"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΕΟΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η Κύπρος και η Θράκη τη μετά Ιράκ εποχή

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Η Τουρκία μέχρι τη δεκαετία του 1950 δεν είχε καμία πολιτική απέναντι στις τουρκόφωνες και μουσουλμανικές πληθυσμιακές ομάδες που είχαν απομείνει και κατοικούσαν σε χώρες που απελευθερώθηκαν από τον βάρβαρο οθωμανικό ζυγό. Μάλιστα, ειδικά σε σχέση με τους Τουρκοκυπρίους, είχαμε δήλωση Τούρκου υπουργού Εξωτερικών τη δεκαετία του 1930 ότι η Αγκυρα δεν έχει διεκδικήσεις και ότι για την Τουρκία δεν υφίσταται Κυπριακό Ζήτημα.

Η πολιτική αυτή της Τουρκίας άλλαξε, κατόπιν καθοδήγησης της Μεγάλης Βρετανίας και του Φόρειν Οφις, το οποίο «δασκάλεψε» την Αγκυρα πώς να εργαλειοποιήσει τη μειονότητα των Τουρκοκυπρίων, για να αποφευχθεί η Ενωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Στο παιχνίδι αυτό ενεπλάκη και η JUSMAT (Joint US Military Mission for Aid to Turkey), η οποία χρηματοδοτούσε το Τμήμα Ανορθόδοξου Πολέμου (Φzel Harp Dairesi) του τουρκικού ΓΕΕΘΑ, το οποίο με τη σειρά του χρηματοδότησε και εξόπλισε την τρομοκρατική οργάνωση ΤΜΤ (Οργάνωση Τουρκικής Αντίστασης), που έδρασε στην Κύπρο και ευθύνεται για σειρά εγκλημάτων και επί των Τουρκοκυπρίων.

Τελικώς, ο στόχος του μετασχηματισμού της τουρκοκυπριακής κοινότητας σε στρατηγική μειονότητα επιτεύχθηκε σε πρώτη φάση με την εμπλοκή του βρετανικού παράγοντα, με υπογραφή των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου, και σε δεύτερη φάση με τη συνδρομή και την καθοδήγηση της JUSMAG (Joint US Military Aid Group, Greece) αυτή τη φορά, η οποία ενορχήστρωσε το πραξικόπημα του Παπαδόπουλου, την 21/4/1967, και στη συνέχεια του Ιωαννίδη εναντίον του Παπαδόπουλου, για να καταλήξουμε στην εισβολή και κατοχή, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Αυτήν την εμπειρία εργαλειοποίησης εθνοτικών και θρησκευτικών ομάδων - μειονοτήτων για την εξυπηρέτηση των δικών της σοβινιστικών και επεκτατικών πολιτικών που απέκτησε η Αγκυρα, τη χρησιμοποίησε και σε άλλες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στη Βουλγαρία, όπου κατοικούν Πομάκοι, Τούρκοι και Αθίγγανοι μουσουλμάνοι, στο Ιράκ, όπου κατοικούν σιίτες και σουνίτες Τουρκομάνοι, στα Σκόπια και στο Κοσσυφοπέδιο, όπου κατοικούν Τούρκοι και Αθίγγανοι μουσουλμάνοι, και φυσικά στη Θράκη.

Στο Ιράκ, μάλιστα, η Τουρκία ακολούθησε μια πανομοιότυπη μέθοδο με αυτή της Κύπρου, οργανώνοντας και εξοπλίζοντας τους Τουρκομάνους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οργάνωσε και εξόπλισε τους Τουρκοκυπρίους.

 Μόνο που στο Ιράκ τα συμφέροντα της Τουρκίας δεν ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των ΗΠΑ και της Αγγλίας. Εκεί, η ομάδα 11 αξιωματικών του Τμήματος Ανορθόδοξου Πολέμου του τουρκικού ΓΕΕΘΑ, που επιχείρησε να αναπτύξει προβοκατόρικη δράση, χρησιμοποιώντας ως «εργαλείο» τους Τουρκομάνους, στις 4 Ιουλίου του 2003, συνελήφθη από τις δυνάμεις του στρατού των ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί στρατιώτες πέρασαν τσουβάλια στα κεφάλια των Τούρκων αξιωματικών και τους οδήγησαν σιδηροδέσμιους στη Βαγδάτη, για να τους απελευθερώσουν έπειτα από λίγες ημέρες κατόπιν αγωνιωδών εκκλήσεων της τουρκικής κυβέρνησης.

Παρ' όλα αυτά, η Αγκυρα συνέχισε να παίζει το «χαρτί» των Τουρκομάνων, εξοπλίζοντας περισσότερους από 20.000 άνδρες στην περιοχή μεταξύ του Αυτόνομου Κουρδιστάν και της Βαγδάτης. Ο στόχος της Τουρκίας ήταν να διεκδικήσει δικαιώματα επί του Κιρκούκ και της Μοσούλης, περιοχές οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στα όρια του κράτους για το οποίο είχαν δώσει τον «Εθνικό Ορκο» ο Μουσταφά Κεμάλ και οι σύντροφοί του. Επίσης, μέρος του σχεδίου της Αγκυρας ήταν να επιβάλει τους Τουρκομάνους ως συνιστών μέρος στο κουρδικό κράτος του βορείου Ιράκ, σε περίπτωση που δεν μπορούσε να αποτρέψει τη δημιουργία του. 

Τελικώς, το μεγαλοϊδεατικό όραμα της Αγκυρας γκρεμίστηκε ως χάρτινος πύργος με την κατάληψη, πριν από λίγες ημέρες, της Μοσούλης από τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και του Λεβάντε και του Κιρκούκ από τους πεσμεργκά του αυτόνομου κουρδικού κράτους του νοτίου Κουρδιστάν (Β. Ιράκ).

Η Τουρκία, που τη φορά αυτή δεν είχε ως αρωγούς και υποστηρικτές των σχεδίων της την Ουάσινγκτον και το Λονδίνο, όπως έγινε και γίνεται στην Κύπρο, παρέμεινε απλός θεατής στην κατάληψη των πόλεων που κατοικούνται κυρίως από Τουρκομάνους, στις επαρχίες Μοσούλης και Κιρκούκ, και στην προσφυγοποίηση πολλών δεκάδων χιλιάδων Τουρκομάνων, που ζουν κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες κυρίως σε κουρδικές περιοχές και με την ανθρωπιστική βοήθεια του κουρδικού κράτους.

Αυτά για το Τουρκομανικό. 

Το γιατί η τουρκική πολιτική εργαλειοποίησης των Πομάκων, των Αθιγγάνων και των τουρκόφωνων κατοίκων της ελληνικής Θράκης δεν έχει καταρρεύσει και στέκεται ακόμα στα πόδια της, το εξετάζουμε (...) παρακάτω:


(...) H Τουρκία, επωφελούμενη της εμπειρίας και της τεχνογνωσίας που απέκτησε, υπό τη στενή καθοδήγηση και την υποστήριξη του Λονδίνου και της Ουάσινγκτον, , προσπάθησε τις τελευταίες δεκαετίες να δημιουργήσει ένα ολόκληρο δόγμα χρησιμοποίησης των απανταχού μειονοτήτων της, με σκοπό τη δημιουργία του λεγόμενου τουρκομουσουλμανικού τόξου από την Αδριατική μέχρι το Σινικό τείχος. Τη φορά αυτή αναζήτησε και βρήκε και πάλι συμμάχους στην Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, οι οποίοι προσδοκούν οφέλη από τη δημιουργία αυτού του τόξου που θα διεμβολίζει κατά μήκος το μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας στα Βαλκάνια, τον Εύξεινο Πόντο, τον Καύκασο, την Κεντρική Ασία και την Κίνα.


 

Μέρος αυτού του μεγαλόπνοου και φιλόδοξου σχεδίου είναι και το ζήτημα του εκτουρκισμού και στη συνέχεια της εργαλειοποίησης της μουσουλμανικής μειονότητας της ελληνικής Θράκης, ένα ζήτημα που η Τουρκία υποστηρίζει με ιδιαίτερη επιμέλεια, μια που για δεκαετίες τώρα αποτελεί μία από τις προτεραιότητες της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

 

Η μειονότητα της Θράκης, που εξαιρέθηκε της ανταλλαγής των πληθυσμών, με τη Συνθήκη της Λοζάνης το 1923, αναφέρεται στην ως άνω συνθήκη ως «μουσουλμανική», γιατί αποτελείται από Πομάκους, Αθίγγανους και τουρκογενείς. Και έτσι την αντιμετώπισε και η τουρκική αλλά και η ελληνική πλευρά, παραμένοντας πιστή στη Συνθήκη της Λοζάνης, τη στιγμή μάλιστα που η Τουρκία επέβαλε πολιτική εθνοκάθαρσης στους Ελληνες της Κωνσταντινούπολης, που εξαιρέθηκαν κι αυτοί της ανταλλαγής, επ’ αμοιβαιότητι.

 

Ολα αυτά μέχρι την είσοδο της Ελλάδας και της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, οπότε η παρουσία των σλαβόφωνων Πομάκων στην ελληνική Θράκη θεωρήθηκε «κίνδυνος» για την άσκηση επιρροής από πλευράς της Βουλγαρίας και του σοβιετικού παράγοντα σε μια τόσο ευαίσθητη περιοχή.

 

Ετσι άρχισε να επιβάλλεται και με τη συναίνεση του ελληνικού κράτους η πολιτική του εκτουρκισμού των Πομάκων και των Αθίγγανων μέσα από κατάπτυστες εκπαιδευτικές συμφωνίες που επιβάλουν στα παιδιά των Πομάκων και των Αθίγγανων, που δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με την τουρκική γλώσσα, να μαθαίνουν υποχρεωτικά τουρκικά και να εκτουρκίζονται στην ίδια την πατρίδα μας.


Το απολύτως παράλογο είναι ότι, ενώ εξέλειπε ο από Βορράν κομμουνιστικός κίνδυνος, μια που η Βουλγαρία είναι ήδη μέλος του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα συνεχίζει να εκτουρκίζει Πομάκους και Αθίγγανους, οι οποίοι υφίστανται επιπλέον και την πολιτική της κρατικής τρομοκρατίας που ασκείται από το τουρκικό προξενείο της Κομοτηνής και τους μηχανισμούς του, που έχουν διεισδύσει ακόμα και σε κόμματα του ελληνικού Κοινοβουλίου.

Είναι επίσης παράλογο το γεγονός ότι η πολιτική της διδασκαλίας της τουρκικής και όχι της πομακικής ή της αθιγγανικής γλώσσας στα παιδιά της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης υποστηρίζεται διαπρυσίως και από το διπλωματικό κατεστημένο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, για να μη δημιουργήσουμε, λέει, και πομακικό ή σλαβικό ζήτημα στην ελληνική επικράτεια.

 

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, συνεχίζεται ο εκτουρκισμός των μουσουλμάνων της ελληνικής Θράκης, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εργαλειοποίηση της μειονότητας, προς εξυπηρέτηση εθνικών σκοπών της Αγκυρας και γεωπολιτικών της Ουάσιγκτον, η οποία, ενώ «άδειασε» την Τουρκία στο ζήτημα των Τουρκομάνων του Ιράκ, φαίνεται ότι συνεχίζει να τη στηρίζει στην Κύπρο και στη Θράκη.

 

Γιατί πώς αλλιώς μπορεί να εξηγήσει ακόμα και ο πιο καλόπιστος παρατηρητής τη συνάντηση του Αμερικανού προξένου της Θεσσαλονίκης Ρόμπερτ Σάντερς με ομάδα έμμισθων πρακτόρων της Αγκυρας -και αυτό το γνωρίζουν οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ καλύτερα από τις ελληνικές- που στελεχώνουν το κόμμα με τα αρχικά DEB, τους οποίους όχι μόνο δέχτηκε στο γραφείο του ως εκπροσώπους της «τουρκικής» μειονότητας αλλά τους παρέθεσε και δεξίωση, παρουσία εκπροσώπων, φορέων και οργανώσεων... ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Βόρειας Ελλάδας.

Εδώ οι λέξεις χάνουν το νόημά τους. Αμερικανός διπλωμάτης στην Ελλάδα, που γίνεται δεκτός από το ελληνικό κράτος για να εξυπηρετεί Αμερικανούς πολίτες σε ζητήματα διοικητικής φύσεως, δέχεται επισήμως έμμισθους πράκτορες ξένης χώρας, που δρουν παράνομα και αποσταθεροποιητικά και, όταν δεν μπορούν να εξαγοράσουν, τρομοκρατούν Πομάκους και Αθίγγανους, για να τους εκτουρκίσουν και στη συνέχεια να τους χρησιμοποιήσουν ως εργαλείο εναντίον της Ελλάδας. 

Και σαν να μην έφτανε αυτό, παραθέτει δεξίωση, παρουσία εκπροσώπων, φορέων και οργανώσεων... ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δηλαδή σαν να τιμούμε βιαστές και παιδόφιλους, παρουσία παιδικής χορωδίας!

Το ξέρουμε ότι η αξιοπρέπεια και η διεθνής θέση της χώρας έχουν κατρακυλήσει πολλά σκαλοπάτια τα τελευταία χρόνια.

  
Ομως ελπίζουμε ότι κάποια μέρα θα βρεθούν ένας αξιοπρεπής πρωθυπουργός και ένας υπουργός Εξωτερικών που θα τιμήσουν τον όρκο τους και θα βάλουν στη θέση του και τον Τούρκο πρόξενο της Κομοτηνής αλλά και τον πρόξενο των ΗΠΑ στη Θεσσαλονίκη, καθώς και τον οποιονδήποτε παραβιάζει τη νομιμότητα στην πατρίδα μας.

 

Ελπίζουμε το δικαίωμα στην ελπίδα να μην μπορέσει να μας το αφαιρέσει κανείς

Δεν υπάρχουν σχόλια: