ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ανθολόγιο εθνικής παλιγγενεσίας
Tου ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ
Πράξεις ηρωισμού που ξεχειλίζουν από έμπνευση και θάρρος.
Χειρονομίες μεγαλείου που αντηχούν την κλαγγή των όπλων απ' τα πεδία των
μαχών της Ιστορίας του πονεμένου λαού.
Μια ομάδα από Ανεξάρτητους, ενώ
γύρω βουίζουν οι οβίδες και σφυρίζουν τα βόλια, κατευθύνεται προς το
φρούριο του εχθρού. Αποφεύγοντας σαν αίλουροι τα διασταυρούμενα πυρά
καταφέρνουν να φτάσουν στη θεόκλειστη πύλη. «Στο όνομα της Ελληνικής
Δημοκρατίας, άνοιξε Γερμανέ!». Πού να ανοίξει ο Γερμανός.
Κλειδαμπαρωμένος στην τουαλέτα, τρέμοντας, μετράει τα λεπτά που του
έχουν απομείνει για να ζήσει. Τον Ανεξάρτητο Ελληνα όμως καμία κλειδαριά
δεν στάθηκε ικανή να τον σταματήσει. Μέσα από χαρτοφύλακα βγάζει τη
γραφή της καταδίκης του εχθρού και τη θυροκολλά στη θύρα - πλεονασμός το
«θυροκολλά στη θύρα» αλλά είναι ζήτημα ρυθμού. Ζητάει πίσω τα δάνεια,
τις αποζημιώσεις και τον Χριστοφοράκο. Κι ο Γερμανός, ακόμη τρέχει,
μεταφορικώς εννοείται, διότι παραμένει κλεισμένος στα ενδότερα.
Λίγο πιο κάτω, ήρωες της ΑΔΕΔΥ παίζουν σκηνές από την «Υπολοχαγό
Νατάσσα». Ορισμένοι σκανδαλίζονται διότι, λέει, τυφλωμένοι απ' τον
ηρωισμό τους, μπέρδεψαν τους ρόλους και ντύθηκαν εχθροί. Προφανώς δεν
αντελήφθησαν το πνεύμα τους. Και τι πνεύμα. Μιλάει από μόνο του, οπότε
και δεν χρήζει περαιτέρω σχολιασμού. Φιλέλληνας, πάντως, ο οποίος αυτός
έχει πλήρως αντιληφθεί το πνεύμα του τόπου, ολόγυμνος ξεχύνεται ανάμεσα
στο πλήθος ξεσηκώνοντας κραυγές ενθουσιασμού στο στρατόπεδο της
Παλιγγενεσίας. Πνιχτή κραυγή ακούγεται απ' τα ενδότερα του Γερμανού:
«Την έχουμε πατήσει άσχημα».
Τι θα ήταν ο αγώνας της Παλιγγενεσίας χωρίς τον ποιητή της;
Το κενό αναλαμβάνει να το καλύψει ο κ. Κραουνάκης. Εμπνευσμένος, ως
συνήθως, κατεβάζει ποίηση αιώνων: «Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης,
Αριστοφάνης, Καβάφης, Σολωμός, Γκάτσος, Σαπφώ, Μίκης, Μάνος κι εγώ σού
δηλώνουμε: μας χρωστάτε, μωρή μουλαροζαργάνα, δεν χρωστάμε. Αν δεν ήταν
οι Ελληνες, Μερκέλα μου, θα 'σουν κουτάκι μπίρας».
Ο Γερμανός λουφάζει,
κάνει πως δεν ακούει γιατί δεν καταλαβαίνει. Πώς να αντιληφθεί ο άξεστος
τη λεπτότητα της σκέψης, την ομηρική ομορφιά της λέξης
«μουλαροζαργάνα»; Διότι ο Γερμανός δεν έχει ιδέα από ποίηση. Ξέρει όμως
από μπίρα και αντιλαμβάνεται πως όλα αυτά τίποτε καλό γι' αυτόν δεν
προμηνύουν.
Τη σκυτάλη παραλαμβάνει ο κ. Σμαραγδής, ο οποίος ενεργοποιεί το
τρομερό όπλο της ελληνικής που λέγεται συντακτικό. Οπλο φοβερό, που
σκοτώνει νοήματα και σημασίες με μια μόνη του ριπή, ανάμεσα σε δύο
τελείες: «Η σκληρότητα με την οποία αντιμετωπίζει η Γερμανία την Ελλάς
από το 1940 αναβιώνει την μνήμη των Ελλήνων μέσω του προσώπου σας». Τι
το 'θελε αυτό το «μέσω» ο άτιμος, αμείλικτη δοτική, που μόλις την ακούει
ο Γερμανός αισθάνεται ρυάκι τον ιδρώτα στο μέτωπό του.
«Οχι, μην το πεις! Δεν αντέχω άλλο να το ακούω το ίδιο και το ίδιο
χρόνια τώρα» - αυτός ήμουν εγώ, όχι ο Γερμανός. Κι όμως, το λέει ο
Μητσιάς, σιγά μη δεν το 'λεγε, αυτό με τα δέντρα όπου σκαρφάλωναν οι
Γερμανοί όταν εμείς παίζαμε τραγωδίες και κωμωδίες. Αυτό το περί
κωμωδίας μάλλον για κρίση αυτοσυνειδησίας μοιάζει.
Συμπέρασμα: δυο-τρεις φορές να έρθει ακόμη η Μέρκελ και την εξαφανίσαμε τη Γερμανία.
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
ΤΑ ΝΕΑ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου