Το περίεργο ήταν ότι όσα περισσότερα όπλα ήθελε ο μπαρμπα-Μήτσος, τόσα περισσότερα χρειάζονταν. Κάθε μέρα η ανισορροπία στο Αιγαίο χειροτέρευε. Και δώσ’ του φρεγάτες και δώσ’ του υποβρύχια. «Πάνω απ’ όλα η πατρίς» έλεγε, αλλά έκανε και δεύτερες σκέψεις: «Σάμπως θα τα πληρώσω εγώ; Να πληρώσουν αυτοί που έχουν. “Το κεφάλαιο”, που ’λεγε και ο Μπάμπης ο αριστερός».
Έτσι, δεν μίλησε όταν ξαναστήθηκε η αγροφυλακή. Ήξερε ότι δεν χρειαζόταν, αλλά πάλι ψυχοπόνεσε όταν έμαθε ότι σε κάποιους υποσχέθηκαν πρόσληψη το 1993 (για να κάνουν αυτό που δεν χρειαζόταν) και μέχρι το 2006 δεν είχαν αρχίσει να πληρώνονται. Τι πάει να πει «δεν έχουν αντικείμενο»; Να γίνουν «οικολογική αστυνομία», όπως είπε κι ένας πολιτικο-πνευματικός ταγός του έθνους.
Έτσι, κάθε φορά ο μπαρμπα-Μήτσος συναινούσε. Και για τα μικρά και για τα μεγάλα.
«Να κάνουμε Εθνικό Κέντρο Χορού;» «Ε, άμα είναι “εθνικό” να το κάνουμε».
«Να κάνουμε Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης;» «Ε, άμα είναι ευρωπαϊκό, θέλει και ρώτημα;»
«Να δώσουμε επιδοτήσεις σε κάποιους που δηλώνουν επιχειρηματίες για να υπερτιμολογήσουν και τα μηχανήματα και να βοηθήσουν την ανάπτυξη;» «Μα τι λέτε; Η ανάπτυξη πάνω απ’ όλα».
«Ξέρεις, φωνάζουν κάτι αγρότες της Θεσσαλίας. Φυτεύουν βαμβάκι που δεν αγοράζει κανένας. Να τους δώσουμε 500 εκατομμύρια, όπως λέει ο βουλευτής τους, που είναι και υπουργός Γεωργίας;» «Φυσικά! Εγώ μόνο ξέρω πόσο σκληρή είναι η ζωή του αγρότη. Ο πατέρας μου ξεροστάλιαζε ολημερίς στο λιοπύρι».
«Ξέρεις, το λιμάνι δεν βγαίνει κι αποφασίσαμε να το δώσουμε στους Κινέζους. Γκρινιάζουν, όμως, οι λιμενεργάτες που θα χάσουν 50-100 χιλιάρικα το χρόνο. Να τους δώσουμε κανένα 250άρι χιλιάρικα στον καθένα να πάν’ στην ευχή της Παναγίας, για να μη δημιουργηθεί κοινωνικό πρόβλημα;» «Δώσ’ τα, να μην έχουμε κοινωνικές εντάσεις, που λέει κι ο Μπάμπης».
«Πρέπει να δώσουμε και την Ολυμπιακή. Κοστίζει πολλά... Να χρυσώσουμε το χάπι στους εργαζόμενους βγάζοντάς τους στη σύνταξη στα 45, με 2-3 χιλιάρικα το μήνα;» «Μα για 1,16 δισ. θα κάνουμε τώρα θέμα; Παρακαλώ...»
«Το ποδόσφαιρο είναι το παιγνίδι του λαού, αλλά οι ΑΕ που το διαχειρίζονται έχουν πολλά χρέη. Να τους ξελασπώσουμε με μια ρύθμιση;» «Καλά, εισιτήρια δεν κόβουν; Τηλεοπτικά δικαιώματα δεν εισπράττουν;» «Πώς! Παίρνουν, αλλά κάνουν κι ακριβές μεταγραφές. Για σένα, βρε χαζέ... Για να έχεις καλό θέαμα και νίκες στην Ευρώπη». «Να τα ρυθμίσουμε. Εξάλλου, οι περισσότερες ΠΑΕ είναι θρησκεία. Όπως επιδοτούμε την ορθόδοξη, έτσι και τον ΠΑΟΚ. Μη μας πουν ότι δεν είμαστε κι ανεξίθρησκοι».
«Μια κι ανέφερες τα τηλεοπτικά δικαιώματα, ξέρεις, και τα κανάλια δεν βγαίνουν. Μην τους ζητάμε τώρα να πληρώσουν και τις συχνότητες που καταπάτησαν. Έχουν κι ένα προβληματάκι με χρέη στα ασφαλιστικά ταμεία και κάποια κρούσματα φοροδιαφυγής. Να τα ρυθμίσουμε για χάρη της πολυφωνίας και της υγιούς δημοκρατίας;» «Ε, άμα είναι για την πολυφωνία της Μενεγάκη και του Ψινάκη, να το κάνουμε. Έτσι κι αλλιώς τζάμπα τους κάνω χάζι κάθε μέρα».
Ο ένας υπουργός έφτιαχνε αγροτικό κανάλι. Προς δόξα της πολυφωνίας πλήρωνε 68 δημοσιογράφους, άσχετα αν το κανάλι δεν λειτούργησε ποτέ. Ο άλλος είχε συστήσει επιτροπές διανομής της αλληλογραφίας: «Ξέρετε πόσα λίγα παίρνει ένας άνθρωπος του υπουργού για να τρέχει όλη μέρα;». Κάποιος άλλος είχε κάνει προαστιακό σιδηρόδρομο στη Θράκη, όπου όλως τυχαίως εκλεγόταν. Διόρθωσε μια ιστορική αδικία, είπε. Κάθε υπουργός έφτιαχνε μερικούς φορείς. Έστηνε μια συνέντευξη τύπου για να διαλαλήσει πόσο πλούσιο και αναγκαίο έργο θα προσφέρει και προσλάμβανε κάποιους για να τον στελεχώσουν – «τόσα χρόνια σπούδασαν τα παιδιά, πού αλλού θα μπορούσαν να δουλέψουν;». Και ο μπαρμπα-Μήτσος δεν γκρίνιαζε. Μπορεί κάποια πράγματα να του φαίνονταν υπερβολικά, αλλά όλα κάποιον ευγενή ή ανώτερο σκοπό εξυπηρετούσαν. Όσο για τα λεφτά, κανένα πρόβλημα. «Έχει ο Θεός!» σκεφτόταν. Θεός στη σύγχρονη Ελλάδα είναι το κράτος.
«Ξέρετε, χρωστάτε 30.000 ευρώ» του είπαν.
«Εγώ;» ψέλλισε αποσβολωμένος ο μπαρμπα-Μήτσος.
«Εσύ κι όλο σου το σόι» αγρίεψαν αυτοί. «Τριάντα χιλιάρικα εσύ και τριάντα η σύζυγος. Συν εξήντα των δύο παιδιών σας, 120.000. Έχεις και τέσσερα εγγόνια; Τελικό σύνολο 240.000».
«Μα χρωστάνε και τα μωρά;» ξαναρώτησε ο μπαρμπα-Μήτσος.
«Κυρίως αυτά» του απάντησαν βλοσυροί.
Ετσι ο μπαρμπα-Μήτσος βρίσκεται ξαφνικά στο Σύνταγμα. Μουντζώνει τη Βουλή και φωνάζει «κλέφτες». Κοίταξε τους λογαριασμούς, για τους οποίους τόσο καιρό αδιαφορούσε, και βρήκε ότι αρκετοί από τους εθνικούς, κοινωνικούς, και πνευματικούς ταγούς ήταν ευαίσθητοι με το αζημίωτο. Δεν ξέρει, όμως, ή δεν θέλει να ακούσει ότι τα κλοπιμαία είναι μόνο ένα μικρό κλάσμα των 300 δισ. που χρωστά αυτός, τα παιδιά και τα εγγόνια του. Ένα μεγάλο μέρος έγιναν έργα. Πολλά ήταν χρήσιμα, κάποια ήταν άχρηστα, αλλά όλα ήταν υπερτιμολογημένα. Οι εργολάβοι δεν έφτιαχναν μόνο δρόμους, χρηματοδοτούσαν και την περισσότερη πολυφωνία που υπήρξε ποτέ στην παγκόσμια ιστορία.
Ένα άλλο, μεγάλο επίσης, κομμάτι είναι οι «ευαισθησίες» που του καλλιεργούσαν. Κάποιες από αυτές χρειάζονταν. Η παιδεία, η υγεία, η προστασία των πραγματικά αδυνάτων. Άλλες, πάλι, ήταν εμμονές μιας γενιάς που δεν έζησε όπως έπρεπε τα σίξτις κι αποφάσισε με τα λεφτά του μπαρμπα-Μήτσου να ζει την καρικατούρα τους. Για παράδειγμα, όποτε μπούκαραν οι χουλιγκάνοι στα πανεπιστήμια και τα κατέστρεφαν, κανείς δεν γκρίνιαζε για το λογαριασμό. «Τα εργαστήρια ξαναφτιάχνονται, μπαρμπα-Μήτσο» του ’λεγαν. «Αν χαθεί το άσυλο, χανόμαστε όλοι». Στο κάτω-κάτω της γραφής, τα παιδιά πάλευαν για δημόσια και ισχυρή παιδεία, που ’λεγε και ο κυρ-Αλέκος.
«Ποιο κεφάλαιο, ρε Μπάμπη; Εδώ κρουαζιερόπλοιο δεν πλησιάζει στον Πειραιά, επειδή εσείς στήνετε καθημερινά μπλόκα. Θα έρθει το κεφάλαιο να βάλει λεφτά στην Ελλάδα;»
«Έ, όχι και να αλωνίζουν τη χώρα οι επενδυτές, μπαρμπα-Μήτσο! Είπαμε: η κρίση είναι καπιταλιστική και οι καπιταλιστές πρέπει να πληρώσουν. Είναι δεν είναι εδώ. Για την αναδιάρθρωση του χρέους πήρε τίποτε τ’ αυτί σου;»


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου