
Toυ ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΥΘΥΜΑΚΗ
Κάθομαι σε μια παραλιακή ταβέρνα ή σ’ ένα ακριβό εστιατόριο ή ακόμη και σ’ ένα χαμπουργκεράδικο της προκοπής. Δεν έχει σημασία.
Έρχονται όλα. Ο κατάλογος των φαγητών, των κρασιών, τα μαχαιροπίρουνα, τα πιάτα, τα ποτήρια, το εμφιαλωμένο νερό, οι χαρτοπετσέτες. Καμιά φορά κι ένα μικρό πιατάκι με λάδι, για να αισθανθούμε ότι βρισκόμαστε κάπου μεταξύ Κυκλάδων και Τοσκάνης.
Ένα πράγμα δεν έρχεται. Το ψωμί.
Κοιτάζω δεξιά, κοιτάζω αριστερά, περιμένω λίγο και στο τέλος κάνω την ερώτηση που προδίδει την ηλικία μου περισσότερο και από το δελτίο της ταυτότητάς μου. «Ψωμί γιατί δεν φέρατε;».
Ο σερβιτόρος, συνήθως περί τα είκοσι πέντε χρόνια, με κοιτάζει με την απορία ανθρώπου που μόλις άκουσε κάποιον να ζητά τασάκι σε παιδικό σταθμό. «Πρέπει να το παραγγείλετε».
Α χα! Πρέπει να παραγγείλω το ψωμί. Και εκεί καταλαβαίνω ότι δεν άλλαξε απλώς η εστίαση. Άλλαξε μια ολόκληρη χώρα. Γιατί το ψωμί στο ελληνικό τραπέζι δεν ήταν ποτέ ακριβώς φαγητό. Ήταν η αρχή του φαγητού. Δεν το παράγγελνες, όπως δεν παράγγελνες το τραπέζι, την καρέκλα ή το τραπεζομάντιλο. Ερχόταν. Ένα πανεράκι, δυο-τρεις φέτες χωριάτικο, καμιά φορά μισή φραντζόλα κομμένη στραβά. Έπαιρνες μια γωνίτσα με το χέρι πριν ακόμη φτάσουν οι μεζέδες και κάπως έτσι άρχιζε η τελετουργία.
Μετά ερχόταν η χωριάτικη, οπότε συνέβαινε εκείνη η βάρβαρη, ανθυγιεινή, αντιευρωπαϊκή πράξη που κάποτε θεωρούσαμε κορυφαίο στάδιο του πολιτισμού μας. Βουτούσαμε το ψωμί στο λάδι. Παπάρα. Σήμερα η λέξη και μόνο μπορεί να προκαλέσει λιποθυμία σε διατροφολόγο, αυτανάφλεξη σε κατάλογο εστιατορίων Michelin.
Τώρα έχουμε μάθει άλλα. Υδατάνθρακες. Γλουτένη. Θερμίδες. Διαλειμματικές διατροφές. Κέτο. «Εγώ ψωμί δεν τρώω». Και πολύ καλά κάνει όποιος δεν θέλει. Ούτε χρειάζεται να πετιούνται κάθε βράδυ τόνοι ψωμιού επειδή κάποτε το πανεράκι ερχόταν υποχρεωτικά σε κάθε τραπέζι. Μόνο που η εποχή μας δεν αρκέστηκε στο να περιορίσει το ψωμί. Το έβγαλε τελείως από το κάδρο. Κυριολεκτικά μάλιστα.
Διότι σήμερα όλα τα πιάτα φωτογραφίζονται. Το καρπάτσιο πριν φαγωθεί. Το χταπόδι πριν κρυώσει. Το σούσι πριν αγγίξει κανείς το ξυλάκι. Η σαλάτα καδράρεται από πάνω, από πλάγια, με φως, χωρίς φως, με το ηλιοβασίλεμα πίσω. Ένα πιάτο δεν θεωρείται πλέον ότι σερβιρίστηκε, αν προηγουμένως δεν έχει περάσει από το Instagram. Πλην το πανέρι με το ψωμί όμως δεν είναι αρκετά φωτογενές, δεν έχει concept, δεν έχει story. Ένα ρημαδοψωμί είναι. Και όταν επιτέλους, ύστερα από ειδική παραγγελία, φτάσει στο τραπέζι, αρχίζει η άλλη περιπέτεια. Δεν σου φέρνουν πια ψωμί.
Σου φέρνουν συλλογή. Άσπρο, μαύρο, κόκκινο, πορτοκαλί, πολύσπορο, με λιναρόσπορο, με παπαρουνόσπορο, με προζύμι, χωρίς προζύμι, με στέβια, κριτσίνια, παξιμαδάκια, λαλάγγια και άλλα έξι είδη, που για να καταλάβεις τι τρως, πρέπει να έχεις γκόμενο τον αρχι-αρτοποιό του Apollonion.
Το παλιό ψωμί, βέβαια, δεν είχε βιογραφικό. Δεν σε ενημέρωνε από ποιο χωράφι κατάγεται ο σπόρος, αν άκουγε Μότσαρτ την ώρα που φούσκωνε το προζύμι, αν ο λιναρόσπορος συλλέχθηκε με πανσέληνο, αν ο κόλιανδρος ήρθε από τα υψίπεδα της Ιαπωνίας. Ήταν ψωμί. Το έκοβες, το μοιραζόσουν και τελείωνε η υπόθεση.
Κάποτε το ψωμί ήταν φιλοξενία. «Κάθισες στο τραπέζι μου; Πάρε ψωμί». Δεν ήταν εμπόρευμα πρώτης γραμμής· ήταν χειρονομία. Γι’ αυτό και η γλώσσα μας γέμισε από αυτό. Βγάζουμε το ψωμί μας. Τρώμε ψωμί κι αλάτι με κάποιον. Έχουμε φάει ψωμί μαζί. Δεν λέμε ότι «φάγαμε μπριζόλα μαζί». Το ψωμί ήταν ο κοινός παρονομαστής. Τώρα έγινε κωδικός στον κατάλογο. Ψωμί, 2,50 ευρώ.
Πρόσεξα και κάτι εξίσου ενδιαφέρον. Οταν…
ρωτώ γιατί δεν ήρθε ψωμί, οι νεότεροι του τραπεζιού δεν καταλαβαίνουν καν την απορία μου.
Για μένα είναι κάτι που λείπει, για εκείνους είναι κάτι που δεν παραγγέλθηκε. Μικρή διαφορά στις λέξεις. Τεράστια διαφορά στους κόσμους.
Δεν λέω ότι παλιότερα όλα ήταν καλύτερα. Πληρώναμε ψωμί που δεν αγγίζαμε, κουβέρ που δεν ζητήσαμε και νερό που δεν ανοίξαμε. Καλά κάναμε και βάλαμε τάξη. Καλά κάνουμε και δεν πετάμε φαγητό. Καλά κάνουμε και δίνουμε επιλογές. Μόνο που, βάζοντας τάξη, καμιά φορά πετάμε μαζί και κάτι που δεν ξαναγοράζεται. Μια συνήθεια. Μια μυρωδιά. Μια μικρή τελετουργία.
Ένα πανεράκι στη μέση του τραπεζιού, στο οποίο απλώνονταν δυο-τρία χέρια χωρίς κανείς να ρωτά τίνος είναι το πιάτο.
Μια εποχή στην οποία το φαγητό δεν είχε ακόμη γίνει φωτογραφία και για να φας ψωμί, δεν χρειαζόταν πρώτα να σηκώσεις επιτακτικά το χέρι προς το γκαρσόνι.
ΥΓ. Αυτό το γεμάτο ξεπερασμένο παλιομοδιτισμό κείμενο, το αφιερώνω στον συγχωρεμένο τον πατέρα μου, που προ αμνημονεύτων χρόνων, με έπιασε από το αυτί όταν γυρίζοντας από τον φούρνο, πέταξα την φρατζόλα πάνω στο τραπέζι κι εκείνη κάθισε ανάποδα. «Το ψωμί το σεβόμαστε, δεν το βάζουμε ανάσκελα» μου είπε. Άλλοι κόσμοι…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου