Χωρίς να έχουν συνεννοηθεί λοιπόν, πολλοί άστεγοι της πρωτεύουσας –ίσως
και άλλων μεγαλουπόλεων, δεν το ξέρω– έφτασαν στην ίδια σκέψη: να
προσθέσουν μία ελληνική σημαία στο αυτοσχέδιο σπιτικό τους. Αν
κοιμούνται σε παγκάκι, τη στερεώνουν στην πλάτη του. Αν πάλι βρήκαν
καταφύγιο κάτω από σκαλωσιά, δένουν τη σημαία όσο πιο ψηλά μπορούν, σε
σανίδα ή σωλήνα. Κι αν κατάφεραν να βολευτούν σε υπόγεια διάβαση,
τρυπώνοντας μέσα από τα κάγκελα που φύτεψαν με αξιοθαύμαστη
αντιγραφειοκρατική ταχύτητα οι συνήθως νωθρές αυτοδιοικητικές υπηρεσίες,
για να αποκόψουν τη δίοδο σε όσους δεν έχουν ούτε στον ήλιο μοίρα ούτε
στο φεγγάρι, τότε σημαιοστολίζουν τον ίδιο τον καγκελωτό φράχτη, ίσως με
την ψευδαίσθηση ότι έτσι τον γκρεμίζουν. Και κάποιες φορές, ιδιαίτερα
τώρα που ο καιρός άρχισε να ψυχραίνει, αργοπορημένα φθινοπωρινός,
χρησιμοποιούν τη γαλανόλευκη σαν πρόχειρο σκέπασμα. Ο,τι κόψει.
Κάτι θέλουν να πουν οι άστεγοι των Αθηνών διαλέγοντας για συντροφιά τους τη σημαία της πατρίδας τους. Σε κάποιους από τους συνήθεις μηνυματοσυλλέκτες και αποκρυπτογράφους απευθύνονται, πολιτικούς και μη. Το πιο πιθανό είναι να μην υπακούει σε έναν μόνο κώδικα αυτή η μελαγχολική έπαρση σημαίας. Ισως κάθε άστεγος θέλει να στείλει το απολύτως προσωπικό του μήνυμα, με μεταφορέα τη σημαία. Δεν βλέπουν όλοι με τον ίδιο τρόπο την έσχατη φτώχεια τους – ούτε και την πατρίδα τους ή την ηγεσία της. Μερικοί μπορεί να είναι θυμωμένοι μαζί της. Αλλοι τόσο πικραμένοι που να θεωρούν περιττό τον άγονο θυμό. Και ορισμένοι να έχουν περιπέσει πια στην κατάσταση της ακηδίας, της νάρκωσης, εξαντλημένοι από τη θλίψη.
Για παράδειγμα, όταν βλέπουμε στους μεγάλους αθλητικούς αγώνες, Ολυμπιακούς ή Παγκόσμιους, να κυματίζουν υψωμένες στον ιστό τους πάνω από εκατόν πενήντα σημαίες, μπορούμε βέβαια να μιλήσουμε –κι αυτό γίνεται συνήθως, ιδιαίτερα από τους επίσημους– για την «ειρηνική και αρμονική συνύπαρξη των λαών». Την ίδια στιγμή όμως οι αναπεπταμένες σημαίες υπενθυμίζουν πόσο αίμα χρειάστηκε για να τις νοηματοδοτήσει και, χειρότερο ακόμα, προαναγγέλλουν και άλλους πολέμους, με τις ίδιες αυτές σημαίες να ανεμίζουν σαν λάβαρα μίσους· άλλωστε οι συρράξεις δεν σταματούν πια ούτε κατά τη διάρκεια της ολυμπιακής εκεχειρίας.
Οι άστεγοι έχουν να δώσουν τον δικό τους αγώνα. Και επειδή είναι άσημος, αν όχι σχεδόν αφανής, αφού δεν γράφει στο βιαστικό ή και ντροπιασμένο βλέμμα μας, προσθέτουν τη σημαία στο σπιτικό τους, έκθετο έτσι κι αλλιώς σε δημόσια θέα.
Μόνον αυθαιρετώντας μπορούμε να υποθέσουμε τι θέλουν να πουν, τι προσπαθούν να μεταδώσουν:
«Είμαστε και εμείς Ελληνες» – το δεύτερο πιθανό μήνυμα. Με το πρόσθετο «και εμείς» –εμείς οι άθλιοι των Αθηνών– να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται· να αποκαλύπτει γυμνή και κακάσχημη την «ιστορία επιτυχίας», ευρύτερα γνωστή ως success story· να περιγελά τις υποσχέσεις, τις δεσμεύσεις, τα ταξίματα – ό,τι μάθαμε από γενιά σε γενιά εκφυλιστικού πολιτικαντισμού να εννοούμε σαν πολιτική· να καγχάζει με το φως που βλέπουν μερικοί στην άκρη του τούνελ· να χλευάζει τη σιγουριά της «εξόδου από την κρίση», που προβάρει ήδη τα γιορτινά προεκλογικά της. Εδώ η σημαία διαμαρτύρεται πεισματωμένη.
Τρίτο μήνυμα – λιγότερο πιθανό: «Είμαστε Ελληνες, αλλά και τι μ’ αυτό;». Είμαστε ίδιοι με τους άλλους άστεγους, όποιας φυλής. Από τίποτα δεν μας προστάτεψε η ελληνικότητά μας. Και τη γαλανόλευκη δεν τη βάζουμε από εθνική υπερηφάνεια, αλλά για να σας πούμε πως ούτε κι εσείς δικαιούστε να είστε πολύ περήφανοι εθνικά. Εδώ η σημαία αυτοκαταργείται.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου