ΤΟΥΡΚΙΑ και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΕΟΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Οι ισλαμιστές, οι κεμαλιστές και η Ελλάδα
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Τ
Ο κεμαλισμός γεννήθηκε ως
αναγκαιότητα για να περισώσει ό,τι απέμεινε μετά τη διάλυση της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δημιούργησε το τουρκικό κράτος και προσπάθησε
να διαμορφώσει ένα έθνος αποκομμένο από την κουλτούρα, τις παραδόσεις
και τα ήθη των κατοίκων της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Γι' αυτό για να επιβιώσει επέβαλε μέχρι το 1950 τον
μονοκομματισμό και αργότερα σειρά περιοριστικών μέτρων, τρία στρατιωτικά
πραξικοπήματα για την αντιμετώπιση των ταξικών αντιδράσεων (1960, 1971,
1980) και ένα «μεταμοντέρνο» το 1997, για να ανακοπεί η άνοδος των
ισλαμιστών.
Παρ' όλ' αυτά από την πρώτη μέρα εμφανίστηκε ως φορέας
εκδυτικισμού της χώρας με πρότυπο αόριστα μια αφηρημένη Δύση. Οταν όμως
τη θέση της «αφηρημένης Δύσης» πήρε ένας συγκεκριμένος θεσμός με
συγκεκριμένες αξίες, δηλαδή η Ε.Ε., που απαιτούσε τον εκδημοκρατισμό της
χώρας, το κεμαλικό κατεστημένο ανέδειξε για άλλη μια φορά τη
συντηρητικότητά του. Και όμως, ανάμεσα στους κεμαλιστές και στους
ισλαμιστές υπάρχει συνδετικός κρίκος. Είναι η απάντηση στο ερώτημα:
Γιατί το κεμαλικό καθεστώς προώθησε ή ανέχθηκε στις βουλευτικές εκλογές
του 2002 έναν εκλογικό νόμο που όριζε το 10% ως εκλογική βάση για την
είσοδο ενός κόμματος στο Κοινοβούλιο, όρος που προδιέγραφε με βεβαιότητα
την άνοδο των ισλαμιστών στην εξουσία με ισχυρότατη κοινοβουλευτική
πλειοψηφία, με μόλις το ένα τρίτο των ψήφων του εκλογικού σώματος;
Οσοι, λοιπόν, ανέμεναν ότι οι μεταρρυθμίσεις που προώθησε ο
Ερντογάν θα απογείωναν δημοκρατικά τη γείτονα, αγνόησαν ότι στην
πολιτική δεν υπάρχουν άλματα και ασυνέχειες, παρά μόνον στις
επαναστάσεις, όταν δηλαδή μία τάξη (και όχι ένα κόμμα) εκτοπίζει μία
άλλη από την εξουσία.
Αλλά ακόμη και για την περίπτωση αυτή ο Ιμάνουελ
Καντ έλεγε χαρακτηριστικά: «Με μιαν επανάσταση ίσως καταρρέει ο
προσωπικός δεσποτισμός και καταργείται η καταπίεση από ανθρώπους
άπληστους για χρέη και για εξουσία, αλλά ποτέ δεν γίνεται αληθινή
αναμόρφωση του τρόπου σκέψης». Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το γαλλικό
καθεστώς εξήλθε ενισχυμένο από τον Μάη του '68, παρά την ανεξέλεγκτη
δυναμική που προσέλαβαν οι αντιδράσεις, με την προσφυγή στις κάλπες που
εκτόνωσε την κατάσταση.
Η Ελληνική και η Τουρκική Δημοκρατία είχαν κοινή πολιτική
αφετηρία, το οθωμανικό τους παρελθόν. Βέβαια η χώρα μας εμφάνισε ένα πιο
προηγμένο πολιτικό προφίλ. Αυτό το πολιτικό «άλμα» ανέδειξε στην πορεία
τον ψευδεπίγραφο χαρακτήρα του και τα κενά του. Ξένες μοναρχίες,
πραξικοπήματα, εκτοπισμοί, αναξιοκρατία, πελατειακές σχέσεις υπήρξαν τα
κυρίαρχα χαρακτηριστικά του, ασύμβατα προς τη δυτική δημοκρατία. Εγραφε
χαρακτηριστικά ο Παναγιώτης Κονδύλης: «Ο μηχανισμός της λειτουργίας του
κράτους διαμορφώθηκε ως εν μέρει τερατογενετικό και εν μέρει
ιλαροτραγικό αποτέλεσμα της διασταύρωσης των πιο προηγμένων τοτινών
πολιτικών θεσμών με μια κοινωνία διεπόμενη από πατριαρχικές σχέσεις,
στάσεις, νοοτροπίες και αξίες».
Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη ενός ευρωπαϊκού
μοντέλου διακυβέρνησης με την οθωμανική νοοτροπία, που όξυνε στο έπακρο
τις αντιθέσεις της μετά την ένταξη στην Ε.Ε. και ιδιαίτερα στην
Ευρωζώνη, οδήγησε τη χώρα μας στα σημερινά αδιέξοδα.
Αντίστοιχα ήταν και
τα αδιέξοδα της Τουρκίας σε ολόκληρη την ιστορική πορεία του κεμαλισμού
και ιδιαίτερα με τις μεταρρυθμίσεις του ΑΚΡ στην πορεία προς την Ε.Ε.
και τον οικονομικό εκσυγχρονισμό της χώρας, που αποδείχθηκαν ασύμβατες
με τη νοοτροπία.
Διότι δεν μπορείς να επιβάλλεις τη νεοοθωμανική
αντίληψη προωθώντας κατ' επιλογήν μόνο τα χαρακτηριστικά που επιθυμείς.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ,
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΜΑΚΡΟΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
ΤΟΥΡΚΙΑ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου