"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΠΡΟΣΩΠΑ - Γκοάρ Βαρτανιάν: Γεννημένη κατάσκοπος, με δεκαετίες μυστικής δράσης

Ιστορικός.

«Μπορείς να κάνεις τα πάντα. Το θέμα είναι να ξέρεις για ποιο λόγο τα κάνεις» Γκοάρ Βαρτανιάν.

Λέγεται ότι κάποτε κάποιος υψηλόβαθμος αξιωματούχος της κυβέρνησης της ΕΣΣΔ, διαβάζοντας την πρόταση να τιμηθεί ο Γκεβόρκ Βαρτανιάν, κατάσκοπος επί εβδομήντα χρόνια, ως «Ηρωας της Σοβιετικής Ενωσης», αναφώνησε έκπληκτος: «Καλά, μόνος του τα έκανε όλα αυτά;».  

Ο αρχηγός της KGB τότε του απάντησε: «Οχι, βέβαια! Με τη γυναίκα του».

Η γυναίκα του Σοβιετικού Τζέιμς Μποντ, λοιπόν, κατάσκοπος και η ίδια επί δεκαετίες, η Γκοάρ Βαρτανιάν, το γένος Παχλεβανιάν, πέθανε στις 25 Νοεμβρίου στη Μόσχα στα 93 της. Τόσο η ρωσική όσο και η αρμενική κυβέρνηση εξέφρασαν τα συλλυπητήριά τους και εξήραν την προσφορά της.

Γεννήθηκε στις 25 Ιανουαρίου του 1926 στο Λενινακάν (σήμερα Γκιουμρί) της Αρμενίας, αλλά λίγο αργότερα η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στην Περσία. Σε μια συνέντευξή της το 2014 στην Ελένα Κνιάζεβα για την αρμενική εφημερίδα «Κιβωτός του Νώε», θυμόταν με αγάπη τη δεύτερη πατρίδα της: «Η Τεχεράνη ήταν η πόλη όπου μεγάλωσα. Πήγα αρχικά στο αρμενικό και αργότερα στο ιρανικό σχολείο. Τα φαρσί ήταν η δεύτερη μητρική μου γλώσσα. Η Τεχεράνη ήταν τότε μια καθαρά ευρωπαϊκή πόλη. Καμιά γυναίκα δεν φορούσε τσαντόρ, αντιθέτως το τσαντόρ απαγορευόταν στα τρόλεϊ και στα λεωφορεία». Εκεί, στην Τεχεράνη, γνώρισε –ή, μάλλον, ήξερε από πάντα– και τον μελλοντικό της σύζυγο, τον Γκεβόρκ Βαρτανιάν:  «Εκείνος ήταν δεκαπέντε, εγώ δεκατριών. Ηταν φίλος του αδελφού μου». Το 1940, προτού κλείσει τα 16, ο Γκεβόρκ στρατολογείται στη NKVD από τον ίδιο του τον πατέρα, σοβιετικό κατάσκοπο εγκατεστημένο από το 1930 στην Τεχεράνη. Ο Γκεβόρκ με τη σειρά του στρατολογεί τον αδελφό τής Γκοάρ και εν συνεχεία την ίδια, σχηματίζοντας έναν πυρήνα εφήβων κατασκόπων της ΕΣΣΔ, που βαφτίστηκαν χαϊδευτικά «ελεύθεροι καβαλάρηδες», μιας και κυκλοφορούσαν με ποδήλατα.

Ηταν νέοι και φαινόταν σαν παιχνίδι, αλλά δεν ήταν – και το ήξεραν: «Ηταν πάρα πολύ σοβαρό και επικίνδυνο. Είχαμε συναίσθηση ότι δουλεύαμε για την πατρίδα».  

Στη διετία 1940-1941, οι νεαροί κατάσκοποι αποκάλυψαν και εξουδετέρωσαν 400 πράκτορες των ναζί στο Ιράν. Στα τέλη του 1943, η ομάδα βρέθηκε μπλεγμένη στο παρασκήνιο της συνόδου κορυφής της Τεχεράνης και (υποτίθεται πως) απέτρεψε σχέδιο των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών, εγκεκριμένο από τον Χίτλερ, με κωδική ονομασία «Μεγάλο Αλμα», για απαγωγή ή δολοφονία των τριών ηγετών των Συμμάχων: του Ρούζβελτ, του Στάλιν και του Τσώρτσιλ. Η σοβιετική εκδοχή είναι πως λίγες μέρες πριν από τις 28 Νοεμβρίου, που θα ξεκινούσε η συνάντηση, οι πράκτορες των ναζί έπεσαν με αλεξίπτωτο στην πόλη Κομ, γύρω στα 60 χιλιόμετρα από την Τεχεράνη. «Τους ακολουθήσαμε», είπε πολλά χρόνια αργότερα ο Γκεβόρκ, «ταξίδευαν με καμήλες και είχαν ένα σωρό όπλα. Ο σταθμάρχης τους στην Τεχεράνη τούς είχε ετοιμάσει μια βίλα για να μείνουν. Καθώς τους παρακολουθούσαμε, καταγράψαμε την επικοινωνία τους με το Βερολίνο. Αποκωδικοποιήσαμε το μήνυμα και μάθαμε πως περίμεναν άλλη μία ομάδα κομάντο, υπό την ηγεσία του ίδιου του [αντισυνταγματάρχη των SS] Σκορζένι, που σκοπός τους ήταν να δολοφονήσουν τους Τρεις Μεγάλους».  

Οι Σοβιετικοί πράκτορες συνέλαβαν την πρώτη ομάδα και ανάγκασαν τα μέλη της να επικοινωνήσουν με το Βερολίνο. Εκεί, ίσως χάρη σε κάποιο κρυφό κωδικοποιημένο μήνυμα, κατάλαβαν ότι η επιχείρηση είχε αποκαλυφθεί κι έτσι δεν προχώρησαν ποτέ στην τελική φάση.

Η ιστορία είναι αμφιλεγόμενη:  

Oλες οι πληροφορίες για την επιχείρηση και τη ματαίωσή της χάρις στη δράση των πρακτόρων της NKVD προέρχονται αποκλειστικά από τη σοβιετική πλευρά

Οι αρνητές της ισχυρίζονται ότι...


 την περίοδο εκείνη το δίκτυο των ναζί στην Τεχεράνη είχε ήδη εξαρθρωθεί και ότι ήταν αδύνατο ακόμη και να διανοηθούν μια τέτοιας έκτασης επιχείρηση. Ο Οτο Σκορζένι, που, σύμφωνα με τους Ρώσους, είχε τη διεύθυνση του εγχειρήματος, έγραψε το 1975 στα απομνημονεύματά του ότι ο Χίτλερ είχε απορρίψει το σχέδιο και ουδέποτε έγινε απόπειρα. Από την άλλη, είναι γεγονός ότι ο πόλεμος δεν πήγαινε καλά για τους ναζί, οι οποίοι είχαν αποδεδειγμένα εγκρίνει αρκετά άλλα περίεργα και φιλόδοξα σχέδια. Οι Ρώσοι είχαν προειδοποιήσει τους Αμερικανούς για πιθανό σχέδιο δολοφονίας και ο Στάλιν είχε προσφερθεί να φιλοξενήσει τον Ρούζβελτ στη σοβιετική πρεσβεία, όπως κι έγινε. Βεβαίως, η πρόσκληση αυτή θα μπορούσε να έχει και εντελώς διαφορετικά κίνητρα, από την απροθυμία του Στάλιν να μεταβαίνει καθημερινά στην αμερικανική πρεσβεία για τις συναντήσεις μέχρι την προθυμία του να παρακολουθεί τον Ρούζβελτ, γεμίζοντας το δωμάτιό του κοριούς (όπως ακριβώς έκανε).

Το 1946, ο Γκεβόρκ και η Γκοάρ παντρεύθηκαν και ζήτησαν να τους επιτραπεί να επιστρέψουν στο Ερεβάν, αλλά η υπηρεσία τούς ζήτησε να παραμείνουν στην Τεχεράνη για άλλα πέντε χρόνια. Το 1951 πήγαν τελικά στην Αρμενία, όπου σπούδασαν ξένες γλώσσες, εφόδιο χρήσιμο για τη μετέπειτα καριέρα τους: επί τρεις δεκαετίες, από το 1956 ώς το 1986, έζησαν σε χώρες της Δύσης –μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα– ως άκρως μυστικοί πράκτορες στο πλαίσιο του προγράμματος «οι Παράνομοι», υπό διάφορες πλαστές ταυτότητες και ιδιότητες, με τα ψευδώνυμα Ανρί και Ανίτα: «Ηρθαμε στη Μόσχα, περάσαμε μια σύντομη εκπαίδευση, αν και ήμασταν ήδη εξειδικευμένοι, και φύγαμε στη Δύση. Για πολύ καιρό. Δουλέψαμε σε πολλές χώρες, αλλάξαμε αρκετές φορές ιθαγένεια, συμμετείχαμε σε ένα σωρό επιχειρήσεις. Αλλά δεν ήρθε ακόμη η ώρα να ειπωθούν αυτά», έλεγε η Γκοάρ το 2014. Ο αγαπημένος της Γκεβόρκ είχε πεθάνει το 2012. «Αγαπούσε τη Σοβιετική Ενωση. Δεν υπήρχε Αρμενία και Ρωσία, γι’ αυτόν ήταν ένα. […] Μόλις μάθαμε για τη διάλυση της ΕΣΣΔ, εκείνος έτρεξε στο γραφείο. Μέχρι τα 88 του δούλευε».  

«Δεν είναι δύσκολο να αλλάζεις συνέχεια όνομα, σπίτι, φίλους;» τη ρώτησε η δημοσιογράφος. 

«Οχι. Αρκεί να ζεις μια απλή ζωή, περιστοιχισμένος από απλούς ανθρώπους. Κι έτσι, εκείνοι τους οποίους πρέπει λόγω δουλειάς να γνωρίσεις σε εμπιστεύονται. Να, εμείς τώρα γνωριστήκαμε. Θα σας καλέσω για καφέ και θα έρθετε». 

Η δημοσιογράφος απαντά: «Ναι, αλλά εγώ ξέρω ότι είστε κατάσκοπος!»

Η Γκοάρ γελάει: «Ναι. Αυτό ήμουν πάντα, από παιδί».

Δεν υπάρχουν σχόλια: