Η πανεπιστημιούπολη στου Ζωγράφου είναι ένα παράδειγμα προς μελέτη. Το κτήριο είναι εκ κατασκευής καταθλιπτικό – αλλά γίνεται αβάσταχτο εξαιτίας της παρέμβασης των φοιτητών και της απουσίας κάθε αρχής, κάθε authority. Τι λογής άνθρωποι είναι αυτοί που ξύνουν με σουγιάδες και κλειδιά τις μεταλλικές επιφάνειες των ασανσέρ; Που γράφουν παντού με σπρέι και μαρκαδόρους συνθήματα (βίαια, επιθετικά και ανορθόγραφα), ή που σκαλίζουν, απλώς, το όνομά τους στους τοίχους; Τι λογής άνθρωποι κολλάνε αυτοκόλλητα στις κολόνες και ξεχαρβαλώνουν τα θρανία και τα έδρανα των αμφιθεάτρων;
Αν κρίνω από το ανθρώπινο υλικό που συναντώ στις αίθουσες διδασκαλίας πρόκειται για νέους χωρίς παιδεία και χωρίς φιλοδοξία· κυρίως, χωρίς καμιά αίσθηση καθαριότητας και ομορφιάς: συνυπάρχουν ανέμελα δίπλα σε σωρούς απορριμμάτων· καπνίζουν ενώ, επισήμως, το κάπνισμα απαγορεύεται· τρώνε και πίνουν μέσα στο αμφιθέατρο. Κανείς δεν διαμαρτύρεται, κανείς δεν επικαλείται την προαναφερθείσα φαντασματική authority. Τίποτα δεν έχει αλλάξει από το 1975, όταν πρωτομπήκα στο ελληνικό πανεπιστήμιο και έπαθα το σοκ που έπαθα. Ό,τι συνέβαινε συνεχίζει να συμβαίνει σαράντα χρόνια αργότερα: ακολουθώντας κάποιου είδους peer pressure, οι φοιτητές αψηφούν κάθε κανόνα η παραβίαση του οποίου δεν επισύρει τιμωρία. Ο βανδαλισμός είναι εύκολος, ανώνυμος, ομαδικός – και παραμένει ατιμώρητος. Ενέχει μάλιστα ένα φτωχικό, ένα φτηνό ιδεολογικό μήνυμα: την απόρριψη της «περιουσίας», την απόρριψη της γνώσης. Στην πραγματικότητα τον φθόνο έναντι της περιουσίας και της γνώσης.
Στη συνέχεια, βγαίνει κανείς στην πόλη και η κατάσταση είναι παρόμοια:
Τagging, παραμόρφωση προσόψεων, συνθήματα σε όλες τις επιφάνειες, ακόμα και στις πιο μικρές όπως τα ταχυδρομικά κουτιά και οι κάδοι των σκουπιδιών. Η αντικοινωνική συμπεριφορά γίνεται ανεκτή· έχουμε μάλιστα συνηθίσει να μην τη βλέπουμε γύρω μας, είτε από στωικότητα είτε από αδιαφορία. Ωστόσο, η ασχήμια επηρεάζει θλιβερά την ποιότητα της ζωής· είναι αυτονόητο.
Για να επιστρέψω στην περίπτωση της Νέας Υόρκης, ο Ρούντολφ Τζουλιάνι είχε, φυσικά, απόλυτο δίκιο όταν περιέλαβε τον βανδαλισμό στην εκστρατεία του εναντίον της εγκληματικότητας – μια εκστρατεία που διαπαιδαγώγησε τους Νεοϋορκέζους και κατέληξε όχι μόνον στη μείωση των βίαιων εγκλημάτων αλλά σ' ένα ανανεωμένο κοινοτικό ιδεώδες που πλαισιώνεται από μια επιτυχημένη διαχείριση πλήθους.
Στην Ελλάδα δεν τολμάμε να τα βάλουμε με τον εσμό των βανδάλων. Δεν φαίνεται καν να χρησιμοποιούμε τα λάθη και τις επιτυχίες των άλλων χωρών για να διαμορφώσουμε πολιτική και να αποτρέψουμε συμφορές: η Αθήνα είναι πολύ διαφορετική από τη Νέα Υόρκη, αλλά η ανθρώπινη φύση είναι παντού η ίδια· αν ο βανδαλισμός αρχίσει να τιμωρείται όπως τιμωρείται σε όλες τις σοβαρές χώρες (στη Σιγκαπούρη, που εμπνέεται από ασιατική αντίληψη εγκλήματος και τιμωρίας, οποιαδήποτε αυθαίρετη παρέμβαση στον δημόσιο χώρο σημαίνει τρία χρόνια κάθειρξη), απλούστατα θα σταματήσει.
Η πολιτική της μηδενικής ανοχής ακούγεται αυταρχική αλλά απομονώνει τους εγκληματίες και απελευθερώνει τους αθώους. Για να μην επιβληθεί ο αυταρχισμός, που τρομάζει τόσο τις ευαίσθητες δημοκρατικές ψυχές, υπάρχει λύση: το να πάψουν οι βάνδαλοι να επιτίθενται σε ό,τι δεν τους ανήκει και να ασχημίζουν τον χώρο τον οποίο μοιράζονται με τους άλλους.
Η πολιτική της μέγιστης ανοχής που εφαρμόζεται σήμερα είναι μια μορφή δικτατορίας ψυχοπαθητικών μειοψηφιών που ευνοούνται από την απάθεια ή τη βαθιά αποκαρδίωση της πλειοψηφίας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου