Η ζωή σου έχει περάσει, το καταλαβαίνεις. Η μικρή εν τω μεταξύ με μια στροφή γύρω απ' τον άξονά της άναψε τσιγάρο και φυσικά δεν σε χαιρέτησε, ενώ η γειτόνισσά σου, η κυρία Βανού από το μονώροφο τότε, πριν από την αντιπαροχή και τον καρκίνο: «Πώς πάει η ζωή, νεαρέ;».
Επίμονη ερώτηση να ισοφαρίσει, εννοείται, τα χτυπήματα που τη βρήκαν προτού αναγκαστεί να ταπεινωθεί στον εργολάβο και προσφάτως στον ακτινολόγο, σχεδόν φαλακρή, το μέλλον άδηλο, κόλλησε με τα χέρια της το «Ενοικιάζεται», φεύγει, πάει στην κόρη της, στη Χαλκίδα. Στοιβάχτηκαν στην εξώπορτα τα «Taxis» και τα «Pizza-Hot», ποια σύνταξη, για ποιον Στουρνάρα, πού είναι το αύριο που βλέπαμε χθες, ποιοι φόροι; Εχει δει συγκριτικά στοιχεία άλλων χωρών, τη βεβαιώνει ο υπουργός.
Ε, και; Θέλει να βρίσκεται εγκαίρως στο πλοίο.
- «Πείτε μου ποια ώρα να μεταφερθώ;». Γιατί να μην το ζητήσει και αυτή; Σαν να 'μουν εγώ ο καπετάνιος ή να διαθέτω τρόπο μετακομιδής. Τώρα μου το λέει; Τώρα που της δείχνω τα δόντια μου; Τώρα που συνάντησα το προσωπείο μου σοφιλιασμένο στις δύο συλλαβές του επιθέτου μου; Τώρα όμως μπορώ να της ευχηθώ καλό κατευόδιο. Ο,τι ήταν να της συμβεί, θα συμβεί σε όλους.
- «Γιατί εσύ μιλάς συνεχώς για θάνατο; Εγκωμιάζεις έναν φόβο που έχει για σένα ήδη παρέλθει. Το ξέρεις. Τελικός σκοπός είναι το φιλί της ζωής».
Δώσ' της το λοιπόν και μην ταλαιπωρείς τον αναγνώστη. Οταν αισθάνεσαι την επιθυμία να γράφεις τα δικά σου νομίζεις πως διαπράττεις εθνική μειοδοσία. Αν όμως έπρεπε να κόψεις το χέρι σου, πώς θα τα έβαζες με τους «εργολάβους»;


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου