Ενα πρωί, μερικά χρόνια πριν από τον B' Παγκόσμιο Πόλεμο, κάποιο
ταχυδρομικό υδροπλάνο διασχίζει το Ιόνιο. Μ' αυτό ταξιδεύει προς την
Ελλάδα ο Τζούλιο Καπρίν (1888-1958), Ιταλός δημοσιογράφος και
συγγραφέας. Δεν βρήκα πολλά βιογραφικά γι' αυτόν, όταν ανακάλυψα σε ένα
ιταλικό παλαιοπωλείο το βιβλίο του «Ευρωπαϊκός επίλογος» (1941), με
εντυπώσεις από πρωτεύουσες της Ευρώπης.
Οπως και άλλοι ξένοι ταξιδιώτες που περιέγραψαν την Ελλάδα από τον
Μεσοπόλεμο μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και ο Ιταλός συγγραφέας
εντοπίζει κυρίως τις ανθρώπινες κλίμακες και την ανεπίληπτη, ακόμα,
φυσική εικόνα που την κινούν χαριτωμένοι, αργοί ρυθμοί.
Σκέπτομαι και
πάλι τα στοιχεία αυτά, που δεν άντεξαν στο ασυνάρτητο μεταπολεμικό
πνεύμα της ανάπτυξης. Και ενώ η χώρα, την εποχή των αποφασιστικών
μεταβολών, κυβερνήθηκε από ραφιναρισμένα πνεύματα, από διανοούμενους έως
και φιλοσόφους της περίφημης Γενιάς του '30 (Π. Κανελλόπουλος, Κ.
Τσάτσος, Γ. Κασιμάτης κ.ά.), η πραγματική εξουσία ασκήθηκε με άξεστο
τρόπο από ένα ανυποψίαστο προσωπικό. Το αποτέλεσμα ήταν η σύγχρονη
δημόσια εικόνα, με τη θλιβερή σφραγίδα της αδιαφορίας για το μέτρο και
το ύφος, και με όλες τις προϋποθέσεις για να εμφανιστεί το κυνήγι μιας
χονδροειδούς ευδαιμονίας, που μετά το '80 έγινε ιδεολογία κραιπάλης
(δικαιωμάτων και αγαθών).
Αρχές του '30. Η πρωτεύουσα έχει δεχθεί ένα τεράστιο κύμα προσφύγων που
άλλαξε την εικόνα της. «Η κυβέρνηση εξασφάλισε μέσω της Κοινωνίας των
Εθνών δάνεια και έναν ελεγκτή που έστειλαν από τη Γενεύη. Η Ελλάδα
δείχνει τον υπομονετικό της λαό [...] ολιγαρκή και παρηγορημένο από το
απολαυστικό ανατολίτικο παιχνίδι του λιανεμπορίου. Η κρίση στην Αμερική
(1929) και στην Ευρώπη τον κάνει να νιώθει ότι κάτι δεν πάει καλά, αλλά
δεν είναι απελπισμένος. Οι εφημερίδες πληροφορούν αλλά δεν μεταδίδουν
την απελπισία των οικονομικών νόμων. Αλλωστε οι χαλαροί κανόνες της
Ανατολής δεν δημιουργούν στην κοινή αντίληψη μια δραματική απόσταση
ανάμεσα στην ανεργία και την εργασία, όπως συμβαίνει στη βιομηχανική
δύση. Στις πόρτες των μαγαζιών υπάρχει πάντοτε ένα παιδί που χαϊδεύει με
τη βούρτσα τα παπούτσια σας κερδίζοντας με ευχάριστη διάθεση τη μέρα
του».
Θα συνεχίσουμε, βλέποντας πώς ο επισκέπτης αντιλαμβάνεται το
κοινωνικό παρόν αλλά και το παρελθόν της μικρής χώρας. Οι ξένες πηγές
όχι μόνον είναι το πιο διαυγές βλέμμα στον αυτόχθονα μύθο αλλά, όπως
έλεγε ο Ράσελ, θα έπρεπε να είναι διδακτέα και συνεκτιμήσιμη ύλη στην
εκπαίδευση, αν αυτή θέλουμε κάποτε να βαδίσει από την αυτοεπιβεβαίωση
στον τολμηρό προσανατολισμό και τον κριτικό χαρακτήρα.
Κάπου
στα μέσα του '30, ο συγγραφέας ταξίδεψε και στην Αθήνα: «[...]
Επτακόσιες χιλιάδες ψυχές. Το 1945 θα εορτάσει την εκατονταετηρίδα της.
Παλιά δεν ήταν παρά η προεξοχή ενός βράχου με λίγες δωρικές κολόνες, η
Ακρόπολη. Κάτω, ένα τρισάθλιο χωριό με δύο χιλιάδες κατοίκους,
Αρβανίτες. Στον Πειραιά, που ονομαζόταν Πόρτο Λεόνε, οι κάτοικοι γύρω
στα 1820 ήταν δύο: ένας Τούρκος τελώνης και ένας Eλληνας καλόγερος [...]
Η επανάσταση που τη χαρακτήριζε ο ενθουσιασμός ενός ρομαντικού
χριστιανικού πολέμου έγινε στην Πελοπόννησο, όχι εδώ. Ακόμα και μετά τη
Ναυμαχία του Ναυαρίνου στην Ακρόπολη στρατοπέδευαν μια χούφτα Τούρκοι
και οι ελευθερωτές πατριώτες δίσταζαν να ανακηρύξουν πρωτεύουσα ένα
αρβανίτικο χωριό».
Η εικόνα
μιας γέννησης κυριολεκτικά από το τίποτε. «Το 1835 η Αθήνα είχε δέκα
χιλιάδες κατοίκους. Οι δρόμοι ήταν σαν σκονισμένες πίστες που
φτεροκοπούσαν οι κότες [...] Λίγο αργότερα οι Αθηναίοι έγιναν είκοσι
τέσσερις χιλιάδες. Τους εξολόθρευε η χολέρα. Παρά τους αρχιτέκτονες που
κουβάλησε ο Οθων, η πρωτεύουσα αναπτυσσόταν χωρίς σχέδιο, γύρω από
ταπεινά σπιτάκια, μικρομάγαζα και αποθήκες [...] Η ιδεατή πρωτεύουσα των
Ελλήνων και της «Μεγάλης Ιδέας» ήταν η Κωνσταντινούπολη [...] Οι νέοι
Δανοί βασιλείς βρήκαν μια πόλη σαράντα πέντε χιλιάδων. Φυτεύτηκαν κάποια
δέντρα στην ξερή γη. Η Αθήνα απέκτησε δημόσια κτίρια, επαύλεις,
μουσεία. Από τον Παρθενώνα τη βλέπεις, στο χρώμα της κόκκινης ώχρας, να
φτάνει μέχρι τη θάλασσα [...]». Και μετά, σελίδες επικαιρότητας. Το
οικονομικό πρόβλημα, η προσφυγική παρουσία, η συγκατοίκηση με τον παλιό
πληθυσμό και η έλλειψη χωροταξικού σχεδίου: «Μια μεγάλη μεσογειακή πόλη,
όπου η Ανατολή υπερίσχυσε της αυστηρής Δύσης».
Στα χρόνια
του Μεσοπολέμου ο Ιταλός εκδότης Εϊνάουντι, σε κάποιο συνέδριο,
υποστήριξε ότι στη χώρα του η κουλτούρα και η κατά κεφαλήν ανάγνωση
υστερούν της λοιπής Ευρώπης, εξαιτίας της ηλιοφάνειας και του κλίματος,
που κρατούν τους ανθρώπους στους δρόμους.
Με τον ίδιο
τρόπο ερμηνεύει ο Καπρίν την αισιόδοξη αμεριμνησία που συνάντησε στην
Ελλάδα. Μακαρίζει τη χώρα με καλοπροαίρετο χιούμορ. Αυτά που λέει είναι
αναγνωρίσιμα: «Ευλογημένη ανεμελιά των τόπων που διαθέτουν πολύν ήλιο
και αρκετή μοιρολατρία. Οι κάτοικοι εδώ ανησυχούν λιγότερο απ' ό,τι στην
προηγμένη Ευρώπη. Οι συμφορές
υπομένονται ευκολότερα. Αλλωστε, είναι δυνατόν μ' αυτό τον ήλιο που
ψήνει να μείνουν παγωμένες οι πιστώσεις στα χρηματοκιβώτια των εύπορων
χωρών;».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου