Του Γιώργου Σκαμπαρδώνη
Ο γνωστός συγγραφέας του Μονταλμπάνο Αντρέα Καμιλέρι, που απεβίωσε πρόσφατα, δήλωσε στα τελευταία του πως κάπνιζε ανηλεώς από μικρός τρία πακέτα τσιγάρα τη μέρα και ξυπνώντας το πρωί έπινε μονίμως, ως το μεσημέρι, ένα μπουκάλι ουίσκι. Κι έτσι έφτασε πλήρης ατμών και καπνών ως τα ενενήντα τρία χρόνια. Ισως η στάση του να είναι μια συνταγή μακροζωίας, ίσως όχι.
Πάντως και ο μέγας Τσόρτσιλ κατάφερνε άνετα ένα μπουκάλι ουίσκι ημερησίως, κάπνιζε συνέχεια εκείνα τα πούρα-μπαρούτια κι έφτασε επίσης ως τα ενενήντα ένα. Κι όταν μια δημοσιογράφος τον ρώτησε πώς εξηγεί τη μακροζωία του εκείνος απάντησε: «Την αποδίδω στα σπορ. Δεν έκανα ποτέ σπορ».
Αντιλαμβάνεστε ότι εδώ έχουμε δυο περιπτώσεις που θα μπορούσαν να μπουν στον κατάλογο του κειμένου «Μακρόβιοι» του Λουκιανού από τα Σαμόσατα, αλλά και επίσης δυο περιπτώσεις που υπονομεύουν κάθε έννοια υγειονομικού κορέκτ, αθλητικού πνεύματος, αντικαπνιστικής νομοθεσίας και αμφισβήτησης των αρνητικών συνεπειών του αλκοόλ - ίσως θα πει κάποιος: δυο εξαιρέσεις. Σίγουρα ναι, αν και καθείς από μας αποτελεί μια εξαίρεση. Ωστόσο υπακούμε όλοι και στη στατιστική και είναι προφανές επιστημονικά, πως γενικώς το τσιγάρο βλάπτει και ενοχλεί. Αναμφίβολα. Αυτό είναι μια αποδεδειγμένη αλήθεια, αν δούμε το θέμα καθεαυτό, αν το απομονώσουμε και κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί επ' αυτού να διαφωνήσει - ίσως μόνο ο Τσόρτσιλ, ο Καμιλέρι και μερικοί ακόμα που είναι εκτός ραντάρ και νόμων της φυσικής των άλλων. (Διότι, σε κάποιο βαθμό, υπάρχει και η φυσική του καθενός).
Είναι βέβαιο πως το τσιγάρο βλάπτει, κάνει κακό στους παθητικούς καπνιστές και ο αντικαπνιστικός νόμος πρέπει να εφαρμοστεί με αυστηρότητα. Συμφωνούμε απόλυτα - αν και με κατανόηση για τους καπνιστές που χρειάζονται τους δικούς τους χώρους, ή τα δικά τους καταστήματα. Αλλά μιας και δείχνουμε παγκοσμίως, πια, τόσο μεγάλη και ουμανιστική ευαισθησία (και ορθώς) στο ότι κάποιοι μας ενοχλούν και μας κάνουνε κακό καπνίζοντας δίπλα μας, δεν θα έπρεπε να δείχνουμε την ίδια αδιαλλαξία σε όσους επίσης κάνουνε κακό στους άλλους, ή μας σκοτώνουν με άλλους τρόπους; (Συν τον πόλεμο).
Για παράδειγμα ο γνωστός Ιαβέρης, έλεγε προχθές στα κανάλια πως τα τελευταία πενήντα χρόνια έχουν σκοτωθεί σε τροχαία εντός Ελλάδος 150.000 Ελληνες. Κανονική γενοκτονία. Την ευθύνη, δε, την έχει περίπου το ένα τρίτο των θανόντων. Κι έχουνε μείνει ανάπηροι ουκ ολίγοι - να μην πούμε πόσοι έχουνε τραυματιστεί. Και δεν ξέρουμε πόσοι από τους υπεύθυνους αυτών των τροχαίων κάπνιζαν, ή όχι, όπως και τα θύματά τους, πάντως πήγαν όλοι αδιάβαστοι. (Κι εμείς ως τώρα την έχουμε γλιτώσει μάλλον από καθαρή τύχη). Επομένως κινδυνεύουμε απ' τις τούφες των άλλων, αλλά σχεδόν εξίσου κινδυνεύουμε κι απ' τον τρόπο που οδηγούν - το τελευταίο δίμηνο στην Κρήτη, για παράδειγμα, δεν γνωρίζουμε πόσοι πέθαναν εξαιτίας του τσιγάρου, αλλά σίγουρα σκοτώθηκαν στα τροχαία καμιά σαρανταριά.
Αρα, εκ των πραγμάτων τίθεται η ίδια προτεραιότητα (όπως με το τσιγάρο) προστασίας των Ελλήνων απ' την οδήγηση των άλλων, ή των άλλων από εμάς.
Επομένως: σωστός ο αντικαπνιστικός νόμος και η εφαρμογή του, αλλά με την άσφαλτο τι θα γίνει;
Και πώς συμβαίνει στη Σουηδία, ας πούμε, να έχουνε περιορίσει τα τροχαία κατά 99%;
Κάποια μέτρα πήρανε, τα οποία πρέπει να παρθούν κι εδώ, αλλιώς η επιλεκτική ευαισθησία μόνο για το κάπνισμα, φαντάζει αν όχι υποκριτική, πάντως μονομερής.
Και μερικοί αρειμάνιοι και κακής πίστης ίσως να πούνε πως ο αντικαπνιστικός ξεκινάει όχι από σεβασμό στη ζωή των άλλων αλλά πιθανώς από προσωπικές εμμονές άκαπνων που δεν νταλκαδιάζονται με τίποτε, δεν πίνουν ποτέ πάνω από μισό ποτηράκι, δεν ανάβουνε ένα τσιγαράκι, και πεθαίνουν, τελικά, από υγεία και αμεράκλωτοι. Είναι μια σκέψη μάλλον άδικη - διότι μπορεί να υπάρχουνε και αυτές οι περιπτώσεις, αλλά μην ξεχνούμε πως οι πλέον ένθερμοι αντικαπνιστές είναι οι πρώην καπνιστές, όπως συμβαίνει πάντα με τους ανανήψαντες. (Ημουν κι εγώ φανατικός, μέχρι να το ξαναρχίσω. Αν το ξανακόψω, θα γίνω πάλι φανατικός αντικαπνιστής και ούτω καθεξής, πιστεύοντας πάντα πως έχω δίκιο).
Ωραία, λοιπόν. Να 'ρθεί ο αντικαπνιστικός. Να ελέγξουμε και τα τροχαία. Τότε τι θα γίνει με την παχυσαρκία, την κατάθλιψη, τους σαλταρισμένους του κινητού, και κυρίως εκείνους που πεθαίνουν λόγω ακινησίας μπροστά στο κομπιούτερ και λέγεται πως είναι, πλέον, περισσότεροι από τα θύματα του τσιγάρου; Και τι μπορούμε να ελέγξουμε, τελικά, εφόσον ο καθείς μπορεί να πάει απ' την πιο γελοία αιτία: από ρόγα σταφυλιού (όπως ο Σοφοκλής), από πιτόγυρο, κι από στραβοτιμονιά του απέναντι οδηγού που τον πήρε η πεθερά του στο κινητό και ταράχτηκε. Μέχρι από πυρκαγιά, σεισμό, ή επειδή πάτησε το σαπούνι στο μπάνιο. Και άμα ένας την πάθει, έτσι, ως εξαίρεση, τι τον ενδιαφέρουνε οι στατιστικές των άλλων;
Ο έλεγχος είναι σωστός, φέρνει αποτέλεσμα, αλλά όχι πάντα. Υπάρχουν πολλά, συν το τυχαίο, που συχνά αποδεικνύεται κυρίαρχο.
Και μήπως, τελικά, ο Τσόρτσιλ δεν είχε τον έλεγχο μέσα στη ζάλη του, ή ο Καμιλέρι; Μήπως δεν έζησαν αρκετά;
Τι να κάνουμε, υπάρχουνε κι άνθρωποι που δεν τα βγάζουνε πέρα μόνο με την υγεία και τη νόηση και ο Μποντλέρ ρουφούσε αψέντι και όχι μόνον - ενώ αν ο Μάρκος Βαμβακάρης κάπνιζε ηλεκτρονικό κι έπινε μόνο μπίρα άνευ, το πολύ να έγραφε τραγούδια α λα Ρόμπερτ Ουίλιαμς.
Συμπερασματικά:
Πράγματι ο αντικαπνιστικός νόμος είναι αναγκαίος και πρέπει να εφαρμοστεί - αλλά μην ξεχνούμε, απ' την άλλη, πως συχνά τα μεγάλα έργα δεν γίνονται και δεν γράφονται συνήθως από ντεκαφεϊνέ και από κορέκτ.
Μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Χρειάζονται χώρο και οι καταραμένοι, εκείνοι που δημιουργούν μέσα απ' την αυτοκαταστροφή, έξω από την κοινή λογική, τη στατιστική, και την ευεργετική ψύχωση της υγείας. (Γεια σου Λευτέρη, πρόεδρε).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου