ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ο μανάβης μας περνάει...
EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Ο Νίκος Αναστασίου, πλανόδιος μανάβης, με τη γυναίκα του Σοφία, από
τη δεκαετία του 1980 κάνουν το ίδιο δρομολόγιο. Μία φορά την εβδομάδα,
σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, ξεκινώντας από τα Τρίκαλα επισκέπτονται
τα εγκαταλελειμμένα χωριά της νοτιοδυτικής Πίνδου, μια διαδρομή 75
χιλιομέτρων. Τα τελευταία χρόνια τούς βοηθάνε και τα δυο τους παιδιά, ο
Κώστας και ο Θύμιος.
Πέρυσι, ο σκηνοθέτης Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος
τους ακολούθησε με την κάμερα και τις τέσσερις εποχές του έτους,
υπογράφοντας το ντοκιμαντέρ «Ο μανάβης» (προβάλλεται για δεύτερη
εβδομάδα). Ο δημιουργός έχει αποδείξει και από προηγούμενες δουλειές του
(όπως το εξαιρετικό «Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η γιαγιά μου», 1997) ότι
το βλέμμα του στην ελληνική επαρχία είναι πραγματικό, διεισδυτικό και
ευαίσθητο. Στην τελευταία ταινία του προχωράει ένα βήμα ακόμη. Δήμος
Πύλης του νομού Τρικάλων. Στουρναραίικα, Βαθύρρευμα, Λιβαδοχώρι,
Μεσοχώρα, Αετός... Χωριά απομακρυσμένα όχι μόνο χιλιομετρικά από το
αθηνοκεντρικό κράτος, αλλά και από το (τηλε)οπτικό πεδίο. Ελάχιστοι (για
να μη χρησιμοποιήσουμε το ηχηρό «κανείς») ασχολούνται με τα μέρη αυτά
και τους μετρημένους στα δάχτυλα κατοίκους τους. Οι συγγενείς (παιδιά,
εγγόνια, ανίψια) επισκέπτονται τους ηλικιωμένους γονείς τους τον
Δεκαπενταύγουστο, κατά κανόνα, οπότε η παγερή σιωπή του υπόλοιπου χρόνου
κάνει ένα ευπρόσδεκτα θορυβώδες «διάλειμμα».
Οι άνθρωποι αυτοί,
με τις γλίσχρες συντάξεις τους, μετράνε ένα ένα τα ζαρζαβατικά που
αγοράζουν, αναρωτώμενοι, χωρίς να περιμένουν απάντηση: «Θα μας πληρώσουν
άραγε; Εχουν λεφτά;».
Ο μανάβης είναι σαν πολυπρόσωπο έργο με έναν
ηθοποιό. Η εβδομαδιαία επαφή μαζί του δεν λύνει μόνο προβλήματα
διατροφής· μεταφέρει φάρμακα, πληροφορίες για γάμους και κηδείες,
μηνύματα, παραγγελίες (όπως ένα πολύπριζο ή μια φιάλη γκαζιού), μετράει
την πίεση, παρακολουθεί την καθημερινότητα των σταθερών πελατών του, τις
έγνοιες, τα άγχη, τις αγωνίες τους. Η Πόπη, η Αλεξάνδρα, η Αγγέλω, ο
Παναγιώτης φορούν χοντροκομμένα ρούχα του χωριού. Ντύνονται για να
προφυλαχθούν από τις καιρικές συνθήκες, δεν υπάρχει κανένα αίτημα
αισθητικής (σχέδια, χρώματα, υφάσματα). Ετσι και σκέφτονται. Με τα
στοιχειώδη «εργαλεία». Μιλούν για τις επικίνδυνες αρκούδες και
φιλοσοφούν: «Υπάρχουν χειρότερες αρκούδες από εμάς;».
Το
οδοιπορικό του Δ. Κουτσιαμπασάκου αιφνιδιάζει. Οχι γιατί δεν ξέρουμε,
αλλά γιατί δεν βλέπουμε. Και όσο δεν βλέπουμε, λησμονούμε. Εκεί, ο
χρόνος είναι ά-χρονος. Ακινητοποιημένος. Δεν έχει ούτε ακριβώς θλίψη,
ούτε ακριβώς χαρά, ούτε ακριβώς πόνο. Τα πρόσωπα είναι χαρτογράφηση του
τοπίου. Εχουν το αποτύπωμα της ομορφιάς και της απομόνωσής του. Είναι
καθαρά και δύσβατα.
Οι κάτοικοι των ορεινών αυτών χωριών έχουν
χτίσει στα χρόνια (πολλά χρόνια...) τρόπους επικοινωνίας, που δεν
επηρεάζονται ιδιαίτερα από τον αιώνα της ψηφιακής τεχνολογίας. Υπάρχουν
και δεν υπάρχουν για το αθηνοκεντρικό κράτος. Κι εκείνοι, από την πλευρά
τους, έχουν απορίες αλλά δεν διατυπώνουν και κάποιο παράπονο. Δείχνουν
αυτάρκεις. Η δική τους καθημερινότητα δε χωράει και πολλή ειδησεογραφία.
Τα θέματά τους δεν συντονίζονται με τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων ή τη
βοή του Διαδικτύου. Είναι παραλλαγές στο ίδιο μοτίβο: της επιβίωσης που
είναι απολύτως εξαρτημένη από τη φύση.
Πόσο διαφορετική θα ήταν η
ταινία αν είχε γυριστεί το 1990, για παράδειγμα;
Προφανώς οι άνθρωποι θα
ήταν νεότεροι, αλλά οι συνήθειές τους, η ζωή τους; Για τον θεατή του
2013 όμως, η απόσταση είναι πολλαπλάσια. Σαν το μισό καρπούζι που
παίρνει μια γιαγιά ζητώντας συγγνώμη γιατί δεν έχει νόημα να το αγοράσει
ολόκληρο... Μια άλλη Ελλάδα, συναρπαστικά απλή, συναρπαστικά μακρινή.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΕΠΑΡΧΙΑ,
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ,
ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ,
ΦΤΩΧΕΙΑ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου