροί
δέν μπήκαν στόν αγώνα.
•••
Αστυνομία; πουθενά
οι Δήμαρχοι κοιμούνται.
Νοσοκομεία πού καί πού
μύριοι ταλαιπωρούνται.
•••
τί γύρευες στήν μέση
σέ έναν κόσμο αδειανό
πού Ούννοι έχουν δέσει.
•••
Εσύ ώς Αυτοκράτορας
πώς δέχτηκες τό χάλι
ο Κόσμος νά βυθίζεται
στό χάος καί στήν ζάλη;
•••
διότι άν μπορούσα
θά έπαιρνα μαστίγιο
μέ ουραγό τήν Μούσα,
•••
καί θά ‘δερνα αλύπητα
τούς δήθεν κυβερνώντες
πού στά λεφτά είναι
«παρών»
καί στήν ζωή απόντες.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου