Οι ξαπλώστρες-κρεβατάκια και οι μακραμέ ομπρέλες πιάνουν την μια άκρη της μικρής παραλίας. Κατά μήκος, υπάρχουν άλλα δύο μαγαζιά, λιγότερο εκσυγχρονισμένα, που επεκτείνονται μέχρι το τέλος της. Ανάμεσα στις τρεις επιλογές, δυο λωρίδες ελεύθερης αμμουδιάς γεμίζουν γρήγορα από τους ντόπιους με καρεκλάκια και ψάθες. Οποιος προλάβει τη θάλασσα είδε.
Ποιος τους αδικεί που φωνάζουν;
Ποιος δεν θα έκανε το ίδιο στη θέση τους;
Για τη βολή των τουριστών και το κέρδος των επιχειρηματιών, πρέπει να κατέβουν στην παραλία γύρω στις 9 το πρωί αν θέλουν να προλάβουν ένα μπάνιο με την ησυχία τους. Αλλιώς, είναι καταδικασμένοι κι εκείνοι στην τουριστίλα, αυτήν που δικαιολογεί την αισχροκέρδεια. Χωρίς δικαίωμα, χωρίς επιλογή.
Η βιομηχανία του greek summer δεν έχει βρει ακόμα θέση γι’ αυτούς. Αν δεν υπάρχουν ως φόντο στις φωτογραφίες, αν δεν πρόκειται για καμιά γιαγιά που με μαγειρική μαεστρία βάζει την οικογενειακή επιχείρηση στη λίστα με τα «ψαγμένα, άγνωστα ταβερνάκια», οι ντόπιοι αντιμετωπίζονται σαν τους ιθαγενείς: όσο δεν μετατρέπονται οι ίδιοι σε «εκσυγχρονιστές» επιχειρηματίες, πρέπει να συμπεριφέρονται λες και τους χρωστούν την ύπαρξή τους. Μόνο οι γκρούβαλοι γκρινιάζουν που δεν μπορούν να κολυμπήσουν χωρίς χρέωση στον τόπο που γεννήθηκαν ή πέρασαν τα παιδικά καλοκαίρια τους, όλοι το ξέρουν.
Αυτές οι ιστορίες, βέβαια, καθόλου δεν αφορούν όσους αδημονούν για λίγες μέρες χωρίς κουβάλημα, με ξάπλα και σκιά και απεριτίφ. Τουλάχιστον μέχρι...
να μπουν στο πλοίο της επιστροφής και να γκρινιάξουν, καλοφαγωμένοι και ηλιοκαμένοι, για τη χαμένη αυθεντικότητα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου