Ανάμεσα σε αυτούς που έχουν μάθει να περιμένουν πάντα το φως εκ της Εσπερίας, δεν ήταν λίγοι όσοι υποδέχθηκαν τα δραματικά γεγονότα της Ουκρανίας υπό το κράτος μιας εμμονικής ρωσοφοβίας.
Είναι αλήθεια ότι η αχανής ευρασιατική χώρα δεν ακολούθησε, για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους, το Δυτικό κοινωνικοπολιτικό πρότυπο, που αποθεώνει την ατομικότητα και στηρίζεται στον κοινοβουλευτισμό. Ακόμη και επί τσαρικής εποχής, οι αγροτικές κοινότητες με την κοινή ιδιοκτησία της γης στην ύπαιθρο (obshchina) και οι συνεταιρισμοί των μαστόρων στις πόλεις (artel) τροφοδοτούσαν μια ισχυρή παράδοση συλλογικότητας, αυτό το αίσθημα της αλληλεγγύης και της κοινής μοίρας, που ξεπερνά την ατομική ύπαρξη και εκδηλώνεται με τον παροιμιώδη ηρωισμό του Ρώσου στρατιώτη στο πεδίο της μάχης.
Αλλο τόσο αλήθεια είναι ότι η Ρωσία ουδέποτε απείλησε τις μεγάλες, φιλελεύθερες χώρες της Δύσης, με τις οποίες βρέθηκε στο ίδιο στρατόπεδο τόσο στην υποστήριξη της ελληνικής ανεξαρτησίας, απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όσο και στους δύο παγκοσμίους πολέμους. Αντίθετα, ήταν εκείνη που γνώρισε διαδοχικές εισβολές από τη Δύση – πρώτα από τον Ναπολέοντα, μετά από τον δυτικό συνασπισμό στον Κριμαϊκό Πόλεμο και ύστερα από την Αντάντ, την επαύριο της Οκτωβριανής Επανάστασης. Η θυσία είκοσι εκατομμυρίων Σοβιετικών στον βωμό της αντιφασιστικής νίκης ήταν ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες που έσωσαν την αστική δημοκρατία από τη ναζιστική απειλή.
Με τη διάλυση της ΕΣΣΔ και την τροχοδρόμηση της Ρωσίας στον καπιταλιστικό δρόμο θα περίμενε κανείς από τις ηγετικές ελίτ της Δύσης να απαλλαγούν από τα κληροδοτημένα αντιρωσικά αντανακλαστικά τους. Ωστόσο, τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Παραβιάζοντας τις υποσχέσεις που είχε δώσει ο πατήρ Μπους στον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ για να εξασφαλίσει τη συναίνεσή του στη γερμανική ενοποίηση, οι Αμερικανοί βάλθηκαν να περικυκλώσουν τη Ρωσία με τη διαβόητη «αντιπυραυλική ασπίδα» και την ένταξη πρώην σοβιετικών δημοκρατιών στο ΝΑΤΟ. Τα δύο πλέον πολύκροτα βιβλία της αμερικανικής γεωπολιτικής σκέψης τη δεκαετία του 1990, η «Μεγάλη σκακιέρα» του Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι και ο «Πόλεμος των πολιτισμών» του Σάμιουελ Χάντιγκτον, παρά τις μεγάλες διαφορές τους στο επίπεδο της ανάλυσης, συνέπιπταν σε δύο βασικά σημεία: η νέα Ρωσία παραμένει ο υπ’ αριθμόν ένα γεωπολιτικός αντίπαλος της Δύσης και το πιο σημαντικό πεδίο της αντιπαράθεσης θα είναι η Ουκρανία.
Η διαχωριστική γραμμή
Στο πρώτο από αυτά τα βιβλία, ο πρώην σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Τζίμι Κάρτερ είναι κατηγορηματικός: χωρίς την Ουκρανία, η Ρωσία θα είναι απλώς μια μεγάλη περιφερειακή, βασικά ασιατική δύναμη, με την Ουκρανία θα ξαναγίνει παγκόσμια υπερδύναμη, κάτι που πρέπει πάση θυσία να αποφευχθεί.
Ο πρώτος γύρος της ένοπλης εξέγερσης που ανέτρεψε τον –κλεπτοκράτη και ανίκανο– Γιανουκόβιτς δικαιώνει αυτήν τη γραμμή:
Με πρωθυπουργό τον φιλοαμερικανό Αρσένι Γιατσένιουκ, η νέα κυβέρνηση του Κιέβου δείχνει αποφασισμένη να δρομολογήσει την οικονομική πρόσδεση της Ουκρανίας στην Ε.Ε. και το ΔΝΤ και τη στρατιωτική της αγκίστρωση στο ΝΑΤΟ. Ωστόσο, ο δεύτερος γύρος προμηνύεται ιδιαίτερα απρόβλεπτος, όσο και επικίνδυνος. Η Μόσχα ξεκαθαρίζει ότι η ανέκαθεν (φιλο)ρωσική Κριμαία θα παραμείνει υπό τον έλεγχό της, είτε ντε φάκτο είτε και ντε γιούρε, με την ενσωμάτωσή της στη Ρωσία, όπου ανήκε μέχρι το 1954, ύστερα από δημοψήφισμα. Παράλληλα, διαμηνύει στη Δύση ότι είτε θα δεχθεί μια συναινετική, πιθανόν ομοσπονδιακού τύπου, λύση για την υπόλοιπη Ουκρανία είτε θα διακινδυνεύσει τον δρόμο της Κριμαίας να ακολουθήσουν και οι ανατολικές περιοχές, με το έντονο ρωσικό στοιχείο, όπου είναι συγκεντρωμένος ο εθνικός πλούτος της χώρας.
Το μεγαλύτερο τίμημα, όμως, που κινδυνεύει να πληρώσει η Δύση είναι στο ηθικό επίπεδο:.
«Είμαστε όλοι Ουκρανοί», είπατε; Μήπως να το ξανασκεφτούμε;


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου