Το 2016, η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα μείωσε το όριο της ηλικίας ψήφου στα 17 χρόνια.
Η Ελλάδα μιμήθηκε την Ινδονησία –όπου, ωστόσο, για να ψηφίζεις στα 17 πρέπει να είσαι έγγαμος ή πρώην έγγαμος–, το Ανατολικό Τιμόρ και τη Βόρεια Κορέα, όπου, ούτως ή άλλως, δεν διενεργούνται εκλογές.
Αν και η κολακεία της νεολαίας είναι μια από τις συνιστώσες της ολοκληρωτικής δημαγωγίας (του φασισμού, του ναζισμού, του σταλινισμού) –ο κ. Τσίπρας έχει την τάση να υπερβάλλει όλες αυτές τις ιστορικές έξεις: με τις τοποθετήσεις του, άλλοτε και τώρα, αποδίδει στους νέους επαναστατικό ρόλο· τους παρουσιάζει ως «το υποκείμενο της αλλαγής»· ως την κατ’ εξοχήν κινητήρια δύναμη που μπορεί να ανατρέψει το πολιτικό καθεστώς.
Εξιδανικεύοντας όλες τις ελλείψεις της νεολαίας –βιολογικές, διανοητικές, ψυχολογικές– προσπαθούσε και προσπαθεί να τη δελεάσει προσφέροντάς της κακές υπηρεσίες: ο κ. Τσίπρας, και περί αυτόν, θωπεύουν ιδιαίτερα εκείνο το μέρος της που έχει κληρονομήσει τις διαλυτικές και οπισθοδρομικές ιδιότητες των Ελλήνων, από το αίσθημα ιστορικού θύματος, μέχρι τη δυσπιστία έναντι των θεσμών, την οργή κατά πάντων και τη ροπή προς το βόλεμα, την ανευθυνότητα, την κοινωνική απαισιοδοξία και τη συνωμοσιολογία.
Οταν ήταν νεότερος ο κ. Τσίπρας είχε μεγάλη ικανότητα πειθούς –ίσως έχει ακόμα. Οχι όμως επειδή διαθέτει κάποιο ταλέντο· απλούστατα, όταν είμαστε νέοι πέφτουμε εύκολα στα δίχτυα των σχεδόν συνομηλίκων μας δημαγωγών. Ιδιαίτερα όταν επικροτούν όλα μας τα ελαττώματα κι όταν αποδίδουν τις δυσκολίες μας αποκλειστικά σε εξωτερικούς συστημικούς παράγοντες.
Στα πρώτα χρόνια της πολιτικής του ανέλιξης, ο κ. Τσίπρας προέβαλλε ως πρότυπο τη δική του πορεία στον μαθητικό και φοιτητικό ακτιβισμό (καταλήψεις 1990-91, Νεολαία Συνασπισμού): έδινε δηλαδή, κατά τη γνώμη πολλών ανθρώπων μαζί και τη δική μου, το χείριστο παράδειγμα και μάλιστα με κοινότοπο, ξύλινο λόγο τον οποίον η παράταξή του περιέργως θεωρούσε νεανικό και φρέσκο.
Μεταξύ των προτροπών του ήταν εκείνη της μετριότητας: καθώς καταφερόταν εναντίον της «αριστείας των λίγων», επέκρινε την εκπαιδευτική πολιτική της ΝΔ (ελάχιστη βάση εισαγωγής, πανεπιστημιακή αστυνομία και άλλες κυβερνητικές αυταπάτες), υποστηρίζοντας ότι όχι μόνο η νέα γενιά αποκλείεται από τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση (χονδροειδές ψέμα), αλλά ότι της ζητείται πειθαρχία και υπακοή στους νόμους (εξίσου χονδροειδές ψέμα, δυστυχώς). Οπως οι περισσότεροι από την αριστερά, ο κ. Τσίπρας διεκδικεί δικαιώματα, όχι υποχρεώσεις.
Στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών του νέου του πολιτικού φορέα ΕΛ.Α.Σ., οι τοποθετήσεις του κινούνται στο ίδιο ύφος της κολακείας –«Ηρθαμε να σας ακούσουμε, όχι να σας καθοδηγήσουμε»– με το ίδιο περιορισμένο λεξιλόγιο του συρμού· ή μάλλον ενός συρμού που έχει ήδη περάσει· ο κ. Τσίπρας δεν διακρίνεται ούτε για τη βαθιά του μόρφωση, ούτε για την ενημέρωσή του. Κάνει λοιπόν λόγο για την περιβόητη «ανατροπή» που υποτίθεται ότι θα συμβεί αν οι νέοι πάρουν τον λόγο και τη ζωή στα χέρια τους, απαιτώντας το καλύτερο μέλλον που τους ανήκει.
Πολύ μπανάλ όλα τούτα, όπως εξάλλου και το ίδιο το όνομα του κόμματος, όπως και το «Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα», όπως και οι ποικίλοι επίδοξοι, πικραμένοι και εχθροπαθείς opinion makers του εν λόγω κύκλου.
Η προσέλκυση της νεολαίας είναι παλιό στοίχημα και έχει συνδυαστεί με την υποβάθμιση και διαστρέβλωση της παιδείας ώστε όλα να γίνουν εύκολα και απλά «για τα παιδιά». Με στόχο να μην πιέζονται τα «παιδιά», έχουν διαμορφωθεί γενιές κακο-καλο-μαθημένων που είτε αντιμετωπίζουν την πολιτική με απάθεια, είτε προσχωρούν σε αναχρονιστικούς σχηματισμούς οι οποίοι υπόσχονται διαδοχικές εξεγέρσεις. Συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις δυτικές χώρες: ο Jeremy Corbyn στη Βρετανία και o Jean-Luc Mélenchon στη Γαλλία είναι δημοφιλείς στη νεολαία διότι δεν έχουν ωριμάσει οι ίδιοι· αλλά, εκτός του ότι σκέφτονται και μιλούν όπως οι έφηβοι (τσιτάτα, κενολογία, λέξεις-καραμέλες), απευθύνονται στη νεολαία σαν να πρόκειται για ομοιογενές κοινωνικό στρώμα που συνιστά πολιτική πρωτοπορία.
Οι εν λόγω δημαγωγοί, αντί να αντιμετωπίζουν τους νέους ως πολίτες και ψηφοφόρους, προσπαθούν…
να παίξουν με τα παιχνίδια τους.
Στις ΗΠΑ, οι αριστεροί πολιτικοί χρησιμοποιούν τη γλώσσα των ράπερ και των ψηφιακών δικτύων σε μια κωμική και μάλλον αξιοθρήνητη απόπειρα προσέγγισης και οικειοποίησης αυτού του θαυμαστού πληθυσμού που τους θυμίζει τα καλύτερα χρόνια της ζωής τους. Ομως, η χειριστική κολακεία είναι υποτιμητική για τους νέους και επικίνδυνη για την πολιτική.
Πρώτον, τροφοδοτεί μια αφήγηση γενεακού παράπονου: οι παλαιότερες γενιές επικρίνονται για τον «συντηρητισμό» τους, ενώ οι νέοι ζητούν αλλαγή –βεβαίως, αν ήξεραν πόσο παλιομοδίτικη είναι η αξίωση της αλλαγής ίσως να αφαιρούσαν αυτή τη λέξη, και πολλές άλλες λέξεις, από το λεξιλόγιό τους. Επιπροσθέτως, αν ήξεραν τι αλλαγή ζητούν θα ήμασταν όλοι better off. Ομως, οι νέοι, ως νέοι, έχουν συνήθως τα μυαλά στα κάγκελα· λίγοι εξ αυτών φέρνουν καινούργιες, χρήσιμες ιδέες· τέτοιες ιδέες προϋποθέτουν μόρφωση, περιέργεια, εξυπνάδα, σοφία, συν μια δέσμη ιδιοτήτων που είναι φυσικό να λείπει από τις νεαρές ηλικίες.
Οι δε τεχνητές διαιρέσεις μεταξύ των γενεών, που καλύπτουν πιο σύνθετες και σημαντικές κοινωνικές διαιρέσεις, επιδιώκουν να δημιουργήσουν αίσθημα εξίσωσης και ομοιογένειας της νεολαίας: στη Βρετανία, στη Γαλλία, στην Ελλάδα, οι εκπρόσωποι της αριστεράς, επιμένουν στην ξεπερασμένη ιδέα ότι οι νέοι είναι αριστεροί και οι γέροι δεξιοί. Ετσι, η νεολαία αναδεικνύεται σε σωτήρα της εκλογικής μας ψυχής. Εσείς παιδιά μας θα μας σώσετε από τη δεξιά και τον συντηρητισμό!
Το θέμα είναι ότι παρά τα αναίσχυντα καλοπιάσματα, ένα μεγάλο μέρος της νεολαίας στη Βρετανία, στη Γαλλία, στις ΗΠΑ (λιγότερο στην Ελλάδα) έλκεται από αντιμεταναστευτικά και εθνικιστικά ρεύματα, ενώ εξίσου μεγάλο μέρος δεν συμμετέχει καθόλου στα κοινά.
Η δημοκρατία δεν στηρίζεται στη γνώμη των παιδιών, αλλά στη γνώμη των ενηλίκων: για κακή μας τύχη, πλείστοι εκ των πολιτικών ανδρών και γυναικών έχουν ψυχοσύνθεση ανηλίκου και φλερτάρουν με ανηλίκους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου