Του Μιχάλη Τσιντσίνη
Ο Νικόλας Φαραντούρης δεν είναι σεξιστής. Αυτό που είπε στην εκπρόσωπο της Νέας Δημοκρατίας ήταν μεν παρεξηγήσιμο. Δεν λες εύκολα σε μια πολιτική αντίπαλο ότι «χαριεντιζόταν» με υπουργούς του ΠΑΣΟΚ. Το ρήμα έχει στο εννοιολογικό του εύρος και την ερωτοτροπία.
Ομως, δεν χρησιμοποιούμε τέτοιες μεταφορές και στον καθημερινό παραπολιτικό λόγο;
Δεν λέμε π.χ. ότι ο Φαραντούρης «φλέρταρε» με την Καρυστιανού, μέχρι που εκείνη του επεφύλαξε δημόσια «χυλόπιτα»;
Δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο εκλεγμένος με τον ΣΥΡΙΖΑ ευρωβουλευτής «ψαχνόταν» αγρίως, ώσπου ευοδώθηκε το «κονέ» του με το ΠΑΣΟΚ;
Θα συνιστούσαν άραγε αυτές οι –ακριβείς, αν και αλληγορικές– διατυπώσεις προσβολή εις βάρος του περπατημένου πολιτευτή;
Δεν μπορεί κανείς να τον καταδικάσει εύκολα, γιατί στη μιντιακή του σταδιοδρομία ο ευρωβουλευτής έχει αποδείξει ότι, ακόμη κι όταν γίνεται βάναυσος, δεν το κάνει από δόλο. Η βαναυσότητα προκύπτει ως παράπλευρη συνέπεια της τέχνης που εξασκεί, καλύπτοντας καθημερινά ώρες τηλεοπτικού χρόνου.
Κάτι πρέπει να λέει. Κάτι πρέπει να κάνει για να δικαιολογεί την αδιάλειπτη παρουσία του στον «αέρα».
Και ο Φαραντούρης και λέει και κάνει: Εχει εύκολο και τον στόμφο και τον χαβαλέ, τον φραμπαλά και τη φανφάρα. Κάνει τον ιεροκήρυκα και μετά κάθεται να παίξει Μαζωνάκη στο πιάνο.
Γι’ αυτές τις επιδόσεις απαιτείται φυσικά κάποιου είδους ταλέντο. Ο Φαραντούρης ξέρει να γίνεται θέαμα. Ξέρει να μιλάει, χωρίς να ενδιαφέρεται για την αλήθεια ή τη χρησιμότητα του λόγου του· γνωρίζοντας μόνο από ένστικτο πώς να κάνει εντύπωση.
Διαβάζουμε μετά (και ευλαβώς αναπαράγουμε) τις συγκλονισμένες «νεκροψίες» για την κρίση του πολιτικού Κέντρου. Για τις καημένες τις δυνάμεις του ορθολογισμού και της μετριοπάθειας που δεν μπορούν να ανταγωνιστούν στην εκλογική αγορά το σφρίγος των αντισυστημικών της άπω Αριστεράς και της απώτερης Δεξιάς.
Μα, φυσικά. Πώς να επιζήσουν στον ανταγωνισμό όταν οι ίδιες εκχωρούν το πλεονέκτημά τους – την ικανότητά τους να μιλούν σύνθετα και όχι με συνθήματα για τα προβλήματα των ψηφοφόρων.
Πώς να μην απαξιώνεται το Κέντρο όταν αφήνεται να γίνει παρανάλωμα της αγοράς του θεάματος, βγάζοντας στη βιτρίνα τα ομιλούντα προσωπεία ανθρώπων επαγγελματιών πολιτικών παραδομένων σε μια διαρκή παράσταση προβοκάτσιας και χαριτωμενιάς;
Γιατί να μην είναι σε αυτόν τον στίβο πιο ηχηρές –και πιο αποδοτικές– οι αντισυστημικές φωνές;
Γιατί να μην κερδίσει στο τέλος η βάναυση την ελαφρά ανοησία;
Εντάξει, για την κρίση του Κέντρου δεν φταίει, προφανώς, ο Φαραντούρης.
Οι Φαραντούρηδες όμως δείχνουν …
τι μπορεί να συμβεί ακόμη και σε ιστορικούς πολιτικούς οργανισμούς όταν αποφασίζουν οι ίδιοι να αδειάσουν από νόημα.
Να υποκύψουν στη γοητεία της μπαλαφάρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου