κρύβουν τη φτώχεια τους... pic.twitter.com/k7GCoaqvkf
— Dvs Dvs (@DvsDvs60195368) August 17, 2026
Toυ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΥ
Δεν υπάρχει εφημερίδα ή περιοδικό ή ιστοσελίδα από αυτές που ασχολούνται με κοινωνικά θέματα, που καλοκαιριάτικα να μη μας έχει κάνει γνωστό ότι, με βάση σχετικές έρευνες, ο ένας στους δύο Ελληνες δεν έκανε ή δεν θα κάνει φέτος διακοπές. Ομολογώ ότι δεν ξέρω πώς γίνονται αυτές οι έρευνες, αλλά δεν έχω και λόγο να μην τις πιστεύω. Από την άλλη, έκανα μια άλλη έρευνα, δική μου.
Εψαξα να βρω κάπου ένα αξιοπρεπές ξενοδοχείο για ένα τριήμερο τον Σεπτέμβριο. Για τα τέλη Αυγούστου, σε οτιδήποτε μοιάζει λίγο καλοκαιρινός προορισμός, το ήξερα ότι δεν θα υπήρχε τίποτα διαθέσιμο: δεν ξέρω τι ρεκόρ καταγράφηκαν αυτή τη χρονιά σε αφίξεις κ.τ.λ., αλλά υποθέτω πως πολλά από τα νησιά (αλλά και τα ωραία μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας) είναι γεμάτα εξαιτίας του στρατού των ξένων επισκεπτών που καλοκαιριάτικα μας καταλαμβάνει ως χώρα.
Πίστευα ότι με δεδομένο ότι ο ένας στους δύο Ελληνες δεν πάει φέτος διακοπές, τον Σεπτέμβριο θα υπήρχε υπερπροσφορά δωματίων και ανάλογων παροχών: αμ δε! Και όταν κάτι βρίσκεις, το βρίσκεις σε τιμές Αυγούστου. Και πάντα υπάρχει κάποιος κύριος με τον οποίο μιλάς που μοιάζει να απολογείται για την τιμή του καταλύματος και δηλώνει με ένα είδος ακατανόητης (από εμένα…) ενοχής ότι η τουριστική περίοδος πήρε παράταση. Πράγμα που ισχύει. Τα τελευταία είκοσι και βάλε χρόνια τουλάχιστον. Αλλά ας μη χαθούμε: το θέμα είναι ότι και φέτος ένας στους δύο Ελληνες δεν πήγε διακοπές.
Θυμάμαι εκείνη τη θεωρία για τις δύο Ελλάδες που κυκλοφορούσε χρόνια πριν. Δεν ξέρω ποιος είχε πρωτοχρησιμοποιήσει αυτό το σκάρφισμα, αλλά ήταν πολύ της μόδας. Το έλεγαν όταν ήθελαν να κάνουν διακρίσεις ανάμεσα σε μια Ελλάδα που παράγει και μια Ελλάδα που δεν κάνει τίποτα, αλλά και ανάμεσα σε μια Ελλάδα που αντιστέκεται και κατεβαίνει στους δρόμους και μια Ελλάδα που βαριέται, όπως και σε μια Ελλάδα που έχει επίπεδο και προβληματίζεται και μια Ελλάδα που την ενδιαφέρει μόνο η καλοπέραση κ.ο.κ.
Γενικά, ήταν μια θεωρία που χρησιμοποιούσαν όσοι ήθελαν να δείξουν ότι είναι μέλη μιας καλής (στη λογική τους…) Ελλάδας και δεν ανήκουν σε μιαν άλλη – το περιεχόμενο και την υπόσταση του «καλού» έδιναν οι ίδιοι, γι’ αυτό και άλλαζε κατά περίσταση. Στην περίπτωση των Ελλήνων που πάνε και των Ελλήνων που δεν πάνε διακοπές, η διάκριση ανάμεσα στις δύο Ελλάδες είναι μάλλον απλούστερη.
Αλλά ισχύει;
Πολύ αμφιβάλλω. Αλλιώς τον Σεπτέμβριο δεν θα ήταν όλα γεμάτα: ο στρατός των ξένων επισκεπτών συνήθως, στο μεγαλύτερο μέρος του, τρέπεται σε φυγή. Χωρίς έλληνες τουρίστες θα υπήρχαν και προσφορές και ευκαιρίες.
Τι πιστεύω;
Οτι υπάρχουν στην προκειμένη περίπτωση περισσότερες από δύο Ελλάδες – θέλω να πω πως δεν μου προκύπτει ότι ο ένας στους δύο Ελληνες δεν πάει διακοπές: απλώς υπάρχουν πολλοί (πάρα πολλοί…) που δεν θεωρούν διακοπές αυτό που κάνουν, διότι στο μυαλό τους διακοπές ήταν κάτι που έκαναν παλαιότερα.
Υπάρχουν, για παράδειγμα, αυτοί που έχουν ένα ωραίο βολικό εξοχικό έξω από μια μεγάλη πόλη και που σε αυτό μετακομίζουν τη θερινή σεζόν. Μπορεί αυτό να είναι στη Νέα Μάκρη ή στον Κάλαμο ή στον Αγιο Ανδρέα – αν μιλάμε για κόσμο που ζει στην Αθήνα – ή στο πρώτο πόδι της Χαλκιδικής – αν μιλάμε για Θεσσαλονικείς, που ξέρουν ότι σαν τη Χαλκιδική δεν έχει πουθενά.
Ολοι αυτοί, επειδή νιώθουν ότι συνεχίζουν να ζουν στο σπίτι τους (απλώς το σπίτι είναι διαφορετικό από αυτό του χειμώνα), δηλώνουν σε όσους ρωτούν στις έρευνες ότι δεν θα πάνε διακοπές και από μία άποψη έχουν δίκιο: δεν θα βρεθούν σε κάποιο ξενοδοχείο, δεν θα πάρουν αεροπλάνα ή βαπόρια όπως παλαιότερα, δεν θα μετακινηθούν από αυτό το οποίο στο μυαλό τους είναι η βάση τους.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με πολλούς οι οποίοι μετά τα χρόνια της κρίσης ανακάλυψαν το παλιό εκείνο σπίτι του παππού και της γιαγιάς που η μαμά και ο μπαμπάς το διατήρησαν. Είναι σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της ελληνικής υπαίθρου, μπορεί να έχει ή να μην έχει κοντά μια παραλία (σπανίως οργανωμένη), συνήθως δεν έχει νυχτερινή ζωή αν εξαιρέσεις το πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου σε κάποια εκκλησία της Παναγίας.
Και για αυτούς όλο ετούτο δεν λέγεται διακοπές: δεν έχει τίποτε το glamorous ώστε να το περιγράφεις χειμωνιάτικα όπως εκείνο το ταξίδι που έκανες κάποτε στην Αστυπάλαια.
Υπάρχουν επίσης και κάποιοι άλλοι – πολλοί – που τα τελευταία χρόνια έχουν ανακαλύψει τη χαρά τού τριημέρου. Φεύγουν για κοντινούς προορισμούς ήδη από τον Ιούλιο.
Είναι ο λόγος που κάθε Παρασκευή απόγευμα πήζει ο Κηφισός μέχρι την έξοδο για την Αττική Οδό ή τη Λαμία και την Κόρινθο. Αν δεν φύγουν με αυτοκίνητο, παίρνουν ένα πλοίο και πάνε κάπου κοντά: Κυριακή βράδυ, σε κάθε περίπτωση, είναι πίσω.
Με τη βεβαιότητα ότι όλο αυτό που κάνουν δεν είναι διακοπές, διότι δεν έχει διάρκεια. Φυσικά και έχουν δίκιο. Αλλά αν έχουν πάει πέντε τριήμερα μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου, έχουν αποδράσει από την πόλη για πάνω από δέκα ημέρες. Χωρίς να κάνουν διακοπές.
Γενικώς, το τι είναι διακοπές είναι μια μεγάλη συζήτηση. Αν π.χ. έχεις μείνει στην Αθήνα και τα οικονομικά σου σού επιτρέπουν να περνάς κάποιες ώρες στις κοντινές παραλίες (που δεν είναι και λίγες πλέον και μπορεί να είναι άλλες ακριβές και οργανωμένες και άλλες απλά προσβάσιμες), τυπικά δεν κάνεις διακοπές: στην πραγματικότητα, είσαι ένας τύπος που έχει κάμποσα λεφτά για ξόδεμα και που κάποιος λόγος σε υποχρεώνει να μη φύγεις από την πρωτεύουσα – ελπίζω ο λόγος να είναι καλός.
Φοβάμαι πως θα καταλήξω στην υπερβολή και θα φθάσω να δημιουργήσω την εντύπωση πως όλοι τελικά κάνουν διακοπές.
Δεν θέλω να κάνω αυτό το λάθος. Προφανώς και είναι πάρα πολλοί αυτοί που δεν έχουν κάνει διακοπές και φέτος. Γιατί η ακρίβεια δεν το επιτρέπει, γιατί δεν τους περισσεύουν χρήματα ούτε για το υπέρογκο κόστος μετακινήσεων ή γιατί είναι μόνοι ή έχουν δουλειά καλοκαιριάτικα ή δεν έχουν κέφι.
Αλλά αν όλοι αυτοί αποτελούν το 50% της χώρας τότε...
η χώρα θα είχε κατεβάσει ρολά εδώ και καιρό και θα ήταν κάτι σαν Κούβα της Μεσογείου.
Ναι, οι χαρούμενοι, κατά τα άλλα, Κουβανοί δεν πάνε διακοπές…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου